Σκοτάδι

Σκοτάδι… περιπλανιέμαι στην πιο κακόφημη περιοχή της πόλης. Γύρω μου βλέπω μετανάστες, πουτάνες, έμπορους, νταβατζήδες, πρεζόνια που ψάχνουν απεγνωσμένα για μια δόση, πιστεύοντας πως θα νιώσουν όμορφα παρόλο που βαθιά μέσα τους ξέρουν πως αργοπεθαίνουν… εγώ συνεχίζω να περπατώ αμέριμνη και αποφεύγω να κοιτάξω τον οποιονδήποτε στα μάτια. Δε θέλω να αντικρίσω τα μάτια τους. Θα δω μια άσχημη πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα γεμάτη πόνο. Δεν ξέρω γιατί βγήκα εκείνη τη νύχτα και ειδικά σε αυτή την περιοχή. Δε φοβάμαι. Δε νιώθω τίποτα. Σε περίπτωση που μου επιτεθεί κάποιος έχω ένα μικρό σουγιά που καβάτζωσα πριν φύγω από το πατρικό μου. Αυτό ήταν το μόνο που πρόλαβα- ή  σκέφτηκα  αν θες – να πάρω. Είμαι μαυροντυμένη για να μη φαίνομαι στο σκοτάδι. Βλέπω άτομα να έχουν όπλο πάνω τους. Ωστόσο με αφήνουν ασυγκίνητη και δε φοβάμαι.

Φίλους δεν έχω. Κάποτε είχα μια φίλη. Μελίνα την έλεγαν. Από τότε που έφυγα από το σπίτι μου την έχασα. Μάλλον καλύτερα που την έχασα. Ίσως να με πλησίαζαν μέσω αυτής. Με κυνηγάει εδώ και κάτι μήνες η αστυνομία για μικροκλοπές και έναν φόνο τον οποίο εγώ διέπραξα για να σωθώ. Προσπάθησε να με χτυπήσει και να με βιάσει. Γυρεύοντας πήγαινε… ο σουγιάς μου έγινε ένα με το απαίσιο και βρώμικο σώμα του 12 φορές περίπου. Αρκετές για να συναντήσει τον δημιουργό του. Η αστυνομία ξέρει το πραγματικό μου όνομα. Κάποιος καριόλης πρέπει να με είδε την ώρα που τον σκότωνα και να με κάρφωσε. Ίσως αν μάθω ποιος είναι να τον κανονίσω.

Μέχρι πριν από αυτό το γεγονός πίστευα πως δεν με ξέρει κανείς (τέλεια κάλυψη). Μετά από αυτό έγινα αρκετά γνωστή… κακό αυτό. Στην πιάτσα ακούγεται πως με αναζητά κάποιος Jameson. Αρκετά γνωστό όνομα στο κεφάλαιο «μαφία». Παραξενεύτηκα. Τι μπορεί να με ήθελε;; φυσικά δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω. Για καλό δεν ήταν και εννοείται πως δεν ήθελα να συνεργαστώ με κανέναν γιατί η ζωή μου έχει μάθει πως ούτε στον κώλο σου δεν πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη. Παρόλο που ήξερα που να τον βρω δεν έκανα τον κόπο να πάω. Δεν με ένοιαζε. Απλά έγινα πιο προσεκτική για να μη μπλέξω. Ήξερα πως θα ήταν κάτι με ναρκωτικά. Δε θέλω να ξαναμπλέξω με αυτό το διάολο. Έφτασα στο χείλος του γκρεμού και παραλίγο να πέσω. Τελευταία στιγμή έκανα πίσω. Ήμουν σε άθλια κατάσταση. Σε μια τέτοια κατάσταση με βρήκε το μουνί που πήγε να με βιάσει και πέθανε.

Μα γιατί να συνεχίζω να ζω έτσι; Μπορώ να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου αλλά για κάποιο λόγο δεν το κάνω. Είναι κάποια δύναμη που με κρατάει.

Το ίδιο πρωί καθώς περπατούσα, παραπάτησα και έπεσα πάνω σε κάποιον και μαζί πέσαμε κάτω. Φάνηκε αρκετά ευγενικός και ήρεμος παρόλο που τον είχα ρίξει κάτω επειδή στραβοπάτησα. Με το πέσιμο ψιλοχτύπησα το πόδι μου. Το κατάλαβε και μου είπε αν είναι να πάμε για έναν καφέ να ηρεμήσω. Φυσικά αρνήθηκα. Ήταν ένας άγνωστος και δεν έπρεπε να μαθευτεί η ταυτότητά μου. Επέμεινε. Τελικά πήγαμε. Εγώ δε μιλούσα πολύ. Τον έλεγαν Νίκο. Υπέθεσα πως είναι ένας απλός άνθρωπος και δεν έχει καμιά σχέση και τίποτα κοινό με εμένα. Όλα αυτά που έλεγε ακούγονταν normal αν και το ένστικτο μου, μου έλεγε πως κάτι πάνω του ήταν ψεύτικο. Τον ακολούθησα. Δεν το πίστευα. Έμενε λίγο παρακάτω από μένα. Ρώτησα και έμαθα πως αυτός ο άνθρωπος  δούλευε για έναν μεγάλο έμπορο ναρκωτικών… μάντεψε ποιον… Jameson. Τι να θέλει πια αυτό το μπαστάρδι; Είμαι σίγουρη πως δεν ήρθε τυχαία στο δρόμο μου αυτός ο Νίκος. Σταμάτησα να κυκλοφορώ για ένα διάστημα. Μετά από έναν μήνα που άρχισα να βγαίνω πάλι στην πιάτσα έμαθα πως ο Jameson δολοφονήθηκε. Μάλλον καλύτερα έτσι… έφυγε ένας μπελάς από το κεφάλι μου. Συνεχίζω να περιμένω τα επόμενα γεγονότα στη ζωή μου. Ελπίζω να μη συμπεριλαμβάνουν φόνους, ναρκωτικά, μαχαίρια και βιασμούς…

Back to reality….                                                                   3k 😉

*διαβάστε ακόμα από την Κατερίνα:  «πειρασμός=????»

*δημοσιεύτηκε στο έβδομο τεύχος του κώλου