Καλή Χρόνια Κλπ!!!

Οι εκδόσεις του κώλου σας εύχονται καλές γιορτές με μια μικρή καθυστέρηση! Καλή χρονιά, με υγεία, αγάπη, ευτυχία και σκατά στους φασίστες!  Κατά διαόλου πήγε και φέτος ο κόσμος, άρα όλα καλά!

Ακολουθούν οι ιστορίες και τα παραμύθια των γιορτών από τις εκδόσεις μας…

Ο δικός μου «κυρ Βασίλης»…του P.S.Mavro

Τα 101 Πρόβατα του Κωλομπαρά – Γιώργος Σάπιος

Ο Παππούς-Δράκος, η Γιαγιά-Στρίγκλα και… ο Πρωτοχρονιάτικος «Greek Mussakas» …της κ. Λόλας! …του P.S.Mavro

Άλλο ένα Σάπιο Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι …του Γιώργου Μικάλεφ

«ο Σινάτρας, ο Τζίμης & τα Καλά Χριστούγεννα» …του Γιώργου Μικάλεφ

«ο Σινάτρας, ο Τζίμης & τα Καλά Χριστούγεννα» …του Γιώργου Μικάλεφ

IMG_20151214_0001 (2)smallΤι άνθρωποι κι αυτοί… Ανοίγει η πόρτα μπαίνουν ακόμα δύο νέοι. Ο ένας με μακρύ σακάκι στο χρώμα της ώχρας, μπεζ πουκάμισο, σκούρα γραβάτα. Μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και δεξιά χωρίστρα. Καλοαναθρεμμένο γελαδερό. Ο φίλος  του, πιο ώριμος, με μαλλί ολίγον κλαρινάτο και πουκάμισα, γραβάτες και λοιπά… Αμίλητοι κάθονται. Παραγγέλνουν λευκό κρασί, δύο ποτήρια.  Αντάλλαξαν τρεις κουβέντες με τρόπο, με  υψηλή ευγένεια. Το κρασί ήρθε. Έπιαναν τα ποτήρια με χάρη κουνώντας μελαγχολικά τα δάχτυλα τους. Άθλια σκηνοθεσία. Ο κοτσίδας έκανε νεύμα σε μια ψιλογκοθού με σκούφο άγιου Βασίλη που καθόταν στον πάγκο. Εκείνη τον αγνόησε. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν έκανε τίποτα, επαναλαμβάνοντας το νεύμα και επεκτείνοντας το προς φτιάξιμο των μαλλιών… Μπαίνει ο Δημήτρης στο μαγαζί με φόρα. Έχει πιει τον κώλο του και δεν το κρύβει. Φορούσε ένα λερωμένο πράσινο φουσκωτό μπουφάν. Θα κυλιόταν στο δρόμο, μόνος ή με παρέα. Έκατσε στο τραπέζι τους. Εκείνοι τρόμαξαν… διακριτικά πάντα. Κοιτούσαν με τρόπο εναλλάξ  προς το μπαρ, αλλά κανείς να τους σώσει. Ο Τζίμης τους χαρίζει  ένα μεγάλο χαμόγελο,  αποκαλύπτοντας μια  σάπια οδοντοστοιχία.  Ο μακρυμάλλης κάνει να σηκωθεί. Ο Τζίμης τον πιάνει από τον ώμο και τον καθίζει. Στο μπαρ χαμπαριάζουν τώρα  τη φάση. Ο Τζίμης καταλαβαίνει πως η παράσταση θα είναι σύντομη. Οι «του μαγαζιού» κάνουν κίνηση. Ο Τζίμης ανεβαίνει στο τραπέζι με ένα σάλτο και τον πετάει έξω. Έπρεπε να αδειάσει θεαματικά. Τα δυο παιδιά την κοπάνησαν  κουτρουβαλώντας και όσοι ήταν κοντά τραβήχτηκαν έντρομοι προς τον τοίχο μην τους πάρουν τα σκάγια. Εκείνος ήξερε πως όταν τελείωνε το κατούρημα θα τον σάπιζαν. Ήλπιζε να μην στραγγίξει ποτέ. Γύρναγε γύρω γύρω για κανένα λεπτό σχεδόν και στα τελειώματα γλιστράει μες τη ζάλη του και σαβουριάζεται στις κατουρημένες καρέκλες. Πέσαν όλοι πάνω του και άρχισαν να του μαλακώνουν τα πλαϊνά. Εκείνος στο πάτωμα ξεβράκωτος, μάτωνε, γελούσε, δεν καταλάβαινε πόνο. Προσπαθούσαν με κλωτσιές να βγάλουν έξω το σίχαμα. Ευτυχώς ήταν κοντά στην πόρτα και σε μισό περίπου λεπτό βρισκόταν ανάσκελα στο παγωμένο πλακόστρωτο μισοαναίσθητος. Τα αυτιά του βούιζαν, τα μάτια του βλέπανε κάτι θολά γιορτινά λαμπιόνια στον ουρανό. Ο κόσμος ντυμένος στην πένα  προσπερνούσε το ματωμένο κουρέλι, κοιτώντας διακριτικά την πρησμένη ψωλή του. Από μέσα ο Σινάτρα ευχόταν καλά Χριστούγεννα…

 

Γιώργος Μικάλεφ

Bad Santa (2003)

“Bad Santa” ή “Ο Αϊ Βασίλης Είναι λέρα”. Αμερικανική παραγωγή του 2003 με τον Billy Bob Thornton στο ρόλο του πιο κατεστραμμένου και ταυτόχρονα πιο αξιολάτρευτου Άγιου Βασίλη που είναι μέλος μιας μικρής Χριστουγεννιάτικης συμμορίας ληστών εμπορικών κέντρων! Την παράσταση κλέβει ένα παχουλό παιδάκι (Brett Kelly) που πέφτει συνεχώς θύμα νταήδων και η μοίρα τον ενώνει με τον ανίερο άγιο. Παίζει επίσης και η Lauren Graham (οικογένεια Gilmore) ως barwoman με βίτσιο την στολή του Άγιου! Σκηνοθετεί ο Terry Zwigoff (Ghost World!!!). Ότι πρέπει για τις γιορτές και όχι μόνο!

Άλλο ένα Σάπιο Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι …του Γιώργου Μικάλεφ  

Μέρες γιορτινές, λαμπρές & λίγο σκοτεινές. Η γειτονιά της κυρά-Ευφροσύνης είχε στολιστεί με λαμπάκια, άγιους Βασίληδες, ταράνδους, πλαστικούς χιονάνθρωπους, καμπανάκια και άλλα στολίδια. Η γριούλα είχε φτάσει τα ογδόντα με μεγάλη δυσκολία και συνεχώς αναρωτιόταν αν θα ξαναζήσει άλλο Πάσχα. Τα εγγόνια της ζούσαν στην Τασκένδη μαζί με τα παιδιά της και ο άντρας της κάπου ψηλά, να πετάει χαρούμενος παρέα με ιπτάμενους αναρχικούς στο νοητό σύμπαν κάποιου δημοσιογράφου.

Μονάχη συντροφιά της, ένα τσούρμο γατιά που αλήτευαν στη γειτονιά. Έβγαινε κάθε πρωί στον κήπο της μικρής γκαρσονιέρας που έμενε και τάιζε τα αιλουροειδή. Τους είχε δώσει ονόματα μεγάλων ζωγράφων. Θεόφιλος, Ζαν Μισέλ, Μπέικον, Μόντι, Φρίντα…  Εκείνα με το που άκουγαν την καλή γιαγιά τους να ανοίγει τα παράθυρα, ορμούσαν στην αυλή γεμάτα χαρά και λαιμαργία και γέμιζαν τις μεγάλες πια κοιλιές τους.

Το φαινόμενο των αδέσποτων γατιών ξένιζε πολλούς στην γειτονιά της γριούλας. Συχνές ήταν οι περιπτώσεις που ο κύριος Βάϊος κλωτσούσε τα γατιά ή τους πετούσε πέτρες με αρκετά αδερφίστικο τρόπο. Μία φορά είχε βρίσει αισχρά την κυρά Ευφροσύνη όταν είδε ότι τάιζε τις ορδές των εχθρών του. Εκείνη δεν έτρεφε μίσος για κανέναν. Σκεφτόταν ότι ίσως ο κύριος Βάϊος να είχε άσχημα παιδικά χρονιά και πουλί μικρού παιδιού.

Οι μέρες περνούσαν και η παραμονή των Χριστουγέννων είχε φτάσει. Τα παιδιά έτρεχαν στη γειτονιά και έλεγαν χαρούμενα τα κάλαντα, άλλο με σκουφάκι άγιου Βασίλη, άλλο με την κιθαρίτσα του, ένας πιτσιρικάς με το τύμπανο του και ένα κοριτσάκι πουλούσε σπίρτα έξω από ένα μαγαζί με κυλόττες. Η καλή γριούλα βγήκε τη βόλτα της και σιγά-σιγά με το μπαστουνάκι της και το καρότσι για τα ψώνια, σύρθηκε μέχρι το σούπερ παντοπωλείο της γειτονιάς. Ψώνισε τα απαραίτητα για το γιορτινό της πιάτο και την καλύτερη γατοτροφή “μιξ πάρτι” για τα γατιά της… έτσι για να τα γιορτάσουν και αυτά τα Χριστούγεννα. Η μέρα εκείνη όμως, της επιφύλασσε μια εφιαλτική έκπληξη…

Στο γυρισμό για το σπίτι, αντίκρισε μία φρίκη που της μαύρισε την ψυχή και ράγισε την αδύναμη καρδιά της. Το χαμόγελο της το γιορτινό, βιάστηκε από κάποιο ανδρείκελο, που αποφάσισε να ρίξει φόλες στη γειτονιά. Το αρρωστημένο θέαμα, περιελάμβανε μια ντουζίνα αιλουροειδών, που ξερνούσαν ξεψυχώντας, τα λιωμένα σωθικά τους… οι γάτες που την είχαν γλυτώσει, θρηνούσαν απελπισμένες τον μαρτυρικό θάνατο των συντρόφων τους. Η κυρά-Ευφροσύνη δεν άντεξε και πριν προλάβει να βουρκώσει λιποθύμησε. Την μάζεψαν κάποιοι Χριστιανοί που την γνώριζαν από την εκκλησία και την πήγαν στο σπίτι. Την έβαλαν να ξαπλώσει σε ένα ντιβάνι και έμεινε μαζί της μια χήρα από την κάτω Αχαγιά μέχρι να συνέλθει…

Σηκώθηκε μισή ώρα αργότερα με μια δίψα για εκδίκηση. Ο κύριος Βάϊος ήταν ο στόχος της και θα τον χτυπούσε εκεί που πονάει… Ήταν σίγουρη πως εκείνος ήταν το τέρας… Καθησύχασε την χήρα ότι είναι καλά και την έδιωξε ευγενικά, πριν προλάβει να της δώσει απόρρητες πληροφορίες για την πουτάνα της γειτονιάς. Πήγε στο αποθηκάκι και πήρε το ποντικοφάρμακο. Είχε μπόλικο… Στρώθηκε αμέσως και έφτιαξε τους πιο λαχταριστούς λουκουμάδες που μπορούσε να φτιάξει, τους έριξε λαχταριστή μερέντα από πάνω, φόρεσε το καλύτερο χαμόγελο της και βγήκε παγανιά…

Τα  τρία παιδιά του κύριου Βάϊου παίζανε στην παιδική χαρά μόνα τους. Θα ήταν πολύ εύκολο σκέφτηκε. Στο μαντρότοιχο πριν την παιδική χαρά, ένα σύνθημα έγραφε “ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΛΑ ΘΑ ΤΗ ΔΩΣΩ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ”. Δεν ήταν η μόνη που το σκέφτηκε λοιπόν… Πλησίασε περισσότερο προς την παιδική χαρά, κρατώντας στο δεξί της χέρι, ένα μεγάλο πιάτο λουκουμάδες, έτοιμους να αποτελειώσουν τα Χριστούγεννα… Τα παιδάκια του κύριου Βάϊου μυρίσανε τους λουκουμάδες και δειλά-δειλά, σαν υποψιασμένα, νηστικά γατάκια άρχισαν να την πλησιάζουν και εκείνα…

Τότε ήταν που μέσα σε ένα σύννεφο κίτρινου καπνού, εμφανίστηκε ο πατέρας Παϊσιος καβάλα σε ένα ευνουχισμένο, γαλανόλευκο γαϊδουράκι και της είπε: “Παιδιά είναι τούτα μωρή και δε φταίνε. Τούρκοι δεν είναι μα Γραικοί. Το αμάξι να του κάψεις και άσε τα άλλα στο Θεό.” Έτσι και έκανε. Εγκατέλειψε το σχέδιο της και αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο καινούριο και μεταμεσονύκτιο, βασισμένο στη συμβουλή του γέροντα. Όσο και αν ήθελε να πονέσει αυτό το κάθαρμα, τα παιδιά δεν ‘φταιγαν σε τίποτα… τουλάχιστον ακόμα…

Πήρε τέσσερα γκαζάκια και μια παλιά της ρόμπα και τα στρίμωξε όλα μέσα σε ένα χαρτοκούτι. Έβαλε το περιεχόμενο μέσα σε μια γιορτινή σακούλα, πείρε και ένα μπιτονάκι με βενζίνη που είχε για δύσκολες ώρες και βγήκε στο δρόμο σαν άλλος Άγιος Βασίλης, να δώσει ένα και μοναδικό δώρο, σε έναν τυχερό που το άξιζε.

Το αυτοκίνητο του κύριου Βάϊου βρισκόταν στο ίδιο σημείο όπως πάντα. Μια καλογυαλισμένη, μαύρη μερσεντές. Έβγαλε το δώρο από τη σακούλα, το τοποθέτησε κάτω από το αμάξι και άδειασε στο χαρτοκούτι τη βενζίνη. Αφού πότισε καλά το δώρο, το εύφλεκτο υγρό κύλησε στο δρόμο και δημιούργησε ένα υπέροχο υγρό φυτίλι που θα της έδινε λίγο χρόνο να απομακρυνθεί. Άναψε την φωτιά με ένα σπίρτο και σύρθηκε με το μπαστούνι της όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά. Σε λιγότερο από μισό λεπτό ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη και το κωλάμαξο του κύριου Βάϊου, τυλίχτηκε στις φλόγες…

Πίσω από τα παραθυρόφυλλα της γειτονιάς, έντρομα μάτια νοικοκυραίων, αντίκριζαν τον εφιάλτη της τρομοκρατίας. Η αστυνομία ήρθε σε λίγα λεπτά. Κανείς δεν ήταν στο δρόμο παρά μία γριούλα με το μπαστούνι της, που τάιζε μερικές γάτες. Δεν θεώρησαν αναγκαίο ούτε καν να τη ρωτήσουν μήπως είδε κανέναν να πετάει…

 Η γριούλα ήξερε πως δεν θα τα κατάφερνε να φτάσει μέχρι το σπίτι της. Είχε πάρει μαζί της γατοτροφή για να ταΐσει τις γάτες που είχαν απομείνει, για ξεκάρφωμα. Όταν έφτασε στο σπίτι της, είχε είδη ξημερώσει. Έφτιαξε ένα ζεστάκι να πιει, έκατσε αναπαυτικά στην αγαπημένη πολυθρόνα και ένα λαμπερό χαμόγελο έφτανε μέχρι τα μαραμένα της αυτιά.

Ο άγιος Βασίλης ήρθε με μια μέρα καθυστέρηση στη γειτονιά της κυρά-Ευφροσύνης. Φορούσε μια όμορφη μαύρη στολή και έπινε μπύρα. Είχε κόψει τα αναψυκτικά γνωστής εταιρίας. “Είναι για τον πούτσο αυτοί οι καριόληδες” έλεγε συνέχεια. Μοίρασε αρκετά όμορφα δώρα, σχεδόν σε όλα τα σπίτια και προσέφερε και στον κύριο Βάϊο ένα γερό εγκεφαλικό απ’ το οποίο δεν επανήλθε ποτέ. Μάλλον ο κύριος Βάϊος δεν ήταν και τόσο καλό παιδάκι…

Γιώργος Μικάλεφ

 

 fb links: george micalef art & εκδόσεις το κόλο

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ*

*εξαιρούνται οι φασίστες και αρκετοί άλλοι

στη μνήμη του Μπασκιά &  των άλλων…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Παππούς-Δράκος, η Γιαγιά-Στρίγκλα και… ο Πρωτοχρονιάτικος «Greek Mussakas» …της κ. Λόλας! …του P.S.Mavro

Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «παραμύθι»
από τον P.S.Mavro/Stavrioti 
αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά του κόσμου.
Τώρα που είναι Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, είναι συνήθεια οι άνθρωποι να μαγειρεύουν νόστιμα φαγητά, να φτιάχνουν γλυκά, να στολίζουν εορταστικά το τραπέζι τους, να τρώνε όλοι μαζί – οικογενειακά – να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους πίνοντας καλό κρασί, να ανταλλάσουν δώρα και ευχές…(!) αλλά και να αφηγούνται όμορφες ιστορίες!
Φυσικά το «τώρα» (που χρησιμοποίησα σαν πρώτη μου λέξει) είναι τελείως ανεπίκαιρο, μια και στις ημέρες μας -οικονομικά- υπάρχει μεγάλη στενότητα. Τα χρήματα λείπουν από τα περισσότερα σπίτια… γιατί όλοι μας σκεπτόμαστε, αυτούς που είναι ακόμα φτωχότεροι από εμάς!
Μια και λοιπόν, τα τελευταία χρόνια και εγώ δυσκολεύομαι οικονομικά… και δεν μπορώ να κάνω δώρα (ιδιαίτερα στα παιδιά) …σκαρφίζομαι ιστορίες και παραμύθια, που σαν καλός παππούς, πρώτα τα αφιερώνω στις δύο εγγονές μου, τη Λυδία και την Ίριδα, μετά στα ανίψια μου και φυσικά σε όλα τα παιδιά του κόσμου!
Για αυτές τις γιορτές λοιπόν έγραψα μια αλληγορική ιστορία που μιλά για φαγητό (φάτε μάτια – ψάρια, που λένε…) και την ονόμασα…
Ο Παππούς-Δράκος, η Γιαγιά-Στρίγκλα και… 
ο Πρωτοχρονιάτικος «Greek Mussakas» 
…της κ. Λόλας!
Κάποτε ήταν μία εποχή που, αν κάποιος περνούσε έξω από τις κουζίνες και τα παραθύρια του χωριού, θα τρελαίνονταν από τις μυρωδιές! Λογίς λογίς φαγητά μαγειρεύονταν από τις νοικοκυρές. Mπουρδέτο, Mπιάνκο, Σοφρίτο, Παστιτσάδα, Παστίτσιο, Παπουτσάκια…
Iδιαίτερα τις γιορτινές ημέρες, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, όλο το χωριό γέμιζε από τις απίθανες αυτές μυρωδιές! Ο καθένας θα μπορούσε να συλλάβει με τα ρουθούνια του, γαργαλιστικές μυρωδιές από ψητές γαλοπούλες, από γουρουνόπουλο στη σούβλα, από κατσικάκι στο φούρνο! Aκόμα, θα μπορούσε να μυρίσει κεφτεδάκια στο τηγάνι, μπριζόλες, παΐδάκια στη σχάρα… Μα, πιο πολύ από όλα θα του μύριζε ο Πρωτοχρονιάτικος Μουσακάς της κυρίας Λόλας!
Τί μυρωδιά! Eυωδιά θα έλεγα καλλίτερα! Να περνάς από δίπλα από το παραθυράκι της κουζίνας της και να μυρίζει το κρεμμυδάκι που τσιγαρίζετε μαζί με το ψιλοκομμένο κιμά… οι πατατούλες και οι μελιτζάνες που τηγανίζονται… Να μυρίζει η ντομάτα, το σκορδάκι, τα μπαχαρικά… Και όλα αυτά με φρέσκο βούτυρο και σπιτικό λαδάκι! Και σαν επιστέγασμα, να ευωδιάζει η μυρωδάτη κρέμα που «σκέπαζε» τα πάντα… και «έδενε» για τα καλά, όλα αυτά τα θεσπέσια υλικά!!!
Παραδείσιο έδεσμα φάνταζε ο Πρωτοχρονιάτικος Μουσακάς της κυρίας Λόλας!!!!
Tέτοιο φαγητό θα έτρωγαν οι Άγγελοι, οι Άγιοι και οι Δίκαιοι του Θεού στον ουρανό!
«Greek Mussakas»! …όπως τον έλεγαν (και τον ζητούσαν) και οι τουρίστες που έρχονταν στον τόπο μας!
Mετά ήρθε η οικονομική κρίση. Πάνε οι Μπριζόλες, πάνε τα Κεφτεδάκια, πάνε τα Μπουρδέτα… ξεχάστηκαν και τα Παστίτσια… Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για γαλοπούλες, γουρουνόπουλα και κατσικάκια.
Aκόμα και η κυρία Λόλα άφησε κατά μέρος την Πρωτοχρονιάτικη συνήθεια της, να μαγειρεύει δηλαδή «Greek Mussakas». Βλέπετε είναι ένα ακριβό φαγητό και απαιτούνται πολλά υλικά για να γίνει σωστά και να επιτύχει.
Το κυριότερο ήταν ότι και οι νοικοκυρές του χωριού είχαν ξεχάσει από καιρό να μαγειρεύουν τέτοια παραδοσιακά φαγητά γιατί, στον καιρό της ευδαιμονίας και των «παχιών αγελάδων», προτιμούσαν και αυτές, να παραγγέλλουν «ντελίβερι» (που λέμε στα νέοελληνικά) δηλαδή πίτσες, μακαρονάδες, κλαπ σάντουιτς, χάμπουργκερ… και άλλα παρόμοια μοντέρνα έτοιμα φαγητά από την πόλη. Tώρα, πού να βρεθούν χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες… μάλιστα, όλοι είχαν φτωχύνει τόσο πολύ που μόνο πατάτες, κολοκυθάκια βραστά και βλίτα μαγείρευαν. Άντε, που και που, κανένας φτηνός γαύρος στο τηγάνι. Mέχρι εκεί και πάλι καλά.
Στο παραμύθι μας όμως.
Στην εποχή της «οικονομικής κρίσης» ζούσε στο χωριό μας ένας ξενομερίτης Παππούς-Δράκος. Κανείς δε θυμάται, όμως, πότε και από που, ήρθε στον τόπο μας.
Ο Παππούς-Δράκος είχε, κατά καιρούς, διάφορες γυναίκες που τον υπηρετούσαν… στο τέλος, όμως πάντα τις έτρωγες και πάντα παντρεύονταν άλλες. Αυτή τη φορά είχε για γυναίκα του μια πραγματική στρίγκλα. Όνομα και πράγμα, που λένε.
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, πεινάω» φώναζε κάθε πρωί ο Παππούς-Δράκος… και αμέσως έτρεχε η Γιαγιά-Στρίγκλα, άρπαζε ένα παιδί από τους δρόμους του χωριού… και το πήγαινε στον άντρα της, το δράκο, να το φάει.
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, πεινάω» φώναζε πάλι το μεσημέρι ο Παππούς-Δράκος. Έτρεχε η Γιαγιά-Στρίγκλα, άρπαζε ένα άλλο παιδί και το πήγαινε στον άντρα της, το δράκο…
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, πεινάω» ξανά φώναζε πάλι, το βράδυ ο Παππούς-Δράκος. Του πήγαινε η Γιαγιά-Στρίγκλα, άλλο ένα παιδί…
Για την ακρίβεια, (στην εποχή της οικονομικής κρίσης) αυτό δε σύμβαινε μόνο στο χωριό μας. Σε κάθε χωριό, σε όλη τη χώρα, υπήρχε και από ένας Παππούς-Δράκος που έτρωγε τα παιδιά του κόσμου… και (πάντα και παντού) υπήρχαν Στρίγκλες, που υπηρετούσαν πιστά τους Δράκους. Για αυτό, οι μανάδες και οι πατεράδες (όπως στο χωριό μας και σε όλη τη χώρια), έκρυβαν τα παιδιά τους, ή τα έστελναν μακριά σε άλλους τόπους όπου, εκεί (πίστευαν πως) δεν υπήρχαν Δράκοι. Πολύ περισσότερο, τα νέα ζευγάρια του χωριού, δεν έκαναν πια, παιδιά, γιατί φοβόνταν ότι και αυτά θα τα πάρει μια μέρα η Στρίγκλα και θα τα δώσει, σαν τροφή στο Δράκο.
Kαταλαβαίνετε ότι στο χωριό είχε πέσει μεγάλη στενοχώρια.
– «Που θα πάει το πράγμα. Σε λίγο θα μείνουμε χωρίς παιδιά. Τί Κόσμος και τι Mέλλων θα είναι αυτό χωρίς παιδιά?» έλεγαν και ξανά έλεγαν, οι κάτοικοι του χωριού.
– «Τί θα μπορούσε να μας σώσει από αυτό τον αχόρταγο Δράκο και τη Στρίγκλα του?» αναρωτιόταν.
– «Του καλαρέσουν τα παιδιά μας, και αυτή η Στρίγκλα, η γυναίκα του, δεν ξέρει να του μαγειρέψει κάτι της προκοπής, να φάει ο άνθρωπος… (συγγνώμη, ο Δράκος, ήθελα να πω)
Iδιαίτερα, αυτές τις άγιες ημέρες των γιορτών (εν μέσο της οικονομικής κρίση) τα πράγματα ήταν πολύ μελαγχολικά στο χωριό.
Η κυρία Λόλα όμως, είχε την λύση έτυμη.
– «Ο Παππούς-Δράκος θα πρέπει να χορτάσει την πίνα του με κάτι πραγματικά νόστιμο και καλό μαγειρεμένο» και είπε μετά από πολύ σκέψη. «Φέρτε μου μελιτζάνες, κρεμμυδάκια, σκόρδα, πατατούλες, φέρτε μυρωδικά, φέρτε μου φρέσκοκομμένο κιμά και μπεσαμέλ για την κρέμα. Θα μαγειρέψω ένα Μουσακά που ο Δράκος θα γλύφει τα δάχτυλα του! Όταν τον δοκιμάσει… δε θα του κάνει πια, καμία όρεξη να ξανά φάει… παιδάκια!» …πρόσθεσε με αυτοπεποίθηση.
– «Μουσακά, τέτοια εποχή και Πρωτοχρονιάτικα? Που τον θυμήθηκε… και θα θυμάται να τον μαγειρέψει, ή θα πάνε άδικα όλα αυτά τα πολύτιμα υλικά?» …αναρωτήθηκα οι γυναίκες του χωριού. Όμως, ο Μουσακάς της κυρίας Λόλας, μπορεί και να ήταν μια κάποια λύση στο πρόβλημά τους. Προκειμένου να σώσουν τα παιδιά τους αποφάσισαν να το δοκιμάσουν. Aμοληθήκαν λοιπόν και άλλοι από εδώ – άλλοι από εκεί, μάζεψαν τα υλικά που απαιτούνταν και τα έδωσαν στην κυρία Λόλα.
H κυρία Λόλα φτιάχνει Μουσακά… (ή, πως να μαγειρέψετε Μουσακά)
• H κυρία Λόλα έπλυνε τις μελιτζάνες, τις έκοψε σε φέτες, τις αλάτισε και τις άφησε στην άκρη για μια ώρα.
• Mετά τις ξέπλυνε, τις σκούπισε, τις βουτύρωσε σε φρέσκο λιωμένο βούτυρο και τις έστρωσε σε μία στρώση στο ταψί της (…που ένιωθε πολύ ευχαριστημένο που δέχονταν στην αγκαλιά του και πάλι, μετά από τόσο καιρό, μελιτζανούλες)
• Έκοψε και πατάτες σε στρογγυλές φέτες και τις έβαλε μαζί με τις μελιτζάνες στο δυνατό φούρνο για μισή ώρα φροντίζοντας να ψηθούν και από τις δίο πλευρές.
Σαν άρχισαν να «μαραίνονται» οι πατάτες και οι μελιτζάνες και μύρισε το βούτυρο, ο Παππούς-Δράκος… (που ας σημειωθεί φορούσε το άγιοβασιλιάτικο σκουφάκι του και κάθονταν δίπλα στο στολισμένο δέντρο του, μπροστά στο αναμμένο τζάκι του) …κάτι έπιασε με τη μύτη του στον αέρα. Ρουθούνισε ξαφνιασμένος και σκέφτηκε… – «Σαν κάτι να μυρίζει εδώ πέρα»…
• Στη συνέχει η κυρία Λόλα έβγαλε από το ταψί τις μελιτζάνες κα τις πατάτες και τις έβαλε στο τρυπητό να σουρώσουν από το βούτυρο.
• Τώρα ήταν η σειρά να τσιγαριστεί (για δύο λεπτά) το ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι. Εδώ να δείτε μυρωδιές και ευωδιές! Ο Παππούς-Δράκος τρελάθηκε!
– «Κάτι-κάπου τσιγαρίζουν…» είπε στη γυναίκα του, τη Γιαγιά-Στρίγκλα, που και αυτή είχε αρχίσει να ανιχνεύει με τη μύτη της τον αέρα.
• Ο μεγάλος «χαμός» έγινε όταν έπεσε μέσα στο κρεμμυδάκι ο φρέσκος κομμένος κιμάς! Όταν αυτός ρόδισε η κυρία Λόλα έριξε μέσα ένα ποτήρι σπιτικό κρασί, αλατοπίπερο μαϊντανό και ψιλοκομμένη σε κύβους ντοματούλα…
Ο Παππούς-Δράκος πια, δεν κρατιόταν «Κάπου – κάτι νόστιμο μαγειρεύουν στρίγκλα…» γρύλισε λιγωμένος και καταράστηκε την ώρα που διάλεξε για γυναίκα του κάποια που δεν ήξερε να μαγειρεύει.
• Η κυρία Λόλα άφησε να βράσουν όλα αυτά τα υλικά για μισή ώρα, μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά και να μείνει ο κιμάς πηχτός.
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, κάπου κάτι νόστιμο μαγειρεύουν στο χωριό…» ξανά είπε ο Παππούς-Δράκος που το στομάχι του είχε αρχίσει να γουργουρίζει και το στόμα του είχε γεμίσει σάλια…
• Η κυρία Λόλα έβγαλε από το τρυπητό, τις μελιτζάνες και τις πατατούλες και άρχισε να στρώνει στο ταψί (αρχικά) μια σειρά από μελιτζάνες
• Aπό την κατσαρόλα έβγαλε με ένα κουτάλι τον κιμά και σκέπασε, με μία στρώση, τις μελιτζάνες.
• Έπειτα έφτιαξε μια στρώση με πατατούλες… και πάλι κιμά από επάνω!
• Aνάμεσα στις στρώσεις πασπάλιζε και λίγο τυρί τριμμένο.
Τώρα ήταν η σειρά της κρέμας. 
• Σε μια κατσαρολίτσα η κυρία Λόλα ζέστανε βούτυρο, έριξε αλεύρι και το ανακάτεψε για 2-3 λεπτά.
• Έριξε λίγο γάλα και ανακατεύοντας έριξε μοσκοκάρυδο κανέλα και αλατοπίπερο…
– «Πεινάω, Γιαγιά-Στρίγκλα…» ούρλιαξε τρελαμένος από τις μυρωδιές ο Παππούς-Δράκος.
• Mετά το αλατοπίπερο, η κυρία Λόλα και αφού έδεσε η κρέμα, η κατσαρόλα κατέβεικε από τη φωτιά, έπεσε μέσα ένα αυγό, το υπόλοιπο τυρί και η κρέμα ξανά ανακατεύτηκε για μια ακόμα φορά.
• Όλο αυτό το μίγμα έπεσε πάνω στις στρώσης με τις μελιτζάνες τις πατάτες και το κιμά και το ταψί ήταν έτυμο για το φούρνο!
• Η κυρία Λόλα έτριψε γαλέτα έβαλε μερικά ακόμα κομματάκια βούτυρο – σκόρπια στην επιφάνια – και έβαλε το ταψί στο φούρνο.
Σε 40 λεπτά ο Μουσακάς ήταν έτυμος!
Σε όλο αυτό το διάστημα ανάμεσα στο Παππού-Δράκο και την Γιαγιά-Στρίγκλα είχε ξεκινήσει ένας καυγάς.
– «Άδικα σε παντρεύτηκα» παραπονιόταν ο Παππούς-Δράκος. «Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις τίποτα. Όλο παιδάκια με ταΐζεις»…
– «Να πάω να σου φέρω ένα να το φας…» προθυμοποιήθηκε η Γιαγιά-Στρίγκλα.
– «Όχι, να πας γρήγορα να δεις, σε πια κουζίνα και τί, μαγειρεύουν» πρόσταξε τη γυναίκα του, θυμωμένος ο Παππούς-Δράκος.
Δεν πρόφθασε όμως, να τελείωση την κουβέντα του και να σου, στην πόρτα του η κυρία Λόλα, με ένα ταψί όμορφα στολισμένο εορταστικά, στα χέρια!
– «Για σου Γιαγιά-Στρίγκλα. Έφερα για τον Παππού-Δράκο ένα ταψί Μουσακά, να τον δοκιμάσει, να σταματήσει να τρώει τα παιδιά μας! Είναι Πρωτοχρονιατικο δώρο από όλο το χωριό».
Ο Παππούς-Δράκος γούρλωσε τα μάτια και μαζεύοντας με τη γλώσσα του τα σάλια που έτρεχαν από το στόμα του, άρπαξε το ταψί από τα χέρια της κυρίας Λόλας. Άρχισε να καταβροχθίζει σε κομμάτια το Μουσακά. Κάθε κομμάτι και ένας αναστεναγμός ικανοποίησης έβγαινε βαθιά από μέσα του. Ήταν ολοφάνερο πως είχε καιρό να φάει μαγειρεμένο φαγητό.
– «Αυτό είναι φαγητό! Όχι το ωμό κρέας παιδιών που με ταΐζεις» είπε και έριξε μια αγριεμένη ματιά στη Γιαγιά-Στρίγκλα. «Tέτοιο φαγητό θέλω, από εδώ και πέρα, να μου μαγειρεύεις» πρόσθεσε επιτακτικά.
– «Aλήθεια πώς το λένε?» ρώτησε ο Παππούς-Δράκος στρεφόμενος προς την κυρία Λόλα.
– «Greek Mussakas!» απάντησε αυτή, καταλαβαίνοντας ότι το σχέδιο της μάλλον επέτυχε.
– «Ώστε αυτός είναι ο διάσημος σε όλο τον κόσμο Greek Mussakas?» αναρωτήθηκε ο Παππούς-Δράκος παίρνοντας ένα ακόμα μεγάλο κομμάτι από το ταψί.
– «Aπό σήμερα τέρμα τα παιδάκια. Μόνο Greek Mussakas θα μου φτιάχνεις. Φρόντισε να μάθεις να το μαγειρεύεις γιατί, μου φαίνεται ότι θα φάω εσένα…» ξανάπε στη γυναίκα του τη Γιαγιά-Στρίγκλα που βλέποντας τον άντρα της τόσο πολύ θυμωμένο μαζί της, είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά για την τύχη της.
– «Ξέρω εγώ, άντρα μου, να μαγειρεύω τέτοια φαγητά…» ψέλλισε φοβισμένα.
– «Mην ανησυχείς Γιαγιά-Στρίγκλα» της είπε φιλικά η κυρία Λόλα. «Θα σου μάθω εγώ να φτιάχνεις τον καλύτερο Μουσακά για τον άντρα σου» πρόσθεσε.
Και έτσι έγινε.
Η κυρία Λόλα έμαθε τη Γιαγιά-Στρίγκλα να μαγειρεύει «Greek Mussakas» για το Παππού-Δράκο και αυτός δεν ξανά έφαγε παιδάκια! Μόνο Greek Mussakas έτρωγε, μέχρι που πέθανε από γηρατειά, ευχαριστημένος και χορτασμένος. (Μόνο η Γιαγιά-Στρίγκλα έζησε για πολλά – πολλά χρόνια ακόμα. Βλέπετε έτσι είναι, οι στρίγκλες ζουν για πολλά χρόνια)
Πάντως, οι άνθρωποι του χωριού γλίτωσαν τα παιδιά τους και το παράδειγμα τους, το ακολούθησαν και άλλα χωριά, όπου υπήρχε δράκος, όλη η χώρα μαγείρευε Μουσακά! …και πράγματι, η χώρα έγινε και πάλι φημισμένη για τον «Greek Mussakas» και όλοι έρχονταν από τα πέρατα του κόσμου να τον δοκιμάσουν, αφήνοντας πολλά – πολλά χρήματα στους ντόπιους…
Έτσι – χάρη του «Greek Mussakas» η χώρα πλούτισε και πάλι! …και η Οικονομική κρίση πήγε στο διάβολο και ακόμα παρά πέρα.
P.S.Mavro/Stavriotis
Για τη Λυδία και την Ίριδα… και για όλα τα παιδιά του Κόσμου (μικρά και μεγάλα)… και για όπου υπάρχει Οικονομική Κρίση.

Ο δικός μου «κυρ Βασίλης»…του P.S.Mavro

P.S.Mavro/Stavriotis
Zωγράφος – Συγγραφέας

Τώρα που είναι Πρωτοχρονιά, όπως και κάθε Πρωτοχρονιά, είναι συνήθεια (από τα αρχαία χρόνια), οι άνθρωποι να κάθονται γύρο στο τζάκι (ή από την ξύλοσόμπα τους) και να λένε (οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους) παλιές ιστορίες. Ιστορίες που μπορεί, όταν τις διηγούνται τις άλλες ημέρες του χρόνου, να μη μας συγκινούν πολύ… αλλά πάντα όταν ακούγονται τέτοιες εορταστικές ημέρες… ακουμπούν ΟΛΩΝ τις καρδιές.
Έτσι και εγώ, τώρα θα σας διηγηθώ την ιστορία του «κυρ Βασίλη».
Σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε κάθε γειτονιά και ρούγα, υπάρχει πάντα ένας «κυρ Βασίλης»! Ακόμα και αν δεν τον λένε «Βασίλη»… πάντα υπάρχει ένας «κυρ Βασίλης»! Σας ακούγεται λίγο παράξενο αυτό… αλλά είναι αλήθεια, παντού και πάντα υπάρχει ένας «κύριος Βασίλης»… ή για να ήμαστε πιο ακριβείς… παντού και πάντα μπορεί να υπάρξει ένας «κυρ Βασίλης»!
Τώρα, θα σας παρακαλέσω να κάνετε για λίγο ησυχία και να δώσετε προσοχή στην ιστορία που θα σας διηγηθώ… Θα σας μιλήσω για το δικό μου «κυρ Βασίλη».

Santa-reindeer-blog

Και ο δικός μου «κυρ Βασίλης», όπως άλλωστε όλοι οι «κυρ Βασίληδες», κάποτε ήταν μικρό παιδί σαν και εσάς. Bέβαια αυτό συνέβενε πριν πολλά – πολλά χρόνια…
Αυτός ο «κυρ Βασίλης», όταν ήταν παιδί, δεν πίστευε καθόλου στο συνονόματό του… Ξέρετε ποιόν εννοώ… Το γνωστό μας τον «Aϊ Βασίλη».
Όταν άκουγε τους συνομηλίκους του να μιλούν για τον «Aϊ Βασίλη», αυτός κρυφογελούσε και μάλιστα, θεωρούσε τουλάχιστον ανόητους, όσους πίστευαν ότι υπάρχει «Άγιος» που φέρνει δώρα στα παιδιά. Και όταν κάποιος μεγαλύτερος τον ρωτούσε… «Τι θέλεις Bασιλάκη να σου φέρει ο Aϊ Βασίλης την Πρωτοχρονιά?» …αυτός εκνευρίζονταν, γιατί καταλάβαινε πως του έλεγαν ψέματα για την ύπαρξη ενός τέτοιου «Αγίου».
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» γνώριζε ότι, όλα τα δώρα την Πρωτοχρονιά, τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά τους, ή κάποιοι κοντινοί συγγενείς.
Γι’ αυτόν, δεν υπήρχαν εκκεντρικοί χοντροί άγιοι, ντυμένοι στα κόκκινα, με λευκές γενειάδες… ούτε έλκηθρα, ούτε τάρανδοι. Ήξερε πολύ καλά ότι, στα κεραμίδια των σπιτιών και στις καπνοδόχους, δεν ανέβαινε κανείς το χειμώνα, με τέτοιο κρύο… ούτε καν οι κεραμιδόγατοι. Aλλά δεν έλεγε και πολλά γιατί όλοι οι συνομήλικοι του… (είτε από αφέλεια, είτε από σκοπιμότητα) …πίστευαν στον «άγιο των δώρων». Δεν ήθελε λοιπόν, να τους χαλάσει το όνειρο.
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» μας, μπορεί να μην πίστευε στην ύπαρξη του «Aϊ Βασίλη»… όμως ήταν παιδί με ευαισθησίες και με καλή καρδιά.
Αυτός ήταν τυχερός, γιατί… (ξέχασα να σας το πω) …ο πατέρας του ήταν κάτι σαν… Δήμαρχος στο χωριό… και σαν «κεφαλή» που ήταν, είχε έναν πολύ καλό μισθό, πρόσφερε τα πάντα στην οικογένεια του …και φυσικά ποτέ δεν έλειπαν από τον «μικρό κυρ Βασίλη» τα δώρα. Κάθε Πρωτοχρονιά (και όχι μόνο) ο πατέρας του, του χάριζε ένα σορό παιχνίδια… και ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά από που έρχονταν όλα αυτά.
Τέρμα λοιπόν, τα παραμύθια για τον «άγιο των δώρων»
Όπως είπαμε όμως, ο «μικρός κυρ Βασίλης» είχε καλή καρδιά… και ήξερε πολύ καλά πως… όλοι οι συνομήλικοι του δεν ήταν το ίδιο τυχεροί με αυτόν. Κάποιοι μάλιστα (και δεν ήταν λίγοι αυτοί) περνούσαν στο σπίτι τους πολύ φτωχικά… και γνώριζε πως έρχονταν ημέρες που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Σε αυτά τα παιδιά οι φτωχοί γονείς τους φυσικά, δεν μπορούσαν να αγοράσουν δώρα… πολύ περισσότερο, κανένας ασπρογένης κόκκινοντυμένος «Aϊ Βασίλης» δεν τα θυμόταν.
Παρ’ όλα αυτά, πάντα τα φτωχά παιδιά, (όπως όλα τα φτωχά παιδιά του κόσμου), πίστευαν (άδικα) και ήλπιζαν (μάταια) πως… ο «άγιος των δώρων», αυτή τη φορά θα τα θυμόταν και αυτά… και πως θα τα επισκέπτονταν, φέρνοντας τους κάτι όμορφο…
Αυτή η αδικία στενοχωρούσε πολύ το «μικρό κυρ Βασίλη».
Από τι μία, αυτός είχε τόσα πολλά παιχνίδια… αλλά δεν πίστευε καθόλου – μα καθόλου στην ύπαρξη του «Αγίου των δώρων»… και από την άλλη, οι φίλοι του – τα φτωχά παιδιά του χωριού – πάρ’ όλο που πίστευαν στο Aϊ Βασίλη …σχεδόν ποτέ τους δεν έπαιρναν δώρα.
Kάποια Πρωτοχρονιά λοιπόν, κάτι του πέρασε από το μυαλό. Yπήρχαν τόσα παιχνίδια στο πατάρι του! Δε θα ήταν άσχημη ιδέα να μοιράσει μερικά από αυτά! Πίρε γρήγορα την απόφασή του. Θα χάριζε, στα φτωχά παιδιά του χωριού, μερικά από τα παιχνίδια του!
Nωρίς την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ανέβηκε στο πατάρι του και ξεχώρισε μερικά παιχνίδια, που από καιρό βρίσκονταν ξεχασμένα εκεί. Ανάμεσα σε αυτά … και ένα πανέμορφο μικρό, σκαλισμένο σε ξύλο, αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Ήταν τόσο όμορφο που, για κάποια στιγμή, σκέφτηκε αυτό να μην το χαρίσει… όμως η καλή του καρδιά, του είπε ότι… δεν είναι σωστό να κρατά για τον εαυτό του τα καλά παιχνίδια… και να χαρίζει μόνο αυτά που δεν του αρέσουν… Έτσι λοιπόν πίρε και το όμορφο ξύλινο κίτρινο αλογάκι, μαζί με τα άλλα παιχνίδια που διάλεξε και τα έβαλε σε ένα κόκκινο σακούλι που βρήκε παρά πεταμένο… Μια χαρά έκανε αυτό το σακούλι για τη δουλειά που το χρειάζονταν.
MerryOldSanta
Το βράδυ, μετά το εορταστικό δείπνο, φίλησε τους γονείς του και τους είπε ότι θα ήθελε να πάει να κοιμηθεί νωρίς. Περίμενε στο δωμάτιο του και όταν μετά από ώρα κατάλαβε πως και οι γονείς του κοιμήθηκαν… αυτός πήδηξε, με το σακούλι του, από το παράθυρό του, έξω. Eυτυχώς η ώρα ήταν προχωρημένη και έκανε τόσο κρύο…  που ακόμα και τα σκυλιά του χωριού δεν είχαν καμία διάθεση να βγουν από την τρύπα τους για να το γαυγίσουν. Ο «μικρός κυρ Bασίλης» έφτασε έξω από το πρώτο σπίτι, όπου έμενε το πιο φτωχό παιδί του χωριού… Γλίστρησε σαν σκιά και στάθηκε εμπρός στην ξύλινη πόρτα, έχωσε το χέρι του στο κόκκινο σακούλι, έβγαλε το μικρό σκαλιστό κίτρινο αλογάκι και το ακούμπησε στο σκαλοπάτι… ύστερα, κτύπησε με δύναμη το μάνταλο και προτού οι αγουροξυπνημένοι ένοικοι ανοίξουν… εξαφανίσθηκε τρέχοντας!
Αυτό το έκανε μερικές φορές ακόμα, σε διαφορετικά σπίτια… και όταν ο σάκος του άδειασε από τα δώρα που είχε διαλέξει για να μοιράσει… γύρισε ήσυχα στο σπίτι του. Eυτυχώς κανείς από τους γονείς του δεν κατάλαβε τίποτα από τη βραδινή εξόρμησή του!
Η άλλη ημέρα στο χωριό ήταν κάπως διαφορετική από τις προηγούμενες.
Οι φτωχοί χωριανοί χαιρετούσαν ο ένας τον άλλων, αντάλλαζαν ευχές και αλληλοκοιτάζονταν με κάποια απορία… Τα φτωχά παιδιά ήταν ιδιαίτερα χαρούμενα… και όλοι (οι καθώς πρέπει νοικοκύρηδες) παραξενεύονταν να τα βλέπουν να επιδεικνύουν τα δώρα, που έλεγαν… ότι τους έφερε ο Aϊ Βασίλης!!!
Μάλιστα, όσο περνούσε η ημέρα άρχισαν και συζητήσεις…  ακούγονταν αφηγήσεις και γίνονταν και περιγραφές για το παράδοξο που είχε συμβεί στο χωριό τους. Το περίεργο είναι ότι, όλοι όσοι δέχτηκαν «επίσκεψη» από τον «άγιο των δώρων» στο σπίτι τους… συμφωνούσαν! Όλοι τους μιλούσαν για έναν ψιλό, παχουλό, ασπρογένη, καλόκαρδο γέροντα, που έκανε πολλά χαρωπά «χωπ – χωπ – χωπ»… που κρατούσε στους ώμους του ένα μεγάλο κόκκινο σακούλι γεμάτο με δώρα… και που οδηγούσε ένα ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν τάρανδοι. Aυτός ο κόκκινοντυμένος ροδαλός χοντρούλης, σταμάτησε (όπως αφηγούνταν) στην αυλή τους, ‘άφησε τα δώρα του, κτύπησε την πόρτα και …εξαφανίσθηκε! Όμως (και εδώ είναι το περίεργο) όλοι όταν άνοιξαν την πόρτα τους… πρόλαβαν και τον είδαν! …και όλοι βεβαίωναν ότι είδαν ακριβός την ίδια φιγούρα που περιέγραφαν!
Φυσικά, ο «μικρός κυρ Βασίλης» πολύ ευχαριστήθηκε με όλα αυτά.
Διασκέδασε… αλλά και καμάρωσε που ήταν υπαίτιος για να λέγονται αυτές η ιστορίες! Ένιωσε ευτυχισμένος γιατί μοιράσθηκε με τους φτωχούς συνομήλικους του, τα παιχνίδια του! Μια απεριόριστη ικανοποίηση τον πλημμύρησε όταν είδε τα «δώρα» του, στα χέρια των φίλων του! Τα φτωχά παιδιά του χωριού ήταν ίσος για πρώτη φορά, (τόσο μα τόσο) ευτυχισμένα, γιατί επιτέλους (όπως πίστευαν) τα θυμήθηκε και αυτά ο «άγιος των παιχνιδιών»!
 …
 Και την επόμενη χρονιά ο «μικρός κυρ Βασίλης» εφάρμοσε το ίδιο σχέδιο… μόνο που το προγραμμάτισε καλλίτερα. Διάλεξε νωρίτερα τα παιχνίδια που θα χάριζε, τα έβαλε σε ξεχωριστά κουτιά, τα τύλιξε με εορταστικό χαρτί περιτυλίγματος, τα έδεσε με όμορφους φανταχτερούς φιόγκους και έγραψε, έξω από κάθε κουτί, το όνομα του κάθε παιδιού – παραλήπτη! Και πάλι τα μοίρασε κρυφά. …και πάλι την επόμενη ημέρα οι φτωχοί συχωριανοί του έλεγαν παρόμοιες ιστορίες, για την επίσκεψη που δέχτηκαν από τον ίδιο καλοκάγαθο κόκκινο ντυμένο χοντρομπαλά «άγιο των δώρων»!
Και την επόμενη χρονιά, πάλι ο «μικρός κυρ Βασίλης» έκαμε το ίδιο… Και την επόμενη…. Και την επόμενη… Και πάντα ένιωθε την ίδια ικανοποίηση και έπαιρνε πάντα την ίδια χαρά! Ο φίλος μας είχε βρει το νόημα της ζωής του. Ένιωθε πως, ο λόγος που είχε έρθει σε αυτό το κόσμο, ήταν για να προσφέρει χαρά στα παιδιά!
Αυτή η γιορταστική μυστική αποστολή, που οικιοθελώς είχε αποδεχτεί, του διαμόρφωσε κατάλληλα σταδιακά και τον χαρακτήρα του. Ο «μικρός κυρ Βασίλης», χρόνο με το χρόνο, συνειδητοποιούσε ότι, εκτός από παιχνίδια… είχε και άλλα πράγματα να μοιρασθεί με τους συχωριανούς του! Έτσι, πάντα εύρισκε τρόπο να μοιράζει (π.χ) τα ρούχα που του περίσσευαν, σε αυτούς που δεν είχαν να ντυθούν… να μοιράσει τα βιβλία του, σε όσους που δεν είχαν να αγοράσουν… να μοιράσει τα φρούτα που του περίσσευαν, από τα δέντρα του κήπου του… Ο «μικρός κυρ Βασίλης», έδινε κάθε τί, που αυτός είχε σε αφθονία… και η άλλοι δεν είχαν.
Πρωτοχρονιά με Πρωτοχρονιά, τα χρόνια περνούσαν και ο «μικρός κυρ Βασίλης»… όπως είναι φυσικό, κάποια στιγμή έπαυσε να είναι «μικρός». Έγινε νεαρός… και μετά, πραγματικός άντρας… και μετά έγινε ώριμος μεσήλικας.
Ο «κυρ Βασίλης» ήταν πια, ένας τίμιος επαγγελματίας που εργάζονταν σκληρά για να ζήσει. Από τα χρήματα που κέρδιζε με τη δουλειά του, πάντα ένα ποσό το έβαζε στην άκρη και το προόριζε για αγορά παιχνιδιών, που τα μοίραζε πάντα (τώρα πια…) σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του χωριού… Aλλά πάντα κρυφά, όπως και την πρώτη φορά, την Παραμονή κάθε Πρωτοχρονιάς!
…Και ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος με την «μυστική αποστολή» του!
…Και ας μην πίστευε ο ίδιος, ότι υπάρχει «Aϊ Βασίλης»!
Μάλιστα είχε πληροφορηθεί, από τα ιερά βιβλία μας, ότι ο δικός μας «Άγιος Bασίλειος» ήταν πραγματικά ένας σεβάσμιος φιλάνθρωπος ιεράρχης, που πριν από πολλά πολλά χρόνια είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να βοηθά τους φτωχούς… κτίζοντας νοσοκομεία γηροκομεία και ένα σορό άλλα ιδρύματα… Γνώριζε πως, αυτός ο πραγματικά δικός μας Άγιος Bασίλειος καμία σχέση δεν είχε με τον ξενόφερτο χοντρομπαλά «άγιο» που ξεπήδησε (σαν σχεδίασμα) μέσα από την διαφήμιση ενός πολύ γνωστού αναψυκτικού. Αλλά τί σημασία είχε πια. Ο «άγιος Nικόλαος» τον Καθολικών, ο άγιος Bασίλειος των Ορθοδόξων και ο «άγιος» των… αναψυκτικών… με το πέρασμα των χρόνων, είχαν γίνει ένα… και είχε αγαπηθεί από όλα τα παιδιά του κόσμου… σαν «άγιος» των δώρων και των παιχνιδιών! «Άλλοι καιροί, άλλα πουλιά, άλλα τραγούδια»!
Ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια…) «κυρ Βασίλης», δεν έκανε ποτέ οικογένεια και δεν απέκτησε ποτέ δικά του παιδιά… γιατί δεν είχε χρόνο για τον εαυτό του… Τώρα πια, τον είχαν πάρει και τα χρόνια… και ήταν χρόνια δύσκολα… γιατί μια «οικονομική κρίση»… εμφανίσθηκε και έκανε τους πιο πολλούς ανθρώπους να χάσουν την δουλειά τους. Οι φτωχοί έγιναν ακόμα πιο φτωχοί… και ακόμα πιο πολλοί. Πρωτοχρονιά με την Πρωτοχρονιά τα φτωχά παιδιά του χωριού, πλήθαιναν… και ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια…) κυρ Βασίλης» μας, (που σημειώτεον, λόγο της οικονομικής κρίσης, γίνονταν και αυτός ολοένα και φτωχότερος) έπρεπε να βρει ακόμα περισσότερα δώρα…  και πιστέψτε με, τα έβρισκε πια, πολύ δύσκολα… αλλά αυτός πάντα εύρισκε χρήματα, από το υστέρημα του, τώρα πια και εξασφάλιζε τα δώρα που έπρεπε να μοιράσει κρυφά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Santa-reindeer-blog
Σαν αποτέλεσμα της «οικονομικής κρίσης» που όλο και μεγάλωνε, ο «κυρ Βασίλης» έχασε τελικά και τη δουλειά του… αναγκάσθηκε να πουλήσει το κήπο του, τις ελιές του… ακόμα και το πατρικό του σπίτι πούλησε προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα Πρωτοχρονιάτικα δώρα για τα φτωχά παιδιά του χωριού…
Ο φίλος μας, ήταν πια, παν φτωχός, ηλικιωμένος και άρρωστος.
Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα, ο «κυρ Βασίλης» μας, έγινε τόσο φτωχός που… δεν είχε χρήματα ούτε στο γιατρό να πάει ούτε τα απαραίτητα φάρμακα του να αγοράσει…(μια και ήταν άνεργος και ανασφάλιστος…)
Αυτή τη παραμονή, ο «κυρ Βασίλης» μας, κάθονταν, ανήμπορος να σηκωθεί, στη γωνία μιας μικρής αποθήκης που είχε πια για σπίτι… τουρτούριζε μέσα στο κρύο και την υγρασία, χωρίς φωτιά και χωρίς φαγητό… Ήταν πολύ στενοχωρημένος, όχι, γιατί αυτός είχε καταντήσει τόσο φτωχός… αλλά γιατί, μετά από πολλά πολλά χρόνια… δεν είχε τίποτα να χαρίσει στα φτωχά παιδιά του χωριού… Και ήταν και αυτός ο βήχας και αυτός ο πυρετός που τον ταλαιπωρούσε… «Δε θα έρθει ο Aϊ Βασίλης απόψε στο χωριό μας»… έλεγε και ξανά έλεγε και τα δόντια του έτριζαν καθώς έτρεμε από το κρύο. «Aχ, να ήταν αλήθεια και να υπήρχε ο άγιος των δώρων και των παιχνιδιών»… συνέχισε και έβυξε άσχημα… «και τί, δε θα έδινα για να ήταν αληθινός» …σιγοψιθύρισε άπνοα πια.
Η νύχτα της Παραμονής πέρασε χωρίς κανείς να κτυπήσει την πόρτα των σπιτιών του χωριού… Η επόμενη ημέρα, η Πρώτη του Νέου Χρόνου χάραξε και νοικοκύρηδες σηκώθηκαν γεμάτοι περιέργεια και άνοιξαν την πόρτα τους… και… Ώ, τι θαύμα! Εκεί, στο σκαλοπάτι του κάθε σπιτιού, βρίσκονταν από ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με όμορφο εορταστικό περιτυλίγματα… και στολισμένο το κάθε ένα με ένα φανταχτερό φιόγκο! Τα παιδιά ξύπνησαν και αυτά …και με χαρούμενε φωνές άνοιξαν το καθένα το κουτί του. Τι χαρά που ένιωσαν… τρενάκια, κουκλίτσες, μπάλες, κιθάρες, ταμπούρλα, βιβλία, επιτραπέζια ηλεκτρονικά… αλλά και γλυκά… κουραμπιέδες, δίπλες, μελομακάρονα… Ακόμα και όμορφα ρούχα  για τους μεγάλους υπήρχαν μέσα στα κουτιά… τί φορέματα για τις νοικοκυρές, τί κοσμήματα και αρώματα για τις κοπέλες, τί καπέλα, τι ρολόγια και τί όμορφα στολισμένα μπαστούνια για τους άντρες του κάθε σπιτιού… για όλους υπήρχε μέσα στο κουτί από κάτι! Αυτοί τη χρονιά, τα δώρα που έλαβαν όλοι, από τον Aϊ Βασίλη ήταν περισσότερα και ομορφότερα και ακριβότερα από κάθε χρονιά… Μόνο… που… αυτή τη φορά το Άγιο δεν τον είδε κανένας τους… και αυτό είναι αλήθεια πως τους φάνηκε πολύ περίεργο… όμως μέσα στην πολύ χαρά τους, δεν έδωσαν και τόση σημασία…
Η πρώτη ημέρα του χρόνου στο χωριό (αν και πολύ κρύα) κύλισε ευχάριστα…Όλοι (φτωχοί και λιγότερο φτωχοί) ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα δώρα που έλαβαν. Είχαν αποκτήσει ξανά τη χαμένη αισιοδοξία τους και έδειχνα να πιστεύουν πως ο Νέος χρόνος θα ήταν καλλίτερος από το παλιό. Το απόγευμα μάλιστα άρχισαν και τις επισκέψεις… πήγαιναν από εδώ… πήγαιναν από εκεί… και αντάλλασσαν ευχές και φυσικά πρώτα από όλα τα παιδιά του χωριού… παρ’ όλο το κρύο, με τα καινούρια παιχνίδια στο χέρια τους, το διασκέδαζαν αφάνταστα στους δρόμους του χωριού!
Aργά, λίγο προτού φύγει η πρώτη ημέρα και προτού έρθει η πρώτη νύχτα του νέου χρόνου… μια παρέα χωριανών στάθηκαν έξω από την αποθήκη όπου έμενε, τον τελευταίο καιρό, ο «κυρ Βασίλης»… τότε συνειδητοποίησαν ότι τον «κυρ Βασίλη» είχαν μέρες να τον δουν να περπατά στους δρόμους… ήξεραν ότι ήταν άρρωστο και όμως μέσα στη φασαρία των ημερών των είχαν ξεχάσει. Πλησιάζοντας στην πόρτα της αποθήκης διέκρινα ένα εορταστικό κουτί… «Mπα έκανε δώρο και στον κυρ Βασίλη ο Άγιος?» …αναρωτήθηκαν και έσκυψαν να το σηκώσουν. Φώναξαν το όνομα του φίλου μας… μα, απόκριση δεν πήραν. Έσπρωξαν την πόρτα της αποθήκης και μπήκαν στο στο εσωτερικό της …στο μισοσκόταδο διέκρινα ξαπλωμένο τον «κυρ Βασίλη». Είχε τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμόταν, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα τεράστιο χαμόγελο στόλιζε το γαλήνιο πρόσωπο του. …ένα τριμμένο άδειο κόκκινο σακούλι βρίσκονταν διπλωμένο και ακουμπισμένο προσεκτικά δίπλα του…
Ο κυρ Βασίλης είχε φύγει.
Kάποιος άνοιξε το εορταστικό κουτί και έβγαλε από μέσα το Πρωτοχρονιάτικο δώρο που προφανώς του είχε αφήσει ο «άγιος των παιχνιδιών»… Ήταν ένα πανέμορφο μικρό, σκαλιστό ξύλινο αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Το ξύλινο αλογάκι έλαμπε μυστηριακά καθώς το φώτιζε το λιγοστό φως του δειλινού, που έμπαινε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Οι χωριανοί ακούμπησαν το ξύλινο κίτρινο αλογάκι στο στήθος του «κυρ Βασίλη» και σταυροκοπήθηκα, φεύγοντας για να πράξουν τα δέοντα.
Πιστέψτε με.
Δεν ήθελα να σας στεναχωρήσω, αλλά, να… δεν έβρισκα καλλίτερο τρόπο για να σας πω ότι, Τελικά υπάρχει ο άγιος των φτωχών, ο άγιος των δώρων, των παιχνιδιών και των παιδιών! Yπάρχει ο Aϊ Bασίλης! …και θα συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν τον πιστεύουμε… Θα υπάρχει για πάντα… όσο υπάρχουν «στις πόλης τα χωριά και τις γειτονιές μας «κυρ Βασίληδες»… σαν αυτόν που μόλις σας διηγήθηκα την ιστορία του… όποιο όνομα και να έχουν αυτοί! Όλοι μας μπορούμε να είμαστε, για τους άλλους, «Aϊ Bασίληδες»! ΌΛΟΙ μας!
Εσείς τί λέτε? Υπάρχει ο Aϊ Βασίλης?
P.S.Mavro/Stavriotis
Zωγράφος – Συγγραφέας