Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΣΑΠΙΩΝ by family films

«Η Επέλαση Των Σάπιων» είναι μια stop motion ερασιτεχνική ταινία με lego που δημιουργήθηκε με μια φωτογραφική μηχανή και το movie maker από τη family films και από το χέρι του Γιώργου Σάπιου το 2008. Συμμετείχαν στα φωνητικά ο Γιάννης, η Σούλα, η Ελένη και ο Γιώργος. Όσο αφορά την τεχνική της, η ταινία γυρίστηκε με πολλές-πολλές φωτογραφίες και όχι με συνεχή λήψη για όσους ξέρουν. Η ταινία είναι από τους δημιουργούς του «Αίμα Για Τον Σατανά»

Το σενάριο έχει να κάνει με το τέλος του κόσμου. Μετά το τέλος κάποιοι έχουν επιβιώσει και ζουν με τον φόβο των σάπιων. Οι σάπιοι είναι οι ζωντανοί νεκροί οπού με τα πλαστικά τους δόντια, ζητούν να φάνε πλαστική σάρκα η ιστορία μας διαδραματίζεται σε ένα καταφύγιο όπου δέχεται αιματηρή επίθεση από τους σάπιους.

*Για περισότερη family films μπείτε εδώ

*δείτε ακόμα watercraft & thodorabo

Ursu’s jokes #2

Περπατάει το 4 στο δρόμο και συναντάει το 9. Και λέει το 4 στο 9 «για σου 5». Και απαντάει το 9, «αφού δεν είμαι το 5, είμαι το 9». Και τότε λέει το 4, «συγγνώμη αφαιρέθηκα.»

Πάει το σάντουιτς για ποτό. Μπαίνει πρώτα το ψωμί και κάθετε σε ένα σκαμπό. Πάει μετά το τυρί κάθετε σε ένα άλλο σκαμπό, πάει και το μπέικον κάθετε σε ένα άλλο. Μπαίνει η ντομάτα και κάθετε στο δίπλα σκαμπό και το μαρούλι κάθετε στο παραδίπλα σκαμπό. Πάει ο μπάρμαν να πάρει παραγγελία και λέει. «Τι έγινε σάντουιτς? Πάλι κομμάτια ήρθες?»

Πάει ένας να πιει σε ένα μπαρ μια μπύρα. Παραγγέλνει και πριν προλάβει να την πιει μπαίνει ένα λαχανιασμένος και φωνάζει, «έρχεται ο μαύρος ιππότης!!!»  Τρέχουν όλοι πανικόβλητοι και βγαίνουν έξω. Ο τύπος που έπινε τη μπύρα του απόρησε μέχρι που τον άρπαξε ένας και του λέει, «τρέξε, έρχεται ο μαύρος ιππότης και θα μας γαμήσει.» Τον αρπάζει και βγαίνουν τρέχοντας. Την  επόμενη, μπαίνει στο μπαρ παραγγέλνει και πριν προλάβει να του φέρει τη μπύρα μπαίνει πάλι ένας και φωνάζει «έρχεται ο μαύρος ιππότης και θα μας γαμήσει.» Πανικός  πάλι. Τον αρπάζουν και αυτόν και φεύγουν όλοι. Την Τρίτη μέρα το πείρε απόφαση να μείνει και να δει τον μαύρο ιππότη. Μπαίνει λοιπόν αποφασισμένος και αρχίζει να πίνει την μπύρα του. Μπαίνει ο λαχανιασμένος και ουρλιάζει, «έρχεται ο μαύρος ιππότης και θα μας γαμήσει όλους!!!»  Βγαίνουν όλοι τρομαγμένοι αλλά αυτός έμεινε μέσα και συνέχισε να πίνει τη μπύρα του. Σε μισό λεπτό η πόρτα ανοίγει. Εμφανίζεται ένας τύπος με μαύρες μπότες, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, μαύρο πουκάμισο, μαύρο καπέλο και περπατάει προς τον δικό μας και του λέει, «πάρε μου μια πίπα!» Εκείνος σκέφτεται «φτηνά θα τη γλιτώσω με μια πίπα» και δέχεται. Αφού τελείωσε ο τύπος με τα μαύρα του λέει, «πάμε να φύγουμε τώρα γιατί θα ‘ρθει ο μαύρος ιππότης και θα μας γαμήσει!!!»

*διαβάστε άλλα τρία εδώ

ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΙΟΣ ΤΑ ΤΣΕΠΩΝΕΙ;

Φόρος στα ποτά – φόρος στα τσιγάρα – φόρος στη βενζίνη – φόρος στη ζωή μας, στην αναπνοή μας… Πληρώνουμε και δεν μιλάμε και πληρώνουμε πάνω στα προς πληρωμή τα extra πληρωτέα και μετά όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις ξεπουλιούνται σε ιδιώτες.

Τελικά που πάνε όλα αυτά? Και μην μου πείτε ότι τρώτε το παραμύθι για την ευημερία της χώρας. Μια χώρα ευημερεί όταν ευημερούν οι πολίτες της, έτσι δεν είναι? Και μάλλον οι Έλληνες δεν ευημερούν – έχουν αρχίσει να ζουν για να δουλεύουν και να χαίρονται όταν απολαμβάνουν τα αυτονόητα. Σαν να εξισωνόμαστε με τα της Ευρώπης – σαν να χάνουμε αυτήν την διαφορετικότητα αυτήν που λένε οι ξένοι – Ελλάδα – Ελληνική κουλτούρα.

Όλα τελικά είναι κύκλος – τα πράγματα ανακυκλώνονται σύμφωνα με τις εκάστοτε συνθήκες και οι ιδέες επιβάλλονται έμμεσα χωρίς κανείς να το καταλαβαίνει.

Τελικά ποιος είναι πίσω απ’ όλα αυτά? Γιατί δεν μπορεί, κάποιος πρέπει να τα τσεπώνει. Όλα είναι τόσο στρωτά σχεδιασμένα – τόσο ομοιόμορφα και τόσο περιοδικά. Ίσως να’ ναι τα Νεφελίμ του Λιακόπουλου ίσως να’ ναι…μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ, απλά θα αναρωτιόμαστε εικάζοντας

–        όσοι έχουν απομείνει να αναρωτιούνται τελικά…

OTTO

*περισσότερα από τον Οtto εδώ

«Κράτος α-δικαίου» …της Ελένης

Εκεί που νόμιζα ότι είχε στρώσει το πράγμα και θα μπορούσα κάπου, κάπως, κάποτε να κάνω δουλειά δική μου και να μείνω μόνη μου, ήρθε το πρώτο σμπάρο… ο μισθός μου μειώθηκε νομίμως από το ίδιο το ελληνικό μπουρδέλο- αχ, συγνώμη, κράτος εννοώ!! Στην αρχή δεν το πήρα και τόσο στραβά, άντε μείον τριάντα ή σαράντα ευρώ, την παλεύεις κάπως. Ύστερα άκουσα το δεύτερο σμπάρο, το οποίο με πήρε και στον κώλο: μειώθηκαν οι ώρες εργασίας. Έτρεχα και δεν έφτανα, που λένε και στο χωριό μου!!! Άντε, λέω πάλι, θα στριμωχτώ αυτή τη χρονιά, θα σφίξω (κι άλλο) το ζωνάρι και θα πορευτώ. Αρχ**ια!!!!

Ήρθαν τα τέλη κυκλοφορίας για μηχανή κι αυτοκίνητο. Τα δικά μου ήταν σε λογικά πλαίσια αν κι είχαν την μικροαυξησούλα τους..του πατέρα μου όμως ήταν τρεχάτε χριστιανοί εκάηκε ο κώλος μας!!! Άγιε μου Σπυρίδωνα!!! 357 ευρώ για το σάπιο ρώσικο τουτού μας! Έρχεται κι άλλο σμπάρο: οι ασφάλειες. Η εταιρεία που ήμασταν ασφαλισμένοι φουντάρισε κι έπρεπε να βγάλουμε αλλού. Επί δύο πληρώσαμε φέτος τις ασφάλειες για τα «υπερπολυτελή» κάρα μας…. Η οικογένεια ξεπαραδιάστηκε φέτος!! Βρε μήπως να πουλήσω το σπίτι μου, να βγω στο κλαρί και να μείνω σε σκηνή προκειμένου να μην πληρώνω τους ηλίθιους φόρους τους;;;; έλεος!!! Με φρίκη διαπιστώνω ότι αυτά που έφτιαξε ο πατέρας μου πεθαίνοντας στη δουλειά, δεν θα μπορώ ούτε να τα συντηρήσω.. Γιατί να πληρώσω κύριε φόρους κληρονομιάς και τις σχετικές παπαριές;; Μαζί το χτίσαμε το οίκημα;; δικό μου δεν είναι;;; άμα γουστάρω το κατεδαφίζω ή το καίω!!!

Αυτό το σύστημα μου θυμίζει νταβαντζήδες και πουτάνες. Η πουτάνα δουλεύει κι έρχεται ο άχρηστος μαλάκας και του τα σκάει, γιατί και καλά την προστατεύει… Έτσι κι εμείς είμαστε. Οι πουτανίτσες του κράτους, που και καλά μας παρέχει προστασία από τα πάντα. Μας πηδάνε, μας ρωτάνε αν είμαστε το πουτανάκι τους κι αντί να μας πληρώνουν μας τα παίρνουν και τίποτα δεν δίνουν..

Το νταβατζιλίκι του κράτους μας δεν έχει όρια. Πήγα να βγάλω βιβλιάριο ασθενείας στο λατρεμένο Ίδρυμα Καταραμένων Ανθρώπων, βλ. ΙΚΑ. Το μόνο που δεν μου ζήτησαν ήταν να τους κάτσω!!! Όλα τα άλλα τα ζήτησαν!!! Δουλεύω 3 χρόνια με ένσημα κύριε, που τώρα φτάνουν για να βγάλω βιβλιάριο στο ταμείο σας κι εσείς ψάχνετε τρόπο να μην με ασφαλίσετε!!! Γιατι;; όταν 3 χρόνια δεν μπορούσα να πάω σε γιατρό και σας πλήρωνα ήταν καλά;;; τώρα που ζητάω κι απαιτώ αυτά που έχω πληρώσει πρέπει να με τζάσετε;;

Έχω φτάσει σε σημείο να πιστεύω ακράδαντα ότι εμείς και μόνο εμείς φταίμε για την κατάντια μας. Μας έχουν κάνει πολύ επιτυχημένη πλύση εγκεφάλου και πιστεύουμε πως έχουμε ανάγκη αυτά τα καθίκια. Το αντίθετο συμβαίνει: αυτοί μας έχουν ανάγκη. Εμείς όμως, όπως όλα τα πρόβατα, υπακούμε στη ράβδο του βοσκού και δεν συνειδητοποιούμε ότι αν όλοι μαζί γυρίσουμε και κάνουμε ντου, θα ποδοπατήσουμε το βοσκό. Εσείς κι εγώ φταίμε για την κατάντια μας. Αυτοί βρίσκουν μαλάκες και τα κάνουν. Λοιπόν, καλή φορολόγηση παιδιά! Εύχομαι του χρόνου να μπορώ να αγοράσω ψωμί και νερό, γιατί με την εξίσωση του ΦΠΑ και τη μείωση του μισθού μου, πολύ αμφιβάλλω. Αντίο σας λατρεμένα προβατάκια μου!!

Ελένη

Διαβάστε ακόμα από την Ελένη το «τουαλέτας ανάγνωσμα» , «Ιός» & τα παραμύθια της

Το χωριό των ζωντανών νεκρών

Κεφάλαιο ένα

αναμνήσεις

Το χωριό φαντάζει στοιχειωμένο τους Χειμώνες. Κάθε φορά που έρχομαι πάντα μου προκαλεί μια έντονη νοσταλγία. Πάντα ήθελα να το θυμάμαι Καλοκαίρι και όχι από τα καινούρια καλοκαίρια, αλλά από εκείνα τα παλιά, που οι αναμνήσεις, σου θυμίζουν ταινία.

Το λεωφορείο σταμάτησε στη στάση. Ήταν μεσημέρι. Σηκώθηκα και καθώς κατέβαινα τα σκαλιά κοίταξα την εκκλησία απέναντι… ανεπηρέαστη στο χρόνο και στο θάνατο. Πήρα τα πράγματα μου. Δυο μεγάλους σάκους. Φαινόταν πολλά για τη μια βδομάδα που θα καθόμουν, αλλά για μένα ήταν λίγα για την δουλειά που είχα να κάνω. Βλέπεται είμαι ζωγράφος… έτσι θέλω να λέω τουλάχιστον.

Το λεωφορείο έφυγε και εγώ το κοίταξα να απομακρύνεται λες και περίμενα να με χαιρετήσει, ώσπου χάθηκε στη στροφή. Σήκωσα τα πράγματα μου και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Τα μάτια μου έπεσαν στην ταμπέλα που υπήρχε ακόμα στο παλιό καφενείο-παντοπωλείο… «το σταυροδρόμι» έγραφε. Θυμήθηκα τον καημένο τον Χαρίλαο που πέθανε πριν από δέκα χρόνια. Ήταν καλός θυμάμαι. Κανείς δε μου ‘πε κακιά κουβέντα για αυτόν. Η αδερφή του έμενε στο  σπιτάκι πίσω από τη στάση. Είχε τρελαθεί από έρωτα μου ‘παν, στα νιάτα της. Και εμείς ένα καλοκαίρι από εκείνα τα παλιά, την ακούσαμε βράδυ μετά τα μεσάνυχτα να τσακώνεται με τον εαυτό της. Μιλούσε με δύο διαφορετικές, τρομακτικές φωνές. Στο μυαλό μας τότε σκεφτόμασταν πως τσακωνόταν με κάτι το διαβολικό και τρομάξαμε. Τώρα τα δύο αδέρφια μιλάνε από εκεί που είναι και θυμούνται τα παλιά και τα γελάνε.

Λίγα μέτρα πιο κάτω και το καφενείο του Τσιρλάκη.  Από τη μία ήταν κάποτε το μαγαζί και από την άλλη μεριά του δρόμου είχε καρέκλες και τραπέζια κάτω από μία περγουλιά. Εκεί πήγαινε ο μπάρμπας μου ο Δημολέοντας, όπως μου τον είχε πει μια φορά ο κουρέας, και έπινε κάνα ποτηράκι πριν αρρωστήσει και πεθάνει. Πρέπει να πήγαινε και  ο πάππους μου εκεί αλλά πέθανε όταν ήμουν μικρός και δεν θυμάμαι ποιο καφενείο προτιμούσε. Πέρασα από το κουρείο «το σικ» και θυμήθηκα τον Τσιρλάκη που περνούσε από αυτόν το δρόμο με τις ξύλινες πατερίτσες του και τα δυο του γόνατα να λυγίζουν προς κάθε απίθανη κατεύθυνση. Έκανε μισή ώρα να πάει από το καφενείο στο σπίτι του και ας ήταν μόνο λίγα μέτρα μακριά. Δεν το έβαλε κάτω… μέχρι το τέλος. Η γυναίκα μου είχε στενοχωρηθεί πολύ όταν πέθανε ο Τσιρλάκης. Τον είχε συμπαθήσει και έλεγε τότε… «ο κακομοίρης ο Τσιρλάκης, γιατί να πεθάνει αυτός ο καλός γέρος? Γιατί?». Αλλά στο τέλος πέθαναν σχεδόν όλοι όσοι ήξερα από τους παλαιούς.

Το σπίτι με περίμενε πάντα μοναχό τα τελευταία χρόνια. Κάποτε έμπαινα μέσα και έβλεπα τη γιαγιά να με περιμένει στο ντιβάνι βλέποντας τηλεόραση με αναμμένη τη ξυλόσομπα. Ή πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ασυναίσθητα έκανα να πιάσω το κλειδί πίσω απ’ το ρολόι του ρεύματος, εκεί που μας το άφηνε η γιαγιά όταν πήγαινε στο χωράφι, αλλά δεν ήταν εκεί. Έβγαλα το κλειδί από την τσέπη μου και άνοιξα. Η τραπεζαρία ήταν πιο παγωμένη από τον αέρα έξω. Τη διέσχισα και άνοιξα την πόρτα της κουζίνας. Κοίταξα τη γιαγιά μου στη φωτογραφία. Κάποτε με το που έμπαινα εκείνη σηκωνόταν και με φιλούσε όλο χαρά και με ρώταγε αν έκοψα τα μαλλιά μου… Ζαλίστηκα και τα μάτια μου άρχισαν να θολώνουν… Έκατσα σε μια καρέκλα.

Όλα ερχόταν στο κεφάλι μου. Αναμνήσεις από παντού. Ο γιατρός είπε να μην σκέφτομαι το παρελθόν, να μην σκέφτομαι τις χαρούμενες μέρες γιατί θα γίνω χειρότερα και πρέπει να είχε δίκιο. Το ‘χα καταλάβει από παλιά. Οι αναμνήσεις των παλιών ημερών με τρέλαιναν άσχημα. Αλλά η μνήμη δεν λέει να ξεχάσει.

Πριν δύο χρόνια τέτοια εποχή ήμουν μέσα. Κάποια μορφή σχιζοφρένιας είπαν. Παλιά τις βάφτιζα κρίσεις πανικού και οι παραισθήσεις μου νόμιζα πως ήταν μηνύματα από τους άλλους… οι κρίσεις όμως επιδεινώθηκαν και τα βράδια μου είχαν γίνει μαρτύριο. Η γυναίκα μου με άφησε στον πρώτο μήνα της νοσηλείας μου. Δεν άντεξε την ντροπή και γύρισε πίσω στους γονείς της μαζί με το παιδί. Δεν τη κατηγορώ. Της είχα πει να φύγει από τον καιρό που κατάλαβα πως χειροτέρευα. Μιλάμε συχνά όμως στο τηλέφωνο και αν όλα πάνε καλά θα γυρίσει τον άλλο μήνα. Δοξάζω τον θεό που τα οικονομικά μας προβλήματα λύθηκαν από καιρό.

Παρόλα τα λεφτά που υπήρχαν, ήθελα το σπίτι της γιαγιάς να μείνει όπως ήταν. Βγήκα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Χαιρέτησα τη θεια τη Μαριγούλα που τάιζε τις κότες. Ανατρίχιασα γιατί είχα την εντύπωση πως είχε πεθάνει. Εκείνη με καλοδέχτηκε γιατί είχε να με δει καιρό πολύ. Με πληροφόρησε για τα τελευταία νέα και μετά συνέχισε τις δουλειές της. Εγώ πήγα για κατούρημα. Εννοείται πως η τουαλέτα ήταν εξωτερική. Δεν ήθελα να φτιάξω άλλη μέσα και ας γκρίνιαζε η γυναίκα μου. Ήθελα να μείνουν όπως είχαν όλα. Καθώς κατούραγα, χάζευα τους ατμούς να ανεβαίνουν στον κρύο αέρα της τουαλέτας. Η λεκάνη δίπλα ήταν γεμάτη με νερό. Απόρησα ποιος να την είχε γεμίσει. Γέμισα τον κουβά και τον άδειασα στη λεκάνη της τουαλέτας. Κάποτε είχαμε βάλει καζανάκι, αλλά η τεχνολογία σε αυτό το σπίτι δεν σήκωνε και χάλασε αμέσως. Για μπάνιο χρησιμοποιούσαμε μια λεκάνη και ένα κύπελλο. Νερό ζεσταίναμε στην κουζίνα. Δεν το θεωρούσα παράξενο γιατί έτσι μεγάλωσα. Πρώτη φορά που έκανα μπάνιο σε μπανιέρα ήμουν δέκα χρονών.

Γύρισα στην κουζίνα και άνοιξα τον ένα σάκο με τα σύνεργα τις ζωγραφικής. Έβγαλα από μέσα τα τελάρα και τα ακούμπησα στο τραπέζι. Έλπιζα να μου έφταναν οι λαδομπογιές. Στο χωριό δεν είχα μέσο να μετακινηθώ και δεν είχα και ιδέα που και σε ποιο χωριό θα έβρισκα χρώματα. Βλέπεται εδώ ερχόμουνα πάντα για να ζωγραφίσω. Το διαμέρισμα στην πόλη, όσες ανέσεις κι αν έχει, δεν με βοηθάει καθόλου.

Κάποτε μια φίλη μου είχε την ιδέα που μας έκανε αυτή τη στιγμή να ζούμε άνετα και χωρίς σκοτούρες για τα λεφτά. Σκέφτηκε λοιπόν να παριστάνει τη manager ενός καλλιτέχνη που κανείς  δεν θα έβλεπε ποτέ γιατί θα ήταν ένας σχιζοφρενής που θα ζούσε απομονωμένος και το μόνο που θα έκανε, ήταν να ζωγραφίζει. Η φίλη μου θα παρίστανε κάποια παλιά ερωμένη του, που τον βοηθάει να ζει πουλώντας τους πίνακες του και εγώ θα έκανα τον τρελό καλλιτέχνη. Ειρωνεία ε? Μεγάλη. Η ιδέα αυτή όταν έγινε πράξη μας έφερε απρόσμενα κέρδη τα τελευταία δέκα χρόνια, αλλά η ταυτότητα μου πρέπει να μείνει κρυφή γιατί αλλιώς θα μας κυνηγάνε…

Στον δεύτερο σάκο είχα μερικά ρούχα και ένα μπουκάλι ουίσκι, που με βόηθαγε στην έμπνευση μου. Το πήρα κρυφά από τη φίλη μου, που μένει μαζί μου τον τελευταίο καιρό, γιατί θα με σκότωνε αν το ‘ξερε. Βλέπεται στην αρρώστια μου δεν συνίσταται αλκοόλ, ειδικά σε συνδυασμό με τα βαριά ψυχοφάρμακα μου. Γι’ αυτόν τον λόγο άφησα τα ψυχοφάρμακα πίσω στο σπίτι. Η φίλη μου που σας έλεγα προηγουμένως έχει αναλάβει από τότε που έμεινα μόνος να με φροντίζει. Την έχω ακούσει να κλειδώνει τα βράδια σαν κοιμάται.

Άναψα τη σόμπα με μια ξεχασμένη εφημερίδα  και μερικά ξερόκλαδα και έριξα δύο ωραία ξύλα μέσα. Πριν προλάβει να ζεστάνει πολύ η κουζίνα, πήγα μέχρι το mini market του χωριού για να αγοράσω άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι, προτηγανισμένες πατάτες, λάδι έχουμε, ψωμί, λουκάνικα, νερό και δέκα σοκολάτες αμυγδάλου τις μεγάλες. Στο δρόμο αντάλλαξα χαιρετούρες με έναν μπάρμπα και δυο θειες. Τον μπάρμπα τον ήξερα, τις θειες όχι. Σκέφτηκα να πάω μια βόλτα από το νεκροταφείο, πίσω από την εκκλησιά, να δω τον παππού και τη γιαγιά αλλά το κρύο ήταν ενοχλητικά τσουχτερό και μου άλλαξε γνώμη. Το mini market είναι στριμωγμένο δίπλα από το νεκροταφείο το οποίο λόγο υπερπληθυσμού έπαψε να υποδέχεται νέους κατοίκους. Στο μαγαζί ο Μήτσος με κοίταζε καχύποπτα γιατί δεν θυμόταν ποιανού ήμουν και εγώ δεν μπήκα στον κόπο να του εξηγήσω. Πήρα τις δυο σακούλες και ξεκίνησα για σπίτι. Ήταν ακόμα μέρα αλλά όχι για πολύ.

Έβαλα να πιω ένα ποτήρι και αμέσως ένιωσα τη διαφορά. Άναψα την παλιά τηλεόραση αλλά εκείνη αντί να ανοίξει, άρχισε να βαράει σμπάρα και να μυρίζει άσχημα. Η υγρασία την είχε κάνει καινούρια… μαλακία. Δεν είχα τι να κάνω. Ούτε υπολογιστής, ούτε τηλεόραση, ούτε καν ραδιόφωνο. Τηλεφώνησα στη γυναίκα μου για να περάσει λίγο η ώρα. Μίλησα και στην κόρη μου. Το Κατερινάκι είχε μεγαλώσει και πήγαινε νηπιαγωγείο αλλά εγώ είχα χάσει πολλά επεισόδια. Σύντομα όμως θα μείνουμε όλοι μαζί ξανά. Το μόνο που ευχόμουνα ήταν να μην πάρει τίποτα από μένα. Μου πε για το σκυλάκι που της πήρε η μαμά της και για την καλύτερη της φίλη στο σχολείο και για την καινούρια της τσάντα με τον Bob τον Σφουγγαράκη και μετά μου έδωσε την μαμά της. Μου πε πως της είχα λείψει και πως με άκουγε όλο και καλύτερα. Το τηλέφωνο όμως κάποια στιγμή έπρεπε να κλείσει και εγώ θα επέστρεφα στην κουζίνα ξανά.

Γέμισα άλλο ένα ποτηράκι και κατέβηκε σχετικά γρήγορα. Η ιδέα στο μυαλό μου είχε είδη έρθει καθώς ξετύλιγα το τελάρο από τη ζελατίνα του. Τα ‘θελα πάντα έτοιμα συσκευασμένα. Έβαλα νεύτη σε ένα κομμένο πλαστικό μπουκάλι και έβγαλα το ξύλινο κουτί με τα λάδια και τα πινέλα μου. Μέχρι στις 10 το βράδυ έπινα και ζωγράφιζα ασταμάτητα. Τα μόνα διαλείμματα που έκανα, ήταν δύο φορές για τουαλέτα και άλλες δύο για να φροντίσω τη φωτιά. Κάποια στιγμή πρέπει να χτυπούσε και το τηλέφωνο αλλά ο πίνακας μου με εμπόδιζε να το σηκώσω.

Όταν τελείωσα είχα μπροστά μου το κεφάλι μιας γριάς με παραδοσιακή μαντίλα να με κοιτάζει μες τα μάτια. Δεν ήταν η γιαγιά μου αυτή. Ήταν μια αρρωστημένη φιγούρα με αλλόκοτα χρώματα και παιδικές πινελιές. «Το κατάλληλο στυλ για έναν τρελό, αντικοινωνικό καλλιτέχνη» σκέφτηκα και χαμογέλασα. Καθώς κατέβαζα μερικές γουλιές από το φαρμάκι στο μπουκάλι, μου φάνηκε πως άκουσα καμπάνες να χτυπάνε τρελά. «Τι διάολο» σκέφτηκα «γάμος τέτοια ώρα? Αλήθεια τι ώρα να ‘ναι?» δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά αλλά ήταν περασμένες 10. Μια αναγούλα μ’ έπιασε και με έκανε να ξεχάσω τις καμπάνες. Έβγαλα από το ψυγείο τα λουκάνικα, αλλά την ώρα που έψαχνα να βρω το τηγάνι στα ντουλάπια, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα καθόλου όρεξη  για φαγητό. Η σκέψη και μόνο με έκανε να θέλω να ξεράσω. Κρατήθηκα…

Ακούμπησα το κεφάλι μου πάνω στο τραπέζι και δεν σηκώθηκα παρά μόνο για να κατουρήσω. Ακούμπησα το ένα χέρι στον τοίχο για να κρατάω ισορροπία και με το άλλο τον έβγαλα έξω και σημάδεψα. Βλαστήμησα την Παναγία καθώς το κάτουρο λέρωσε τον τοίχο και το παντελόνι μου, πριν βρει το δρόμο του για την λεκάνη. Εκείνη την ώρα ήμουν σίγουρος πως άκουσα από μακριά ουρλιαχτά γυναικεία, αλλά περίμενα να τελειώσω το κατούρημα για να σιγουρευτώ. Τον τίναξα και μετά σταμάτησα ακόμα και να αναπνέω αλλά δεν άκουσα τίποτα άλλο παρά ένα ενοχλητικό σφύριγμα στα αυτιά μου. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν και από το μυαλό μου… πράγμα συνηθισμένο…

Ευτυχώς όταν πίνω οι αναμνήσεις μου παύουν να με ταλαιπωρούν και αν και λιώμα ένοιωθα πολύ καλύτερα από όταν είμαι νηφάλιος. Αποφάσισα να ξαπλώσω. Τα υπνοδωμάτια ήταν στον πάνω όροφο. Σιγουρεύτηκα πως η φωτιά ήταν εντάξει, πήρα το μπουκάλι με το ουίσκι που κόντευε να τελειώσει και το έβαλα στην τσάντα με τα ρούχα. Έβαλα και το δεύτερο μπουκάλι μέσα και πήρα τα κλειδιά. Έκλεισα το φως και βγήκα ξανά στο κρύο. Ανέβηκα την εξωτερική σκάλα μετά από μεγάλη προσπάθεια και κάμποσες σκονταψιές και χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στην καρέκλα με το δεύτερο μπουκάλι ανοιχτό στο τραπεζάκι μπροστά μου να ακούω ένα βουητό ανάμικτο με κραυγές και πολύ σαματά. Τότε κατάλαβα πως δεν έπρεπε να πιω άλλο. Έπεσα στο κρεβάτι με τα ρούχα, σκεπάστηκα με τρεις κουβέρτες και αφού ξέρασα στο ξύλινο πάτωμα κατάφερα να κοιμηθώ…

Κεφάλαιο δύο

Το σάπιο χωριό

Είδα όνειρο παράξενο και ανώμαλο. Ήμουν λέει στον καμπινέ του σπιτιού στο χωριό, μαζί με τις τρεις αγαπημένες της ζωής μου. Ξαπλωμένοι και οι τέσσερεις πάνω στο καπάκι της τουαλέτας. Μην με ρωτάτε πως χωρέσαμε αλλά ήταν πολύ βολικά. Η πρώτη αγάπη βγαίνει έξω για να επιστρέψει καβάλα σε μια αρκούδα που την καθοδηγούσε η κορούλα μου. Μετά πήγε έξω η δεύτερη αγαπημένη και την ακολούθησε και η τρίτη. Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ένας γυμνός μασκοφόρος λύκος και άρχισε να αυνανίζεται. Τότε η αρκούδα του ξέσκισε τα γεννητικά όργανα με τα νύχια της. Ξύπνησα από τις φωνές του λύκου… όχι δεν ήταν οι φωνές του λύκου. Ήταν φωνές ανθρώπινες. Τινάχτηκα από το κρεβάτι. Το κεφάλι μου ήταν σε τραγική κατάσταση. Οι φωνές ακουγόταν ακόμα, αλλά αυτή τη φορά ήταν πιο άρρωστες και πιο απελπισμένες. Τρόμαξα πολύ. Έπρεπε να σιγουρευτώ πως οι φωνές δεν ήταν απλά δημιούργημα του άρρωστου μυαλού μου.

Βγήκα από το δωμάτιο στον διάδρομο. Κοντινές φωνές ακουγόταν ακριβώς έξω από την πόρτα, σαν κάποιος να υποφέρει. Πλησίασα δισταχτικά. Έλεγξα αν ήταν κλειδωμένη. Δόξα τον άγιο Σπυρίδωνα, την είχα κλειδώσει. Κάποια δύναμη δεν με άφησε να ορμήσω έξω και να βοηθήσω τον άνθρωπο που βαρυγκωμούσε. Έχω δει πολλές ταινίες τρόμου και έχω διαβάσει πολλά βιβλία για να κάνω ένα τόσο τραγικά θανάσιμο λάθος. «Ποιος είναι έξω» φώναξα. Η απάντηση που πείρα ήταν ένα αρρωστημένο μουγκρητό ανθρώπου που υποφέρει… με έκανε να παγώσω. Αυτό το πλάσμα, που τώρα φώναζε απόκοσμα, χτυπούσε πάνω στην πόρτα. Δεν ήταν και τόσο βίαια τα χτυπήματα, αλλά όταν είδα τη ματωμένη παλάμη να κολλάει στο γυαλί της πόρτας, μου κόπηκε η ανάσα.

Έτρεξα στο τέλος του διαδρόμου και προσπάθησα να ανοίξω την συρτή μπαλκονόπορτα. Είχε κολλήσει η γαμημένη. Είχε καιρό να ανοίξει. Πίσω τα γυαλιά της πόρτας σπάσαν και ένα φριχτό πρόσωπο φανερώθηκε πίσω από τα κάγκελα. Πρέπει να ‘ταν κάποιος που γνώριζα. Μα τώρα το πρόσωπο του έμοιαζε με σάπιο κρέας και το μυαλό του φαινόταν πιο σαλεμένο από το δικό μου. Σκέφτηκα τη νύχτα των ζωντανών νεκρών και γέλασα νευρικά. Μα ναι… ήταν ο μπάρμπας ο Μήτσος. Τον γαμημένο… σκέφτηκα, έγινε ζόμπι… και απ’ ότι φαίνεται πρέπει να υπάρχουν πολλά. Ο εφιάλτης των ανθρώπων έγινε πραγματικότητα. Ήρθε το τέλος του πολιτισμού. Τα μάτια μου χάζευαν τον σαπισμένο μπάρμπα και το μυαλό μου έκανε όνειρα για έναν καινούριο κόσμο… και τότε τα σκουριασμένα κάγκελα της πόρτας υποχώρησαν και εγώ ξύπνησα από τα όνειρα και σκέφτηκα την γυναίκα μου και το Κατερινάκι…

Όρμησα στο δωμάτιο που ‘χε παράθυρο με θέα στο δρόμο. Αμέσως έκλεισα πίσω μου την πόρτα και την ασφάλισα με τον σύρτη. Ο μπάρμπας ακούστηκε να σέρνετε στο διάδρομο και άρχισε να χτυπάει με δύναμη την πόρτα. Άνοιξα απότομα το παράθυρο και πήδηξα έξω στο στενόμακρο μπαλκόνι, θαμπωμένος από το φως της μέρας. Κοίταξα τότε στο δρόμο… κανείς. Αλλά όχι… τα μάτια μου συνήθισαν το φως… στο βάθος στην εκκλησιά απ’ έξω, σαν να ήτανε γιορτή, δεκάδες άνθρωποι μαζεμένοι σερνόταν πέρα δώθε. Κάποιος ψηλός γέρος κοίταξε προς το μέρος μου και με μια αποκρουστική κραυγή, άρχισε να σέρνεται προς το σπίτι. Με μυρίστηκε ο πουστόγερος, σκέφτηκα. Πίσω μου η πόρτα κόντευε να σπάσει. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, πήδηξα από κάτω στην περγουλιά. Μπερδεύτηκα στα σύρματα σα μαλάκας. Θα μπορούσα να είχα κατέβει πιο ομαλά, αλλά ο πανικός δεν μ’ άφησε. Πιάστηκα προσεχτικά με τα χέρια μου από το πιο κοντινό σίδερο και αφού κρέμασα το σώμα μου, έπεσα στην αυλή.

Τώρα δεν ερχόταν από το δρόμο μόνο ένα ζόμπι, αλλά μια λιτανεία από δαύτα και όλα θέλανε εμένα. Αν έμπαινα στο σπίτι σπάζοντας το παράθυρο θα εγκλωβιζόμουν και δεν θα είχα ελπίδα καμιά. Κατέβηκα τα σκαλάκια και βρέθηκα στο δρόμο. Η φυσική μου κατάσταση ήταν πολύ καλή και μου επέτρεπε να τους ξεφύγω και να βρω βοήθεια. Έτρεξα προς την αντίθετη κατεύθυνση όπου δεν φαινόταν κανένα σημείο ζωής. Μόνο η θεια η Αμαλία ήταν στην αυλή της. Πήγα να την φωνάξω αλλά το θέαμα που αντίκρισα όταν γύρισε προς το μέρος μου, ήταν απερίγραπτο… τότε θυμήθηκα…  η θεια είχε πεθάνει πριν χρόνια. Ένα ψηλό σώμα από κόκαλα και λίγες σάρκες ντυμένο με κουρελιασμένα, παραδοσιακά, επίσημα ρούχα, με κοίταζε μέσα από τις άδειες κόγχες των ματιών του. Έτρεξα χωρίς να χάσω κι άλλο χρόνο και σκέφτηκα πως στο διάολο να με κατάλαβε? Ήταν σχεδόν μόνο ένα μάτσο κόκαλα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έτρεξα μέχρι το τέλος του δρόμου. Οι σάπιοι ήταν σε αρκετή απόσταση. Γύρω μου στην μικρή πλατεία δεν ήταν κανείς, ζωντανός ή πεθαμένος. Τα μάτια μου πέσανε πάνω σε έναν μεταλλικό, υδραυλικό σωλήνα ανάμεσα σε κάτι μπάζα έξω από το σπίτι του Μπάμπη που ήταν υπό κατασκευή. Τον άρπαξα αμέσως.

Δεν είχα πολύ χρόνο να σκεφτώ. Ο  σάπιος γέρος πλησίαζε και πίσω του μια μακάβρια συνοδεία. Δίπλα του, ο σκελετός της θειας της Αμαλίας.  Ο δρόμος που οδηγούσε στις ελιές φαινόταν καθαρός. Έχανα χρόνο άλλα ήθελα να τσεκάρω τις δυνάμεις τους.  Σήκωσα από τα μπάζα ένα γεμάτο τούβλο και το εκτόξευσα με δύναμη κατά πάνω τους. Προσγειώθηκε στο κεφάλι μιας γριάς και το άνοιξε στα δύο. Κοντοστάθηκε για δυο στιγμές και συνέχισε να προχωράει. Έριξα άλλες δύο άσκοπες βολές όταν άκουσα πίσω μου βήματα. Γύρισα ενστικτωδώς και χτύπησα την απειλή με το σίδερο στον κρόταφο. Το ζόμπι σωριάστηκε κάτω. Τότε κοίταξα καλύτερα για να δω αν το είχα εξουδετερώσει. Βλαστήμησα την Παναγία δυνατά. Ήταν ο κουλουράς και σίγουρα δεν ήταν ζόμπι. Το μόνο περίεργο σημάδι πάνω του ήταν μια πληγή στο κεφάλι που αιμορραγούσε.

Βογκούσε… ζήτησε βοήθεια. Τα ζόμπι ήταν στα είκοσι μέτρα. Πήγα να τον σηκώσω αλλά είχε παχύνει πολύ τελευταία και δεν τον έσωνα. Τι στο διάολο να έκανα? Τον άφησα εκεί και έφυγα τρέχοντας χωρίς τύψεις. Τι ήθελε ο μαλάκας και με τρόμαξε? Θα μπορούσε να μου μίλαγε. Γύρισα να ρίξω μόνο μια κλεφτή ματιά πίσω, όταν άκουσα τα ουρλιαχτά του. Είχαν πέσει όλοι πάνω του και του ξέσκιζαν τις σάρκες. Στενοχωρήθηκα αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτρεχα να ξεφύγω από το χωριό των σάπιων. Ο μαλάκας… ξέχασα το σίδερο…

Κεφάλαιο τρία

Παράξενη  κοπέλα

Έτρεχα μες τις ελιές δίχως να κοιτάξω πίσω μου. Προσπέρασα ένα διαμελισμένο γαϊδαράκο. Δεν φαινόταν φαγωμένος. Απλά τον σκότωσαν τα αρχίδια. Τότε συνειδητοποίησα ότι και μέσα στο δάσος δεν θα ήμουν ασφαλής. Όλο και κάποιος θα βρισκόταν εδώ όταν… όταν τι? Πως στο διάολο έγιναν όλοι έτσι? Ίσως η κόλαση νε γέμισε και οι κολασμένοι να σκόρπισαν έξω… αλλά αυτό το άκουσα σε έργο. Κάποιος ιός, λύσσα? Αλλά άκυρο και αυτό. Πως ένας σκελετός βγαίνει από τον τάφο και αντιλαμβάνεται τι γίνετε γύρω του δίχως όργανα? Της γριάς της άνοιξα το κεφάλι και όμως συνέχισε να περπατάει…

Περπατούσα προσεχτικά τώρα με πολύ καχυποψία για κανέναν κρυμμένο εχθρό. Κουράστηκα. Είχα ιδρώσει αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να περπατάω, ούτε να σταματήσω να σκέφτομαι σενάρια για τους ζωντανούς νεκρούς. Πρέπει να είχε σχέση με δαιμόνια. Δεν εξηγείτε αλλιώς. Δευτέρα παρουσία ίσως. Αλλά μαλακία μου ακούγεται. Προσπαθούσα πάντα να είμαι ορθολογιστής παρά την τρέλα μου, αλλά οι τελευταίες ώρες ήταν πέρα από κάθε λογική. Σκέφτηκα τον καημένο τον κουλουρά και άρχισα να νοιώθω ενοχές. Δεν του άρεσε να τον λένε έτσι. Δεν πουλούσε κουλούρια ποτέ και δεν ξέρω ποιος του έβγαλε αυτό το παρατσούκλι. Τώρα βέβαια δεν έχει σημασία…

Μετά από αρκετό δρόμο και αφού δεν είδα κανέναν σάπιο στο δρόμο μου, αντίκρισα ένα θέαμα φρικιαστικό και παράλογο. Από απόσταση άκουσα τα ουρλιαχτά. Ουρλιαχτά, ανθρώπινα και γυναικεία. Κρύφτηκα πίσω από τον κορμό μιας ελιάς και κρυφοκοίταξα. Μια κοπέλα, γυμνή μέσα στο κρύο να μαχαιρώνει μανιασμένα και ουρλιάζοντας από χαρά, ένα μικρό παιδί ή ότι είχε απομείνει από αυτό. Το θέαμα έκανε τα πόδια μου να ανατριχιάσουν. Είχα παγώσει από τον τρόμο τόσο πολύ, που είχα μείνει να μετράω μαχαιριές και όταν οι μαχαιριές και τα ουρλιαχτά σταμάτησαν και εκείνη άστραψε το βλέμμα της σε μένα, εγώ έμεινα εκεί να την κοιτάω. Τα μαύρα μακριά της μαλλιά, έκρυβαν το τρυφερό πρόσωπο της. Στα ατάραχα μάτια της, εκείνη τη στιγμή, δεν είδα καμιά παράνοια, παρά μόνο αγάπη. Δεν μπορούσα να κοιτάξω το γυμνό κορμί της… είχα μαγνητιστεί από το σαγηνευτικό της βλέμμα. Φαινόταν τόσο αγνή παρά τη φριχτή της πράξη. Θα μπορούσα να την χάζευα για ώρες αν δεν μεταμορφωνόταν ξανά μπροστά στα μάτια μου.

Η μορφή της πήρε την όψη της φόνισσας και η φρίκη σκοτείνιασε απότομα το πρόσωπο της. Άρχισε να τρέχει σαν παλαβή προς το μέρος μου κρατώντας το μαχαίρι απειλητικά με το αριστερό της χέρι. Πριν το σκεφτώ, είχα είδη σκαρφαλώσει στο δέντρο. Ήμουν αρκετά κουρασμένος για να τρέξω. Εκείνη έκανε το ίδιο, άρχισε να σκαρφαλώνει κρατώντας το μαχαίρι στο στόμα. Την ώρα που είχε και τα δύο της χέρια απασχολημένα με την αναρρίχηση, πήρα την ευκαιρία και την κλώτσησα δυνατά, κατεβάζοντας το πόδι μου με δύναμη στο όμορφο πρόσωπο της. Έπεσε κάτω ουρλιάζοντας… τώρα όμως από τον πόνο. Έτρεχε αίμα από το στόμα της και τη μύτη της. Της είπα «σταμάτα και δεν θα σε πειράξω» μα εκείνη ούρλιαζε, χωρίς όμως να βγει από το στόμα της λέξη ανθρώπινη. Κλωτσούσε με το γυμνό της πόδι τον κορμό της ελιάς μέχρι που μάτωσε άσχημα. Άρχισε να μου πετάει πέτρες αλλά ευτυχώς δεν ήταν πολλές εκεί γύρω και μόνο μία με πήρε λίγο στα πλευρά και με γάμησε στον πόνο.

Θα κατέβαινα να την αντιμετωπίσω αλλά πάντα φοβόμουν τα μαχαίρια και τις υστερικές γυναίκες. Όταν οι πέτρες τελείωσαν δοκίμασε για δεύτερη φορά να σκαρφαλώσει. Τώρα κρατούσε το μαχαίρι στο χέρι της. Εγώ είχα ανεβεί όσο πιο ψηλά μπορούσα και για ακόμα μια φορά βρήκα την ευκαιρία και την κλότσησα με δύναμη στο πρόσωπο. Αυτή τη φορά, την πέτυχα με ακρίβεια στη μύτη. Έπεσε άτσαλα στο χώμα με έναν απαίσιο θόρυβο. Ήταν το χέρι της που απέκτησε μια νέα κλείδωση. Το κρατούσε σφιχτά ξαπλωμένη κατάχαμα και έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Την λυπήθηκα. Το πρόσωπο της φάνηκε αθώο ξανά και αγνό. Αν συναντιόμασταν υπό άλλες συνθήκες θα την πλησίαζα και τις μιλούσα. Θα τις μίλαγα και θα της ζητούσα το νούμερο της για έναν καφέ. Αν δεχόταν στο πρώτο μας ραντεβού θα της πρότεινα να τη ζωγραφίσω ολόγυμνη, για να μην διαφθείρουν τα υφάσματα των ανθρώπων την αγνότητα της. Αυτή θα μου άστραφτε ένα χαστούκι και θα έφευγε. Χαμογέλασα καθώς την κοιτούσα και το μυαλό μου έπλαθε σενάρια… το βλέμμα μου έπεσε σε μια μάζα από σάπιους χωρικούς που κατέφταναν με συρτά βήματα βογκώντας και φωνάζοντας κατάρες σε μια ανίερη γλώσσα . Με κοίταξε με παράπονο και με έκανε να νοιώσω ενοχές. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της σαν να περίμενε μια τρυφερή  αγκαλιά… «πάρε με μαζί σου» μου είπε κλαίγοντας και εγώ πήδηξα από την ελιά και προσγειώθηκα  πατώντας με δύναμη στο στομάχι της. Έτρεξα για ακόμα μία φορά χωρίς να κοιτάξω πίσω μου.

Κεφάλαιο τέσσερα

Ο θερμοσίφωνας

Δεν ήξερα προς πια κατεύθυνση πήγαινα αλλά μετά από ένα δεκάλεπτο βγήκα σε έναν δρόμο. Εκεί αντίκρισα σε απόσταση πενήντα μέτρων ένα αυτοκίνητο. Όταν το πλησίασα  αρκετά είδα αίματα στο δρόμο που έσταζαν από ένα χέρι που έχασκε απ’ την ανοιχτή πόρτα. Έκανα ακόμα δυο βήματα και σταμάτησα καθώς είδα το χέρι να πέφτει ακρωτηριασμένο στην άσφαλτο. Άρχισε να κινείτε προς το μέρος μου με τα δάχτυλα του να τρέχουν αστεία αλλά απειλητικά. Το πάτησα αρκετές φορές με μανία, πριν προλάβει να με αγγίξει. Πρέπει να θρυμμάτισα κάθε κοκαλάκι του αλλά αυτό ακόμα κινούταν σπαστικά. Τα πάνινα παπούτσια μου είχαν γεμίσει με αίμα. Μου ήρθε αναγούλα και ξέρασα.

Στο αυτοκίνητο δεν υπήρχε κανένας, ούτε καν ο ιδιοκτήτης του χεριού. Στο βάθος του δρόμου άκουσα τον θόρυβο μιας μηχανής αυτοκινήτου. Επιτέλους, σκέφτηκα, γλίτωσα… κάποιος ζωντανός. Σήκωσα τα χέρια μου καθώς πλησίαζε και ο οδηγός άρχισε να κορνάρει με χαρούμενο ρυθμό. Όταν κατάλαβα ποιος ήταν, έμεινα με ένα χαμόγελο στο στόμα. Ήταν ο καλός μου ξάδελφος, ο θερμοσίφωνας. Τον έλεγαν έτσι γιατί είχε σώμα θερμοσίφωνα. Κατέβηκε και μου φώναξε «ξάδερφε», τον φώναξα και εγώ ξάδερφο και αγκαλιαστήκαμε από χαρά. «Πως έφτασες ως εδώ?» τον ρώτησα, «τι συμβαίνει στην πόλη?» «Γέμισαν οι δρόμοι με αυτουνούς» μου είπε, «σκοτώνουνε ότι βρούνε και το τρώνε με λαιμαργία. Βγήκανε από τα νεκροταφεία… βρικολακιάσανε όλοι οι πεθαμένοι. Χαμός μεγάλος γίνετε. Γυρνάω από το λιμάνι. Μας είπαν πως μόνο από εδώ φεύγουν καράβια για απέναντι, αλλά είναι όλα γεμάτα πεθαμένους». «Και το λιμάνι στην πόλη…» του είπα με απορία. «Εκεί μην τα ρωτάς. Δεν μπορεί να πλησιάσει άνθρωπος.»

Καθίσαμε για λίγο μέσα στο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ήταν ένα παλιό φιατάκι. Είχε φέρει φαγητό μαζί του… κάτι ταπεράκια με κρέας από χτες και μπόλικα μπισκότα και πατατάκια και άλλα τέτοια, που είχε αρπάξει το πρωί από το super market που καιγόταν. Μου εξήγησε πως γινόταν μεγάλος σκοτωμός και ότι ολόκληρη η πόλη καιγόταν . Εγώ όμως είχα ένα προαίσθημα ότι η γυναίκα μου και το Κατερινάκι θα ήταν ασφαλείς. Το ραδιόφωνο δεν λειτουργούσε και όλες οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας ήταν νεκρές μου εξήγησε. Η καταστροφή του πολιτισμού γινόταν με ταχείς ρυθμούς.

Εκεί που τρώγαμε ακούστηκαν τα βαριά βήματα κάποιου τεράστιου ζώου που έτρεχε. Κοίταξα από το τζάμι και είδα έναν ελέφαντα να τρέχει να ξεφύγει από μια μάζα σαπίλας που είχε γραπωθεί με νύχια και με δόντια από το σώμα του. θα πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά από αυτά τα ζόμπι. Το θηρίο κατάφερε να απελευθερωθεί και ποδοπατούσε τώρα με μανία τους νεκρούς. Ο θερμοσίφωνας δίπλα μου έτρωγε λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Εγώ βγήκα έξω και τότε αντίκρισα μια μορφή στην ράχη του ελέφαντα. Όταν σταμάτησε η μάχη με την πολτοποιημένη πια σαπίλα, ο ελέφαντας με πλησίασε και τότε είδα ξεκάθαρα τον παράξενο καβαλάρη. Κατέβηκε με ένα μεγάλο σάλτο και μου έδωσε το χέρι του. Ήταν ο άνθρωπος ελέφαντας. Το σώμα του ήταν σχεδόν ανθρώπινο μα το κεφάλι του ήταν ίδιο με εκείνη την παλιά ταινία. «Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω και από κοντά άνθρωπε ελέφαντα», του είπα. Εκείνος υποκλίθηκε αλλά δεν μου μίλησε. Χάιδεψε τον ελέφαντα του με το περίεργο χέρι του και απομακρύνθηκε από κοντά μας γύρω στα τριάντα μέτρα. Ο ελέφαντας με αγκάλιασε με την προβοσκίδα του και με ξάφνιασε. Εγώ τον χάιδεψα και εκείνος δάκρυσε και κοίταξε το αφεντικό του.

Ο θερμοσίφωνας βγήκε από τα αυτοκίνητο κρατώντας φιστίκια και άρχισε να ταΐζει το θηρίο. Και οι τρεις τώρα κοιτάζαμε με απορία τον άνθρωπο ελέφαντα νε στέκετε και να κοιτάει τον ήλιο κατάματα. Η μόνη κίνηση που έκανε ήταν έξι λεπτά αργότερα, όταν έβγαλε ένα περίστροφο από την τσέπη του, το έβαλε στο περίεργο στόμα του και τράβηξε τη σκανδάλη.

Ο ήλιος είχε πια πέσει όταν καταφέραμε επιτέλους να παρηγορήσουμε τον ελέφαντα. Τα δάκρυα του είχαν δημιουργήσει μια μεγάλη λιμνούλα στην άσφαλτο. Τότε πρότεινα στον ελέφαντα να τον πάρω μαζί μου και να τον υιοθετήσουμε. Σκέφτηκα πως αν πήγαινα σπίτι μαζί με τον ελέφαντα, η γυναίκα μου θα με αγαπούσε για πάντα. Αλλά έπεσα έξω… ο ελέφαντας ήταν αποφασισμένος να πάει στο λιμάνι και να περάσει απέναντι. Έτσι  κανόνισε με τον θερμοσίφωνα να πάνε μαζί ως το λιμάνι και να δώσουν μάχη με τις ορδές των ζωντανών νεκρών. Μαζί είπαν πως θα μπορούσαν να τα καταφέρουν. Εγώ τους είπα πως είναι τρελοί κι οι δυο τους και συνέχισα το δρόμο μου.

Περπάτησα για καμιά ώρα χωρίς να δω ψυχή, παρά μόνο κάνα φαγωμένο πτώμα εδώ και εκεί. Τουφεκιές ακουγόταν στα δεξιά μου, αλλά ήταν πολύ μακριά και εμένα δεν μου άρεσαν τα όπλα. Ευτυχώς εκεί που είχα αρχίσει να απελπίζομαι βρίσκω στην άκρη του δρόμου ένα πεταμένο ποδήλατο. Ο ιδιοκτήτης του ήταν ένα νεκρό κοριτσάκι. Δεν  μου άρεσαν ποτέ τα νεκρά κοριτσάκια. Το πήρα χωρίς τύψεις αφού σε εμένα θα ήταν μάλλον πιο χρήσιμο. Ο δρόμος ήταν κατηφορικός και σύντομα έφτασα σε ένα χωριό που δεν γνώριζα. Ήξερα πως μπορεί να μου πεταγόταν από παντού οι σάπιοι, αλλά εγώ έκανα τη βόλτα μου ψάχνοντας για ζωή.

Κεφάλαιο πέντε

Μπαλκόνι με θέα

Τη Ζωή τη συνάντησα σε μια σούδα. Ήταν μια νεκρή τσιγγάνα που διάβαζε το χέρι. Κάποτε είχε διαβάσει και το δικό μου αλλά αρνήθηκε να μου το πει και θα ορκιζόμουν πως την είδα να δακρύζει. Ούτε λεφτά δεν μου ‘χε πάρει. Την αναγνώρισα από το κεφάλι της που είχε μια μεγάλη ουλή. Το γέρικο κορμί της ήταν γυμνό και φαγωμένο. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Της τα ‘κλεισα.

Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα περικυκλωμένος από τσιγγάνες. Φόραγαν ρούχα καλά και χόρευαν όλες με τον ίδιο ρυθμό και τραγουδούσαν «τις έκλεισες τα μάτια, θα σε κάνουμε κομμάτια, θα σε κάνουμε κομμάτια, θα σου ξεσκίσουμε τα μάτια». Το τραγούδι γινόταν φωνές και οι φωνές τσιρίδες, ο χορός γύρω μου να γίνετε όλο και πιο γρήγορος, με όλο και περισσότερο πάθος και ένταση, τα αυτιά μου να βουίζουν, ίδρωσα όλος… το τραγούδι άλλαξε… «ξεσκίστε του τις σάρκες, και βγάλτε του τα χέρια, κόφτε το κεφάλι, και δώστε το στα αστέρια, κόφτε το κεφάλι, με κοφτερά μαχαίρια». Έπεσα στα γόνατα και κρατούσα το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να σπάσει. Τότε ακούστηκαν τα ουρλιαχτά τρόμου των μελαμψών γυναικών καθώς μια πολική αρκούδα βγήκε από την πόρτα ενός σπιτιού και άρχιζε να ακρωτηριάζει τις τσιγγάνες μία-μία. Χέρια, πόδια και κεφάλια σκορπούσαν γύρω μου. Ένα κοριτσάκι εμφανίστηκε ντυμένο ινδιάνος. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και φακίδες. Μου έδωσε το χεράκι της και με βοήθησε να σηκωθώ. Την ευχαρίστησα. Η αρκούδα αφού τελείωσε τη δουλειά της ανέβασε την μικρή στην πλάτη της και έφυγαν για τον Βόρειο πόλο.

Μπήκα στο σπίτι απ’ όπου βγήκε η αρκούδα. Το μόνο φως ήταν αυτό του φεγγαριού και ότι μπορούσε να φέξει ο μικρός φακός που είχα στα κλειδιά μου. Σιγουρεύτηκα πως το σπίτι ήταν αδειανό και ασφάλισα την πόρτα με το σύρτη. Ανέβηκα στον πάνω όροφο, στο δωμάτιο που είχε μπάνιο. Κλείδωσα την πόρτα και έσυρα και την ντουλάπα μπροστά της για μεγαλύτερη ασφάλεια. Έκανα ένα πολύ σύντομο μπάνιο με παγωμένο νερό. Μετά κοίταξα για ρούχα. Βρήκα καθαρά εσώρουχα στην ντουλάπα. Μόνο κάλτσες πήρα, γιατί οι δικές μου είχαν αίματα πολλά. Πήρα και ένα τζιν και ένα χοντρό πουλόβερ. Έπλυνα τα παπούτσια μου στην μπανιέρα να φύγουν τα πολλά αίματα και τα κρέμασα να στεγνώσουν έξω στο μπαλκόνι όταν θα έβγαινε ο ήλιος. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και νεκρώθηκα αμέσως. Πάντα μου άρεσε να πέφτω για ύπνο όταν είμαι διαλυμένος από την κούραση. Μόνο τότε απολάμβανα πραγματικά τον ύπνο.

Το πρωί με ξύπνησαν φωνές ανθρώπινες. Αφού έπλυνα τα μούτρα μου και κατούρησα, βγήκα στο μπαλκόνι. Τα παπούτσια μου δεν είχαν στεγνώσει τελείως. Κάτω στο δρόμο είχε μαζευτεί μια μάζα από κουμουνιστές. Πρέπει να ήταν γύρω στα εκατό άτομα. Φώναζαν συνθήματα ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό και άλλες μαλακίες. Μπήκα μέσα απελευθέρωσα την πόρτα και κατέβηκα στην κουζίνα. Ευτυχώς δεν μου χτυπούσε κανείς την πόρτα σήμερα. Πήρα ένα κρουασάν και ένα χυμό πορτοκάλι και ανέβηκα ξανά πάνω. Έβγαλα στο μπαλκόνι μια καρέκλα και έκατσα να φάω το πρωινό μου βλέποντας το θέαμα.

Απέναντι από το σπίτι ήταν ένας λόφος γυμνός από δέντρα που στο βάθος κατέβαιναν ορδές νεκροζώντανων. Οι κουμουνιστές άρχισαν να τους πετάνε γιαούρτια, αβγά και πέτρες και να φωνάζουν συνθήματα… «ένας είναι ο εχθρός, ο ιμπεριαλισμός». Είχε τρελό γέλιο. Δυστυχώς δεν είχα κάμερα μαζί μου. Οι σάπιοι σύντομα ήρθαν μούρη με μούρη με τους κουμουνιστές και άρχισε μια μάχη μεγαλειώδης. Οι κουμουνιστές να χτυπάνε τα ζόμπι με καδρόνια και τα ζόμπι να τους δαγκώνουν και να τους κόβουν κομμάτια. Ούτε δυο λεπτά  δεν περάσανε και σκάνε μύτη οι μπάτσοι από τα αριστερά του δρόμου, όπως τον έβλεπα εγώ απ’ το μπαλκόνι… καμιά πενηνταριά ματατζήδες με όλα τα αξεσουάρ τους.  Τότε ένας νεαρός κουμουνιστής φώναξε στα ζόμπι… «σύντροφοι ας ενωθούμε να χτυπήσουμε τον κοινό εχθρό»… αλλά τα ζόμπι δεν χαμπαριάζανε. Ένα άρπαξε τον νεαρό και του ξερίζωσε τη γλώσσα και ένα άλλο του πίεσε το κεφάλι ώσπου πετάχτηκαν τα μάτια έξω. Γαμώτο, τέλειωσε το κρουασάν και πεινούσα κι άλλο.

Στα δεξιά εμφανίζονται καμιά πενηνταριά αναρχικοί. Και αυτοί είχαν όλα τους τα αξεσουάρ. Η πρώτη μολότοφ έπεσε μαζί με το πρώτο δακρυγόνο ακριβώς στη μέση της συγκρουόμενης μάζας. Δύο ζόμπι άρπαξαν φωτιά και ένας κουμουνιστής έγινε φλαμπέ. Οι μπάτσοι τώρα έβγαλαν τα γκλοπ και όρμησαν στο πλήθος χτυπώντας όποιον και ότι έβρισκαν. Τα κεφάλια των σάπιων άνοιγαν σαν καρπούζια, τα κεφάλια των κουμουνιστών δεν έλεγαν να ανοίξουν και για αυτό τα χτυπούσαν πιο δυνατά. Πήρα μια γερή ρουφηξιά από το χυμό μου. Ένας κουμουνιστής έριξε δυο κλωτσιές σε έναν μπάτσο και αυτός του ανταπέδωσε τρεις πυροβολισμούς. Τότε έπεσε ομοβροντία πυρών και πολλοί έπεσαν. Οι αναρχικοί πρόλαβαν και έσκυψαν και σηκώθηκαν απαντώντας με ομοβροντία από αναμμένα μπουκάλια με βενζίνη. Φλεγόμενοι μπάτσοι έτρεχαν χοροπηδώντας. Οι πιο ψύχραιμοι τους έσβηναν με μικρούς πυροσβεστήρες. Τα ζόμπι δεν καταλάβαιναν Χριστό από μολότοφ και έτρωγαν συνεχώς κρέας από όλες τις παρατάξεις. Δέκα ζόμπι είχαν πέσει με τα μούτρα σε έναν κουμουνιστή που είχε ψηθεί για τα καλά. Η επόμενη ομοβροντία πυρών έπεσε ταυτόχρονα με μια ομοβροντία μολότοφ. Κανείς δεν απέμεινε όρθιος εκτός από τους σάπιους που έκαναν γερό φαγοπότι. Για μένα δεν νοιαζόταν κανείς. Το ψητό κρέας ήταν ότι καλύτερο για αυτούς.

Ο χυμός μου τελείωσε σχεδόν ταυτόχρονα με το θέαμα. Ένας θόρυβος ακούστηκε πίσω στο δωμάτιο. Ήταν ένας γυμνός άντρας με μια μάσκα λυκανθρώπου. Άρχισε να αυνανίζεται. Τρόμαξα καθώς με πλησίαζε και προσπαθώντας να του ξεφύγω, παραπάτησα και έπεσα από το παράθυρο. Το αριστερό μου πόδι γύρισε με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο σαν καλάμι που σπάει. Οι σάπιοι τώρα όρμησαν πάνω μου και εγώ ούρλιαζα και χτυπιόμουνα. Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν ότι πιο φρυχτό είχα δει τις δύο τελευταίες μέρες. Ο αηδιαστικός επιδειξίας με τη μάσκα του λύκου στεκόταν στο μπαλκόνι και κοιτούσε την αποτρόπαιη σφαγή μου και τον έπαιζε.

Κεφάλαιο έξι

Το λευκό δωμάτιο

Ξύπνησα σε ένα δωμάτιο λευκό. Ήμουν ζωντανός αλλά δεμένος με μια λευκή μπλούζα με λευκά λουριά. Χτυπιόμουν για να λυθώ αλλά τίποτα. Οι τοίχοι ήταν όλοι επενδυμένοι… με λευκά μαξιλάρια υπέθεσα. Μου φάνηκε τόσο αστείο. Τουλάχιστον ήμουν αρτιμελής. Κάποιος πρέπει να με έσωσε. Αλλά γιατί με έδεσαν εδώ μέσα? Τι έκανα λάθος? Το λευκό δωμάτιο είχε μια λευκή πόρτα με ένα κομμάτι τζάμι αρκετά ψηλά. Δύο μάτια με κοιτούσαν επίμονα πίσω από το τζάμι. Πλησίασα κοντά. Τα κοίταξα και εγώ. Ήταν γυναικεία και δακρυσμένα. Τα  ‘ξερα αυτά τα μάτια. Ήταν τα μάτια της γυναίκας μου. Πήγα να ανοίξω το στόμα μου να μιλήσω αλλά πριν προλάβω είχαν φύγει… Δεν πειράζει, παρηγορήθηκα, θα ξανάρθει. Αφού τον άλλο μήνα θα γυρίσει σπίτι και θα ‘μαστε μια ευτυχισμένη οικογένεια όπως παλιά…

Γιώργος Σάπιος

μπορείτε ακόμα να διαβάσετε από το blog μας τα παραμύθια του Γιώργου… «μάνα μπορώ να πάω έξω και να σκοτώσω σήμερα?» & «ο δράκος: η μανία του λυκανθρώπου» και τα παραμύθια της Ελένης… «a fairy tale» & «ο μαλάκας της παρέας»

το παραμύθι «το χωριό των ζωντανών νεκρών» μπορείτε να το κατεβάσεται σε pdf για την ηλεκτρονική σας βιβλιοθήκη από εδώ

Το τραγούδι του Μετανάστη

Ένα κοινωνικό τραγούδι του Βλαδίμηρου για τη μετανάστευση, εσωτερική και όχι μόνο… Ακούστε τραγούδια του και μάθετε για αυτόν εδώ.

με Poustrex λούστικες?

Ένα αστείο βιντεάκι από το  Τρίο Μούτζες για τον σαμπουάν poustrex!!! Πολύ γέλιο!! Η σελίδα τους στο space είναι εδώ και στο youtube εδώ. Και για όσους λίγους δεν γνωρίζουν ότι οι Τρίο Μοούτζες είναι συγκρότημα, τσεκάρετε και τα τραγούδια τους στις παραπάνω διευθύνσεις για να γουστάρετε!!!

Λογοδιάρροια#3

Με αφορμή το πέρασμα του Πάσχα, ως ρηχός άνθρωπος και ‘γω, έχω να πω κάποια πράγματα. Η νηστεία είναι για τον πούτσο. Και έλεγα πιο μικρός “εγώ πιστεύω στο θεό και γι’ αυτό δεν κάνω νηστεία την μεγάλη βδομάδα” αλλά κανείς δεν καταλάβαινε.  Το να μην φας κρέας για 40 μέρες ή για μια βδομάδα, το είπε πουθενά ο Χριστός? Αυτό δεν το έχω δει σε κανένα έργο πάντως. Βλέπω κοιλαράδες χριστιανούς να μιλάνε για νηστεία και σκέφτομαι “καλά ρε μαλάκα που τα πουλάς αυτά?”

Το πιο εξωφρενικό σε αυτή τη προσωπική θυσία του κάθε χριστιανού, είναι ότι μπορεί να χλαπακιάζει με άνεση ότι άλλο γουστάρει σε ανεξέλεγκτες ποσότητες και να συνεχίζει το κήρυγμα. Εγώ τη μεγάλη Παρασκευή γουστάρω να φάω κρέατα, να πιω μπουκάλια σκέτα με λάδι και να πιω γάλα από τα βυζιά μιας αγελάδας…  θα πάω στην κόλαση? Μήπως είμαι άπιστος? Μήπως είναι όλοι για τον πούτσο?

Ακόμα και άτομα που δεν πιστεύουν από καθόλου έως λίγο, φοβούνται για την μεγάλη αυτή θεϊκή  ασέβεια και δεν αγγίζουν το κρέας για μια εβδομάδα. Ας μην αναφέρω και την αποχή από το γαμήσι ή τον αυνανισμό (ως εκεί καταντήσαμε).

Και σαν να μην έφτανε αυτό έχουμε και το πιο απάνθρωπο έθιμο της μαζικής σφαγής των αμνών… γιατί κάθε γιορτή πρέπει να συνοδεύετε από φαγοπότι μέχρι θανάτου. Μα καλά τι συμβολίζει η σφαγή αυτή… μήπως την σφαγή του Ηρώδη? Να μην πω και ‘γω την μαλακία μου δηλαδή? Για το δεντράκι των Χριστουγέννων πάλι… διάβασα πως είναι αντιγραφή από παλιό παγανιστικό έθιμο που αντί για μπάλες, κρεμάγανε κεφάλια ανθρώπων… κάτι σαν το ποδόσφαιρο… πως ήταν άραγε να κλοτσάς κομμένα κεφάλια? Η αντιγραφή θεών είναι συνηθισμένο φαινόμενο… γιατί να μην είναι και τα έθιμα δηλαδή? Βέβαια το ποδόσφαιρο δεν είναι έθιμο, αλλά όπως και να το κάνουμε έχει τη δύναμη να κρατήσει την πλειοψηφία σπίτι της.

Ας αναφερθώ και λίγο στην πλύση εγκεφάλου. Άλλο το να παίζουμε στη γειτονιά ποδόσφαιρο και άλλο το να αποβλακώνονται, να τσακώνονται ή ακόμα και ναι σκοτώνονται για παίχτες-επιχειρηματίες και ομάδες-επιχειρήσεις. Ας μην ξεχάσουμε το euro2004. Χωρίς αυτό, θα βγαίνανε πολλοί στους δρόμους με μπλουζάκια που είχαν την Ελληνική σημαία? Αρχίδια θα βγαίνανε! Να ναι καλά και ο Σάκης…

Η τηλεόραση είναι όπλο! Είναι ναρκωτικό που δεν παίρνει μεθαδόνη όπως τραγούδησε και ο Λήτης. Κάποιοι έχουν την εντύπωση ότι υπάρχει πολύ ελευθερία λόγου… αρχίδια υπάρχει! Πολλές ψωλόγλαστρες, πουτανομοντέλα, πουστοπανελάκηδες, αυτάκηδες, σκανδαλάκηδες και όλα τα σκατά μαζεμένα σε ένα κουτί μέσα στο κάθε σπίτι να μεγαλώνει ολόκληρες γενιές! Οι ειδήσεις κατάντησαν ένα αστείο πολύ μαύρο, σαν τις κωλότρυπες των τηλεπαρουσιαστριών όταν δεν φωτίζονται από τους προβολείς στο στούντιο. “Ας αλλάξουμε θέμα και κλίμα…” λένε μετά από κάθε κανιβαλισμό με ψεύτικα δάκρυα ή αγανάκτηση, με αίμα νέων ανθρώπων, ακρωτηριασμένα παιδιά σε σχολική εκδρομή. Αποκλειστικές εικόνες… τα τελευταία λόγια του φονιά… η κολεξιόν του πούστη και τα αρχίδια της show biz. Ο δήμαρχος θα μας μιλήσει για τους αλβανούς και θα μας δείξει πώς να φερόμαστε στις όμορφες δεσποινίδες. Θέλω να πεθάνω σε ζωντανή σύνδεση για να μην αμφισβητηθεί ο θάνατος μου. Πίσω από το γυαλί η αποχαύνωση… να μας μεταδίδεται με ακτινοβολία και εγώ να κάθομαι στον πάγκο να τις φτιάχνω για να μορφωθεί ο κόσμος, να διασκεδάσει, να περάσει ο ηλικιωμένος την ώρα του και να δει ο άλλος τη σειρά του… και να μην ξεχνάμε την στρογγυλή θεά… την θεά πουτάνα… “Θέλω να πιάνει μόνο το κανάλι της εκκλησίας…” Μέχρι και προσηλυτισμός από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση.

Άσχετο… Ξέρω προσωπικά περιπτώσεις δημοσιογράφων που τα παίρνουν για να λένε ότι μαλακία τους πούνε. Και μιλάω για ραδιόφωνο, για τηλεόραση και για εφημερίδες και θα αποκαλύψω και ονόματα!!! Σας γράφω για πληροφορίες εξακριβωμένες ύστερα από καταγγελίες των αναγνωστών μας. Οι πράκτορες των εκδόσεων μας κυλίστηκαν στα σκατά και στους βούρκους για να σας προσφέρουν ονόματα που θα σοκάρουν!!!!!!!! (πρώτα όμως πρέπει να τηλεφωνήσετε στο 66654454666442542-54066669304-603 και να βρείτε ποιος νεαρός επιχειρηματίας που βγαίνει με πασίγνωστη τηλεπαρουσιάστρια δεν κόβει τα νύχια του. Θα κερδίσετε και μια πούτσα).

Έχω εδώ και αρκετά χρόνια αλλεργία στο ραδιόφωνο. Εξαίρεση αποτελούσαν εκπομπές τοπικές όπως… “επιστροφή στo rock”, “πλανήτης metal”, “hip-hop & rock”. Πρέπει να υπάρχουν και άλλες αλλά δεν τις έχω ακούσει. Ακούω τελευταία και λίγο από το internet κάτι ράδιο κατάληψη και κάτι τέτοια. Αλλά γενικά το ραδιόφωνο δεν το αντέχω. Όλο μαλακίες ακούω κυρίως και γι’ αυτό το έχω κόψει χωρίς να το αρχίσω καν. Τα σουξέ της κάθε μαλακισμένης και του κάθε ξυρισμένου, επιμελώς ατημέλητου ανδρείκελου. Άσχετο… έχεις και τον κάθε μαλάκα να περνάει με το ραλί και να έχει την καψουρομουσική στη διαπασών… ή κανένα μπιτάκι που να μπει ο διάολος μέσα του.

Γιώργος

διαβάστε «λογοδιάρροια#1» & «λογοδιάρροια#2»

*από το τέταρτο τεύχος που θα βρείτε εδώ

O ΨΥΧΟΠΑΘΗΣ ΤΟΥΛΗΣ ΜΕ ΤΟ ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ήταν ίσως μια από τις πιο κρύες νύχτες του χειμώνα στο βόρειο Κάρντιφ. Το παλάτι της Ελισάβετ Μακ Πούτσου, γυναίκα του γνωστού και πλούσιου λόρδου της Τασκένδης Σερ Μακ Πούτσο της μεγάλης οικογένειας Μακ Πούτσιδων, έμοιαζε απόκοσμο και τρομαχτικό… Από τότε που πέθανε ο Σερ Μακ Πούτσος ο 2ος,η βίλα έμοιαζε με νεκροταφείο. Ο μόνος άνθρωπος που είχε μείνει να βοηθάει την πλούσια χήρα, ήταν ένας ξερακιανός και μακρυγένης Τούλης. Ένας άντρας φιλόδοξος, μνησίκακος και τρελά ερωτευμένος με την δις Μακ Πούτσου. Από το πρωί εκείνης της σκοτεινής και μουντής μέρας, η πλούσια χήρα είχε την εντύπωση ότι κάποιος την παρακολουθεί… Με την αισθησιακή και ξινή φωνή της φώναξε «Τούύύύύύύληηηηηηη!!!!!» Πέρασαν 2 δευτερόλεπτα και ο Τούλης έσκασε μύτη. «Τι θα θέλατε κυρία?» είπε και ρουθούνισε καθώς η μακρουλή, μυτερή και τριχωτή μύτη του ανεβοκατέβαινε… «Είναι 10και2, που είναι το τσάι??? Άργησες 2 ολόκληρα λεπτά!!!» αποκρίθηκε εκείνη. «Τσάι θες μωρή?Ελα ρούφα την τουλίπα μου!!!». Η πλούσια, αθώα, Μακ Πούτσου καθώς δεν γνώριζε τι σημαίνουν αυτά που είπε ο Τούλης, επανέλαβε «Το τσάι μου γρήγορα!» μόνο όταν αυτός έβγαλε το μεγάλο μηχανικό και μυτερό μολύβι, κατάλαβε τις προθέσεις του… «Τι είναι αυτό το δολοφονικό και αιχμηρό όπλο που έβγαλες από την τσέπη του σμόκιν σου??» είπε η πλούσια χήρα. «θες να λύσεις σταυρόλεξο, Τούλη?». «Ναι, θα λύσω σταυρόλεξο στο βαθύ λαρύγγι σου!!» είπε ο Τούλης νευριασμένος. «Είδες? Όλα τα καταλαβαίνω… είμαι πολύ έξυπνη… Άμα θες βοήθεια φώναξέ με!!!» είπε. «Ναι θέλω βοήθεια… Λοιπόν, τρελή, κωλόγρια, με πολλά λεφτά που θέλει κάποιος να την βιάσει και να την καθαρίσει… Με 10 γράμματα» είπε αυτός και γυάλιζε το μάτι του. «Κάτσε να σκεφτώ…εεε……10 γράμματα……… Έχει τουρμποκίνητη άμαξα με 10 άλογα όπως εγώ???» ρώτησε η δις Μακ Πούτσου. «Ναι!» απάντησε ο Τούλης… «Έχει αισθησιακή και ξινή φωνή σαν εμένα??» ξαναρώτησε… «Ναι μωρή!!!» ξανά απάντησε εκείνος… «Είναι και χήρα?». «Ναι γαμω την πουτάνα σου!!!».είπε εξοργισμένος ο Τούλης. «Έχει πάει με 100.000 διαφορετικούς άντρες???».«Ναι… Εγώ όμως είμαι έξω από αυτούς.» είπε ο Τούλης. Μετά από πολύ σκέψη αποκρίθηκε η πλούσια Μακ Πούτσου «Αααα!!!Δεν ξέρω για ποια λες!!Δύσκολα μου βάζεις!!!».Τότε, εξοργισμένος ο Τούλης πατώντας μία φορά το μηχανικό μολύβι ΗΒ, της το κάρφωσε στο δεξί της μάτι ξεριζώνοντας το και κόβοντας τα νεύρα του με τα δόντια του… «Ποια να είναι… ποια να είναι…» συνέχισε να αναρωτιέται εκείνη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Τούλης της κάρφωσε το μηχανικό μολύβι στο αφτί με αποτέλεσμα 8 κιλά κολλώδες πύον να πεταχτεί στο καινούριο σμόκιν του Τούλη. «Νομίζω ότι ξέρω ποια είναι… Μίλα μου όμως από το αριστερό αυτί γιατί δεν ακούω καλά…» αποκρίθηκε εκείνη… Λυσσασμένος ο Τούλης φώναξε «Εσύ είσαι!!!!!!!» ενώ κάρφωνε το μολύβι στο δεξί μαστό της με αποτέλεσμα πιτσιλιές γάλατος να εκσφενδονιστούν πάνω στο ήδη γεμάτο πύον σμόκιν του Τούλη… Τότε ο Τούλης της καρφώνει και το δεύτερο μολύβι στην κοιλιά με αποτέλεσμα να της ξεριζώσει τα εντόσθια και να χυθούν στο πάτωμα… Μια λίμνη αίματος δημιουργήθηκε γύρω από το ανοιγμένο και πλέον νεκρό σώμα της Μακ Πούτσου… «Γαμώτο! Πρέπει να το πάω στο καθαριστήριο τώρα!!!!» είπε ο Τούλης και την αυνάνισε με το μηχανικό του μολύβι… Τρείς μήνες μετά… αφού το χιόνι έλιωσε… η τραβεστί γειτόνισσα πήγε να κεράσει την γριά μηλόπιτα… Βρήκε την γριά νεκρή… Μια κάρτα απεριόριστων πλυσιμάτων του καθαριστηρίου της γειτονιάς με το όνομα Τούλης, μια ταυτότητα και ένα πιστοποιητικό γεννήσεως του Τούλη και στο μαγνητόφωνο του δωματίου ακουγόταν το εθνικό λαϊκό άσμα «Την σκότωσα γιατί την αγαπούσα»… Η Αστυνομία δεν μπόρεσε ποτέ να διαλευκάνει την υπόθεση………

By Afro

διαβάστε και «την όλο βλάβες Λολίτα»

*δημοσιεύτηκε στο τεύχος #4 που μπορείται να κατεβάσετε από εδώ

Sick Mother Fucker

Ένας τύπος απερίγραπτος!!! Με την κιθάρα του παίζει, όπως γράφει και ο ίδιος στην σελίδα του στο myspace, Christian/Punk/Folk. Έχει υλικό για τρία albums μα καμία τύχη ως τώρα για δισκογραφία… αλλά όπως λέει ο ίδιος… “Δε γαμιέται, θα γίνω διάσημος όταν πεθάνω”. Έχει διασκευάσει τραγούδια όπως, house of rising sun, blowjobs & the lion sleeps tonight. Η βραχνάδα του και η τρέλα του αρκούν για να τον αγαπήσετε. Μπορείτε να τον δείτε και να τον ακούσετε εδώ και εδώ . Πάρτε και ένα μικρό δείγμα…

Πάνω τζαμάρει με την τρίχρονη ανηψιά του

Πάνω τα σπάει διασκευάζοντας το House Of The Rising Sun και κάτω με το τραγούδι του GG Allin, Blowjobs… Είναι θεός ο τύπος!!!

Γιώργος