Σάπιου Μύθοι

I.

Ο σκύλος κάποτε ρώτησε τον γάτο γιατί πίνει και εκείνος απάντησε… Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιω αλλά για κανέναν από αυτούς δεν πίνω. Πίνω μόνο για να ξεχάσω όλους αυτούς τους λόγους που εσύ με τη γαμημένη σκυλίσια ερώτηση σου μου θυμίζεις.

cat dog

II.

Ένας σκύλος έκανε έρωτα με έναν άλλο σκύλο σε ένα συνεργείο. Ένας ομοφυλόφιλος μυοπόταμος τους κοιτούσε με μια δόση ζήλιας που εκείνος δεν μπορούσε να ερωτοτροπήσει όπως οι σκύλοι και με θρασύτητα απερίγραπτη τους πέταξε έναν κουβά νερό. Τότε οι δύο σκύλοι μετά από μερικά γαμοσταυρίδια, έπιασαν το ομοφυλόφιλο ζώο και του έδειξαν πως κάνουν έρωτα οι σκύλοι.

dog fuk dog

III.

Στη λίμνη ένα βράδυ μία πάπια φλέρταρε χυδαία με έναν κάβουρα. Την ώρα που ψήθηκε η κατάσταση και ετοιμαζόταν να πάνε στην καβουροφωλιά να βγάλουν τα μάτια τους, ένας μουνουχισμένος κυνηγός, πυροβόλησε τον κάβουρα στο κεφάλι και τον σκότωσε. Η πάπια πέταξε μακριά και παντρεύτηκε έναν Αύγουστο.

duck

IV.

Ο μυοκάστορας ένα βράδυ τα έπινε μαζί με τον γάτο. Ο γάτος ρώτησε το συμπότη του γιατί πίνει. Ο μυοκάστορας του απάντησε… δεν μας γαμάς ρε γάτε. Και έτσι έγινε…

cat 2

V.

Πριν δέκα χρόνια ο λύκος εγκαταστάθηκε στο χωριό και άνοιξε ψησταριά για χορτοφάγους. Οι μόνοι πελάτες του ήταν ο τράγος και ο μυοκάστορας ο μερακλής που έπινε ρετσίνα με τηγανητές μελιτζάνες και φασόλια. Ένα βράδυ μπήκε στην ψησταριά το χέλι να πουλήσει προστασία. Ο τράγος του είπε «δεν μας γαμάς ρε χέλι…” και ο λύκος το έπιασε και το πέταξε στο καυτό τηγανόλαδο. Εκείνο έσκουζε και φώναζε “την έχετε γαμήσει μπάσταρδοι” την ίδια ώρα που το στομάχι του μυοκάστορα γουργούριζε για τον καινούριο μεζέ…

wolf

VI.

Το τσοπανόσκυλο κόντευε να πνιγεί από το σφιχτό κολάρο και ζήτησε από τον γάτο να του το χαλαρώσει. Ο γάτος του ζήτησε να χαμηλώσει το κεφάλι του για να τον βοηθήσει. Τότε ο γάτος έβγαλε ένα σουγιά και του έκοψε το λαιμό.

Untitled

VII.

Ένας μεγάλος αρουραίος ήταν στην παραλία με τον μυοκάστορα και πίνανε μπύρες. Ο τελευταίος ρώτησε τον αρουραίο γιατί πίνει και του απάντησε… πίνω για να ξεχάσω τα υλικά δεσμά αυτού του κόσμου που κρατάνε το πνεύμα μου σκλαβωμένο στους υπονόμους της ύπαρξης. Ο μυοκάστορας κοίταξε τον αρουραίο και κατέβασε την μπύρα του με ευχαρίστηση… το βγάλαμε το μεροκάματο και σήμερα… σκέφτηκε ενδόμυχα…

rat2

VIII.

Κάποτε την Γαρίτσα την επισκέφθηκε ένας μεγάλος μυοκάστορας όπου κατασπάραξε ένα τσοπανόσκυλο και στραγγάλισε τρεις γάτες. Η αλεπού τον είδε λέει να πετάει από δέντρο σε δέντρο. Αλλά η αλεπού όλο μαλακίες έλεγε…

fox

IX.

Μια φορά και έναν καιρό στου Διαόλου τη μάνα, ζούσε ένα πλάσμα τόσο βρώμικο που ούτε οι νεκρές σαρδέλες δεν άντεχαν να κάτσουν δίπλα του. Αυτό το πλάσμα ζούσε εις βάρος της κοινότητας των γάτων, χρησιμοποιώντας κατάπτυστα παιχνίδια. Μια μέρα ένας σκύλος του ακρωτηρίασε με μια δαγκωνιά τα γεννητικά του όργανα και αφού τα μάσησε, του τα έφτυσε στα μούτρα. Το πλάσμα συνέχισε όμως να κάνει τις βρωμιές του, γιατί έτσι και αλλιώς δεν είχε αρχίδια…

plasma

X.

Πριν δύο μήνες ένας σκαντζόχοιρος  έπιασε στα πράσα τη γυναίκα του να τον απατάει με έναν αρουραίο. Αφού το σκέφτηκε καλά, πλήρωσε έναν ρινόκερο για να κάνει έρωτα μαζί του και φρόντισε να τον δει ο αρουραίος ο οποίος έπαθε μεγάλο σοκ. Την επόμενη μέρα ο κερατάς σκαντζόχοιρος είδε τον αρουραίο στο δρόμο, του έκλεισε το μάτι και του είπε με νόημα… έτσι γαμάνε τα ογκώδη φυτοφάγα θηλαστικά της Αφρικής που στο πάνω ρύγχος τους έχουν ένα ή και δύο κέρατα…

keratas

XI.

 Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στο μυρμηγκοβασίλειο. Οι δουλειές είχαν παύσει για μεσημέρι και ένα μυρμήγκι μες στην ντάγκλα του, έπινε τον καφέ του και ένα μικρό παιδί, που ποτέ δεν έμαθε την αξία της ζωής, το πάτησε. Από τότε το μυρμήγκι δεν ξαναήπιε καφέ νες. Το παιδί γέρασε και πέθανε.

ant

XII.

Τα χρόνια που ο λύκος έγραφε το βιβλίο του “περί επ’ αναστάσεως λόγοι”, το γουρούνι έγραψε το “μανιφέστο της πουστιάς”, το φίδι έγραψε την “πνευματική αναπηρία στην μετά-Εδέμ εποχή” και οι γλάροι πετούσαν και έπαιρναν μάτι ένα ζευγάρι ανθρώπων να κάνει παθιασμένο έρωτα στην παραλία. Την επόμενη χρονιά το ζευγάρι χώρισε και δεν ξαναέκανε έρωτα στην παραλία. Ήταν η ίδια χρονιά που οι γλάροι έκαναν επανάσταση, η αλεπού άνοιξε γιαουρτάδικο, η αρκούδα ανέβηκε στο βουνό της , εγώ έμεινα εδώ, εσύ εκεί και η ζωή συνεχίζεται…

434

XIII.

Η αρκούδα γυρνούσε στο δάσος και κάποια στιγμή ζαλίστηκε και είπε να βρει ένα μέρος να ξαποστάσει. Βρήκε ένα καφενείο μα η μόνη καρέκλα δίχως κώλο επάνω της, ήταν στο τραπέζι που καθόταν το σαλιγκάρι. Κάτσε αρκούδα, της είπε και εκείνη κάθισε. Τι να κεράσω αρκούδα? Ρώτησε ο σαλίγκαρος… Άντε γαμήσου, απάντησε εκείνη. Ο σαλίγκαρος εκνευρισμένος αλλά αρκετά ψύχραιμος της είπε… Θα σου έκοβα το λαρύγγι με το στιλέτο μου, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφος 2ε και 2ζ του δασικού κώδικα, απαγορεύεται ο φόνος, η αιχμαλωσία, η κατοχή και η έκθεση σε δημόσια θέα της αφεντιάς σου…

snail

XIV.

Ένα δειλινό του Αυγούστου, ο σκίουρος έφαγε κρεμμύδια και η ανάσα του σκότωσε την αγάπη μας. Ο ασβός ρεύτηκε την τονοσαλάτα που του μαγείρεψε η αλεπού και η χελώνα έπινε υποβρύχια στο στέκι παρέα με την οχιά και η ζωή συνεχίζεται και η ζωή συνεχίζεται…

ryryye

XV.

Κάποτε στο στέκι του καρχαρία, βρέθηκε ένας λύκος, πρώην χωροφύλακας να τα πίνει. Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει, άρχισε να πουλά μαγκιά έχοντας στα μυαλά του τις παλιές ένστολες μέρες του. Μια παρέα ασβών αντιεξουσιαστών, τον έβγαλαν έξω το λύκο με σπρωξιές και τον έσπασαν στο ξύλο. Την ώρα που προσπαθούσε να σηκωθεί, τρώει μια κλωτσιά στα πλευρά από ένα πρόβατο και του πε “σήκω φύγε κερατά… εμείς εδώ δεν γαμάμε τσάμπα το μουνί”.

3325265w

XVI.

Ήτανε σούρουπο και η χελώνα γύρναγε στο σπίτι της πιωμένη. Στο δρόμο συναντάει το  λαγό που ‘τανε σπινταρισμένος και άρχισε να της πουλάει τσαμπουκά. Η χελώνα τότε τον προκάλεσε σε αγώνα δρόμου. Στάθηκαν δίπλα-δίπλα, όρισαν το σημείο τερματισμού και η χελώνα μαχαίρωσε στην πλάτη το λαγό 15 φορές σκοτώνοντας τον και μετά γύρισε στο σπίτι της.

3324252

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Μικάλεφ «Σάπιες ιστορίες» 2013

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

οι «Σάπιες Ιστορίες» του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Μέσα στο χαμό που γίνετε τούτες τις μέρες, είπα να βγάλω κάτι βαρύ και ανάλαφρο που ετοίμαζα εδώ και λίγο καιρό: Σάπιες ιστορίες… Μια συλλογή από κείμενα, ιστορίες και λοιπά παράλειπα που έγραψα απ’ το 12 έως το 13. Κάποια έχουν δημοσιευτεί σκόρπια και κάποια παρουσιάζονται για πρώτη φορά σε αυτό το ψηφιακό βιβλίο απ’ τις διαδικτυακές εκδόσεις “Το Κόλο”. Ομοιότητες προσώπων & καταστάσεων με την πραγματικότητα, καμιά φορά παίζει και να είναι τυχαίες. Την γραφή μου δεν την χαρακτηρίζει ευτυχώς η «ωριμότητα» όπως και τη ζωγραφική μου. Όσοι έχετε διάθεση να με διαβάσετε μπορείτε να κατεβάσετε τις Σάπιες Ιστορίες σε pdf (δωρεάν εννοείτε)… http://www.mediafire.com/download/739h5a3urgb1ogd/sapies_istories.pdf  ή να τις διαβάσετε online… http://issuu.com/george84/docs/sapies_istories. Αυτά για την ώρα… Τα ξαναλέμε…

 

Γιώργος Μικάλεφ 

Ο Θάνατος Ήρθε Από Τα Ξένα – Γιώργος Μικάλεφ

ιστορία από το «δεύτερο βιβλίο του κώλου«

Άλλη μια Κυριακή με βρίσκει να κάθομαι στο γραφείο μου και να χαζεύω στον υπολογιστή με τις ώρες. Ο Χειμώνας δεν είναι για έξω και ειδικά όταν έχεις το τζάκι να καίει όλη μέρα. Είχαμε ξενυχτήσει το Σαββατόβραδο στο στέκι, πίνοντας μπύρες με τον Επαμεινώνδα. Ο συγχωρεμένος πια Επαμεινώνδας, ήταν ένας περίεργος τύπος ανθρώπου. Δεν τον έβλεπες συχνά έξω και κανείς στη γειτονιά δεν ήξερε τι δουλειά κάνει. Για κάποιο λόγο που μόνο εκείνος ήξερε, με συμπαθούσε και μια φορά το μήνα πηγαίναμε καμιά βόλτα για μπυροποσία. Εκείνη τη μέρα η γυναίκα μου απουσίαζε για ένα διήμερο σεμινάριο και εγώ ήμουν μόνος και ελεύθερος να πιω χωρίς γκρίνια. Όχι που δεν είχε δίκιο να γκρινιάζει για την υγεία μου, αλλά και εγώ είχα ανάγκη το παυσίπονο μου.

Μόνο που μεσημέριασε και είμαι ακόμα χώμα. Μια λιγούρα με οδήγησε στο ψυγείο και με ανάγκασε να φάω την τελευταία σοκολάτα της Μαρίας. Σκεφτόμουνα μια φράση που έλεγε συνεχώς χθες ο Επαμεινώνδας μετά το πέμπτο υποβρύχιο… είναι τέρατα που πηδάνε, μας γαμάνε και πάνε. Από το περασμένο βράδυ  προσπαθούσα να την ερμηνεύσω… όχι τόσο τη φράση, αλλά τον περίεργο φίλο μου. Η προσπάθεια μου να τον ψυχολογήσω πάντα αποδεικνυόταν άκαρπη. Πιτσιρικάς διάβαζα πολύ τα συνωμοσιολογικά. Ε λοιπόν, αυτός ο τύπος είναι σαν να βγήκε μέσα απ’ τις σελίδες αυτών των βιβλίων. Έριξα δυο ξύλα στο τζάκι και έγειρα στον καναπέ.

Η σοκολάτα ήταν με κομματάκια αμυγδάλου. Την απόλαυσα μαζί με ένα ωραίο γλυκό καπουτσίνο. Από αυτόν δεν είχαμε στο χωριό μου. Ούτε τουαλέτα δεν είχαμε στο χωριό μου. Καιρός να τα απολαύσω λοιπόν. Καναπές, σοκολάτα, καπουτσίνο και αραλίκι.

Με την τηλεόραση κλειστή έχω διαπιστώσει πως το μυαλό μου λειτουργεί περισσότερο. Μπορεί να σκέφτεται περίπλοκα θέματα. Εκείνη την ώρα σκεφτόμουν πώς να παρακολουθήσω τον Επαμεινώνδα και να μάθω τι σκαρώνει εκεί μέσα… Οι συσκευές παρακολούθησης ήταν αρκετά φτηνές και διαθέσιμες με παραγγελία απ’ το διαδίκτυο. Φανταζόμουν τον εαυτό μου με ακουστικά να κοιτάω πολλές μικρές οθόνες και να ανακαλύπτω άκρως απόρρητα κρατικά μυστικά. Σε άλλη εκδοχή ανακάλυπτα πως ο γείτονας ήταν ένας κατά συρροή δολοφόνος και τον χάζευα την ώρα που ακρωτηρίαζε κάποιο από τα θύματα του και συγκεκριμένα την κυρά-Κούλα τη πασοκτζού… το τελευταίο σενάριο που έπλασε η καλπάζουσα φαντασία μου εκείνο το μεσημέρι, ήταν πως ο Επαμεινώνδας ντυμένος ουρακοτάγκος, πηδούσε την Μαρία μου. Εκεί σταμάτησα τα σενάρια. Η φαντασία καμιά φορά σου δημιουργεί εικόνες άσχημες και εμετικές. Για αυτό και άνοιξα την τηλεόραση.

Άλλαζα κανάλια αναποφάσιστα για κάνα πεντάλεπτο. Τελικά κατέληξα να βλέπω τον Ντάνιελ Σαν ντυμένο ντουζιέρα να τρέχει για να γλιτώσει το ξύλο. Αλλά τις έφαγε…

Ο καφές σε συνδυασμό με σοκολάτα και το άστατο στομάχι μου, είχε αρχίσει να επιδράει. Ηχηρές εκκενώσεις αερίων άρχισαν να μολύνουν την ατμόσφαιρα. Διήρκησαν μέχρι τις διαφημίσεις όπου τα δεσμά μου  χαλάρωσαν και ελεύθερος πια μπορούσαν να περάσω το τηλεοπτικό μου διάλλειμα, στην τουαλέτα που τόσο πολύ ονειρευόμουν στα παιδικά μου χρόνια.

Πάντα ένιωθα ηλίθιος όταν προσπαθούσα να λύσω κάποιο σταυρόλεξο. Η Μαρία πάντα φρόντιζε να υπάρχει κάποιο σταυρόλεξο στο μπάνιο. Ίσως για να με κάνει να νοιώθω ηλίθιος. Αυτή η σκέψη άρχισε να με απασχολεί καθώς καθόμουν αναπαυτικά στο κάθισμα της τουαλέτας. Η πόρτα της τουαλέτας ήταν ανοιχτή. Το συνήθιζα όταν ήμουνα ολομόναχος. Η τηλεόραση στο σαλόνι ήταν ακριβώς απέναντι από το μπάνιο. Είχα διαλέξει επίτηδες αυτή τη θέση για να μην χάνω τα αγαπημένα μου προγράμματα για κανέναν λόγο. Ήμουν τραγικός… το ξέρω…

Οι ήρεμες σκέψεις μου διεκόπησαν  από έναν δυνατό κρότο.  Η αλήθεια είναι ότι τρόμαξα αρκετά και τινάχτηκα απότομα. Κανείς εδώ δεν κυνηγά. Τι στον Άι Σπυρίδωνα ακούστηκε? Πρέπει να ήταν από πολύ κοντά και ήμουν σίγουρος πως ήταν πυροβολισμός. Η γειτονιά μας ήταν κάπως απόμερη και έξω από την πόλη αλλά κανείς δεν βαρούσε ντουφεκιές μεσημεριάτικα.

Οι επόμενες σκηνές ξετυλίχτηκαν αρκετά γρήγορα μιας και ο τρόμος δεν δίνει περιθώρια για πολλές σκέψεις. Ένας θόρυβος από γυαλιά να σπάζουν ακούστηκε απ’ το σαλόνι και ένα πελώριο “πράγμα” έκανε ένα γρήγορο αναγνωριστικό πέρασμα μπροστά από την ανοιγμένη πόρτα. Εγώ σηκώθηκα αυτόματα και έκλεισα απότομα την πόρτα του μπάνιου χωρίς δεύτερη σκέψη. Διπλοκλείδωσα ξαφνιάζοντας το πελώριο πλάσμα που άρχισε να χτυπάει με τρομακτική δύναμη την πόρτα, λες και την κλωτσούσαν πέντε άντρες.

Το ένστικτο της καθαριότητας νίκησε το ένστικτο της επιβίωσης και με ανάγκασε να σκουπιστώ χάνοντας ένα πολύτιμο λεπτό από τα τελευταία ίσως της ζωής μου. Τα χτυπήματα καταλάγιασαν και σταμάτησαν. Κοίταξα απ’ την κλειδαρότρυπα και αντίκρισα ένα γκρίζο τέρας που ξεπερνούσε τα δύο μέτρα να περιφέρεται στο σαλόνι μου. Η τηλεόραση μου το ενόχλησε και στηριζόμενο στην χοντρή ποντικίσια ουρά του, σήκωσε το σώμα του και με τα τεράστια πόδια του την κλώτσησε με δύναμη σωριάζοντας της κάτω. Μετά γύρισε προς την πόρτα που μας χώριζε και άρχισε να πλησιάζει με έναν αργό αηδιαστικό τρόπο. Εκείνη την ώρα παρά την ταραχή μου κατάλαβα τι ήταν αυτό το τέρας…

Ήταν ένα καγκουρό από την κόλαση. Καθώς πλησίαζε ο τρόμος έγινε ακόμα μεγαλύτερος. Στον μάρσιπο του δεν υπήρχε κανένα γλυκό μωρό καγκουρό παρά ένα ανθρώπινο κεφάλι. Ήταν το ακρωτηριασμένο κεφάλι του Επαμεινώνδα!  Ο Χριστός και η Παναγία ψιθύρισα και μίσος άρχισε να μολύνει τη ψυχή μου με εκδικητική μανία. Οι κλωτσιές έδιναν και έπαιρναν και η πόρτα δεν θα άντεχε για πολύ. Προσπαθούσα να σκεφτώ πως θα μπορούσα να αντιμετωπίσω αυτόν τον δίμετρο δαίμονα και οι επιλογές μου ήταν ελάχιστες εκεί μέσα. Ήλπιζα μόνο να είχα ξεχάσει τον θερμοσίφωνα ανοιχτό από χθες το βράδυ.

Η πόρτα με ένα τελευταίο χτύπημα του δολοφονικού καγκουρό υποχώρησε. Εγώ μέσα στη μπανιέρα σκυμμένος με το τηλέφωνο του ντους στο χέρι να βγάζει καυτό νερό. Το τέρας μπήκε χυδαία και αναίσχυντα στο μπάνιο μου πατώντας χωρίς κανέναν σεβασμό πάνω στην διαλυμένη πόρτα. Μόλις το διψασμένο για αίμα βλέμμα του συνάντησε το πραγματικά χεσμένο δικό μου, έβγαλε μια ανίερη κραυγή ευχαρίστησης. Δεν περίμενα πολύ… έβαλα την πίεση του καυτού νερού στο τέρμα και το εκτόξευσα ζεματίζοντας το κεφάλι του θηρίου. Εκείνο σοκαρισμένο και με τα μάτια του κλειστά από τον πόνο, έπεσε πίσω στη μπανιέρα. Βρήκα ευκαιρία και έτρεξα στο σαλόνι. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει σαν τρελό… πήγα στην κουζίνα.

Όταν το αιμοβόρο κτήνος βγήκε από το μπάνιο, εγώ είχα εφοδιαστεί με ένα αντικολλητικό τηγάνι και ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι. Εκείνο όρμισε με δυο σάλτα κατά πάνω μου και τότε βρήκα την ευκαιρία να του ρίξω μια τηγανιά στο δόξα πατρί και να το μαχαιρώσω επιφανειακά στο στήθος. Εκείνο στηριζόμενο στην ουρά του πήρε θέση για να με κλωτσήσει. Όμως εγώ την απέφυγα πέφτοντας στο πλάι και βρήκα την ευκαιρία να του μαχαιρώσω την ουρά και την πλάτη.  Μου ανταπέδωσε τα χτυπήματα ρίχνοντας μου μια στα μούτρα με την ουρά του αφοπλίζοντας με και με σώριασε κάτω. Επιχείρησε τότε αμέσως να πηδήξει επάνω μου αλλά ευτυχώς κύλισα προς το τζάκι και το απέφυγα ξανά. Καθώς σηκωνόμουν άρπαξα το σίδερο από το τζάκι για όπλο. Το θηρίο πήδηξε καταπάνω μου με σκοπό να με πετάξει στη φωτιά, αλλά αποφεύγοντας το κατέληξε να ζεματίσει το πόδι του στο τζάκι και να πέσει κάτω σφαδάζοντας. Χωρίς να χάσω την ευκαιρία σήκωσα το σίδερο και άρχισα να χτυπώ τον δαίμονα στο κεφάλι με μανία… σύντομα έχασε τις αισθήσεις του…

Δέκα λεπτά αργότερα τα χέρια μου είχαν πιαστεί και σταμάτησα να χτυπάω το διαλυμένο κρανίο, αφήνοντας το ματωμένο σίδερο στο πάτωμα. Το κεφάλι του καγκουρό είχε γίνει μια μάζα από κρέας, σαν τις μπριζόλες που μου χτυπούσε η γιαγιά μου η Χρυσάνθη. Το κεφάλι του Επαμεινώνδα είχε πέσει κατά τη διάρκεια της μάχης στον καναπέ μου. Το σκέπασα με μια κουβερτούλα. Έριξα μια ερευνητική, ψύχραιμη ματιά στο νεκρό φονιά. Μέσα στον μάρσιπο υπήρχε κάτι ακόμα. Σίγουρα δεν ήταν ανθρώπινο μέλος. Είχε τετραγωνισμένο σχήμα. Έβαλα το χέρι μου μέσα σε αυτή την αηδία και έβγαλα από μέσα ένα μεγάλο βιβλίο βουτηγμένο στα αίματα. Το ακούμπησα στο τραπεζάκι και το άνοιξα. Ήταν χειρόγραφο και έβαζα στοίχημα πως το έγραψε ο Επαμεινώνδας.

Τα όσα διάβασα εκεί μέσα ήταν συνταρακτικά. Στις σελίδες αυτού του βιβλίο ο αδικοχαμένος φίλος, έγραφε για την μεγάλη συνωμοσία των καγκουρό… Το ξέρω πως θα σας φανεί γελοίο. Το ίδιο φάνηκε και σε μένα όταν διάβασα ότι τα καγκουρό σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο, αν γευτούν το αίμα και τη σάρκα των απογόνων του Αλεξάνδρου, θα κυριαρχήσουν στον κόσμο… Η αλήθεια είναι ότι και εγώ γέλασα όταν το άκουσα. Λίγα λεπτά αργότερα όμως, όταν αντίκρισα έξω από παράθυρο μου εκατοντάδες καγκουρό να τριγυρνούν στη γειτονιά, το χαμόγελο μου πάγωσε…

Ένας πανικός άνευ προηγουμένου επικρατούσε στους δρόμους έξω. Τα καγκουρό-φονιάδες ήταν αμέτρητα και παντού. Σκότωναν και βίαζαν όποιον βρισκόταν στο πέρασμα τους. Εισέβαλαν σε σπίτια σπάζοντας πόρτες και παράθυρα. Όσοι επιχείρησαν να φύγουν βρήκαν τον θάνατο μέσα στα αυτοκίνητα τους… βλέπεται αυτά τα τέρατα όλο το βράδυ είχαν ρουφήξει τη βενζίνη από όλα τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Ήταν πραγματικά πανούργα αλλά εγώ ήμουν ακόμα πιο πανούργος από αυτά τα φριχτά τέρατα…

Την ώρα που τα χτυπήματα στην εξώπορτα μου έδιναν και έπαιρναν, εγώ με το κοφτερό μαχαίρι είχα είδη γδάρει το τομάρι του καγκουρό που είχα σκοτώσει και το είχα φορέσει. Το θέαμα ήταν αισχρό και γελοίο ταυτόχρονα. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουνα όταν το έπραττα, αλλά μετά από τόσο κόπο δεν θα έκανα πίσω. Φόρεσα το δέρμα του ζώου σαν μακάβρια αποκριάτικη στολή. Το δέρμα απ’ την ουρά και τα πίσω πόδια σερνόταν στο πάτωμα, ενώ το κατεστραμμένο κεφάλι ήταν πεσμένο πάνω απ’ το δικό μου σαν  τα κεφάλια του λύκου που είχαν οι μάγοι αν θυμάμαι καλά σε κάποιο έργο…

Βγήκα έξω από το παράθυρο με τη ματωμένη κρεάτινη στολή μου. Απορώ γιατί μου χτυπάγανε την πόρτα και δεν μπαίνανε απ’ το σπασμένο παράθυρο. Αλλά δεν έκατσα να το σκεφτώ και προσποιούμενος το καγκουρό άρχισα να πηδάω σέρνοντας πίσω την ουρά και τα πόδια του θύματος μου. Κανένα καγκουρό δεν αντιλήφτηκε την απάτη μου. Τότε κατάλαβα ότι αυτά τέρατα θα πρέπει να τα έβλεπαν όλα ασπρόμαυρα… Περνούσα δίπλα τους την ώρα που σοδόμιζαν τους γείτονες μου και σφάγιαζαν τα παιδιά τους. Ήξερα πως δεν μπορούσα να βοηθήσω και ότι έπρεπε να σώσω το τομάρι μου για να προειδοποιήσω την ανθρωπότητα.

Μετά από μια ώρα αιματοβαμμένης περιπλάνησης κατάφερα να φτάσω σε έναν λόφο ασφαλή χωρίς αιμοβόρα πλάσματα τριγύρω. Από κει πάνω έβλεπα και το σπίτι μου ακόμα… στο βάθος. Στο δρόμο μου δεν συνάντησα άνθρωπο ζωντανό. Μόνο ακρωτηριασμένα μέλη μισοφαγωμένα και βιασμένα. Ήρθε στο μυαλό μου η γυναίκα μου. Το αεροδρόμιο σκέφτηκα πρέπει να ήταν κλειστό. Κάποιος πρέπει να ειδοποίησε την αστυνομία, τον στρατό, την κυβέρνηση ή όποιον στο διάολο μπορούσε να βοηθήσει. Στεκόμουν στον έρημο λόφο, μέσα στο ζεστό τομάρι του κτήνους και σκεφτόμουν τι να έκανα, όταν ακούστηκε ο θόρυβος από ένα αεροπλάνο που πλησίαζε στο αεροδρόμιο. Πάγωσα… τι θα γινόταν αν η Μαρία ήταν σε αυτό το αεροπλάνο και με το που άνοιγαν την πόρτα την κατασπάραζαν τα τέρατα μαζί με όλους τους επιβάτες? Και αν τα καγκουρό είχαν κυριαρχήσει σε όλες τις πόλεις? Και αν ήμουν ο τελευταίος επιζών αυτού του πολέμου? Και αν τελικά προσποιούταν ότι τα έβλεπαν όλα ασπρόμαυρα?

Η απόφαση που πείρα καθώς το αεροπλάνο  προσγειώθηκε και αποβιβαζόταν μια στρατιά από πηδηχτά τέρατα, ήταν μονόδρομος. Τυλίχτηκα με τη στολή μου και αποφάσισα να συνεχίσω να είμαι καγκουρό μέχρι να έρθει ο στρατός των ανθρώπων… αλλά δεν φάνηκε ποτέ…

Οραματιζόμουν τον εαυτό μου ως τον τελευταίο άνθρωπο στη Γη. Έναν πολεμιστή που σφαγιάζει τις ορδές των τεράτων. Στο φως θα ήμουν απλά ένα καγκουρό που θα πηδούσε όλη μέρα και τη νύχτα θα έπαιρνα την εκδίκηση μου στο όνομα της ανθρωπότητας… Μήπως όμως όλα αυτά να ήταν λάθος. Μήπως έπρεπε να αφήσω τα δύσμοιρα ζώα να κυριαρχήσουν ανενόχλητα όπως εμείς τόσα χρόνια τη Γη. Ίσως αυτά να τα πήγαιναν καλύτερα… Ίσως να έπρεπε να τους δώσω μια ευκαιρία…

Την σκέψη μου την διέκοψε απότομα ένα σκούντημα στον ώμο που αντί να με παγώσει έκανε την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή… η Μαρία με έβρισε γιατί έφαγα την τελευταία της σοκολάτα. Εγώ στον καναπέ κουλουριασμένος και αγουροξυπνημένος την κοίταξα σιωπηλά. Ωραία αντιμετώπιση στην τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας…

Γιώργος Μικάλεφ