Αναλώσιμοι σκλάβοι πατριωτικής εφημερίδας πίνουν αγιασμό & μετά γράφουν!!!

Ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία, μας επισκέφθηκε στα γραφεία της εφημερίδας μας ένας νεαρός άνδρας. Η ιστορία που μας αφηγήθηκε, αρχικά φαινόταν απίστευτη, αλλά εξετάζοντας τα στοιχεία προσεκτικά, άρχισε να δένει μες τα κεφάλια μας. Ακολουθούν τα όσα μας είπε ο άνθρωπος, χωρίς τις δικές μας άπειρες παρεμβάσεις,  για μια πιο εύκολη ανάγνωση.

000αΑΑ

Νέος, άνεργος, άφραγκος. Διαβάζω μια αγγελία για αρθρογράφο λέει σε πατριωτική εφημερίδα, αμοιβή καλή και ένσημα και όλα. Είχα βγάλει κάτι σεμινάρια και πήγα χωρίς να το σκεφτώ. Το πατριωτική λιγάκι με ξένισε αλλά δεν γαμιέται. Δουλειά είναι και μένα οι γονείς μου Νέα Δημοκρατία ψηφίζανε.

Πήγα στα γραφεία τους και με το καλημέρα, με ξόρκισε «ο παπάς της εφημερίδας» κραδαίνοντας το καυλιτσέκι του και ραντίζοντας ταυτόχρονα με αγιασμό τα μάτια μου. Του φωνάζω «τι εκφυλιές είναι αυτές» και τότε με την απειλή περιστρόφου, με οδήγησε στην «Αίθουσα Επιφοίτησης Αγίου Πνεύματος». Με οδηγεί σε ένα γραφείο με υπολογιστή και μου αλυσοδένει τα πόδια στην παράξενη καρέκλα ενός γραφείου. Δεν ήταν όμως καρέκλα… ήταν ένα πράγμα σαν χεστροκαρέκλα γραφείου. Κοιτώντας γύρω μου παρατήρησα ότι υπήρχαν τουλάχιστον άλλα 10 γραφεία με λιγδιασμένους κι άθλιους εμφανισιακά νεαρούς που φαινόταν και αυτοί να είναι δεμένοι. Εκείνοι έγραφαν με μανία στους υπολογιστές και ο ιερέας περνούσε από γραφείο σε γραφείο και τους έδινε να πιουν από ένα μπουκάλι με αγιασμό. Όποιος αρνιόταν να πιει την προβλεπόμενη ποσότητα, του έστριβε τις ρόγες. Εντάξει σκέφτηκα… το βγάλαμε το μεροκάματο και με ‘πιάσαν κλάματα.  Με πλησίασε τότε ένας άλλος ιερέας, εύσωμος αρκετά, με δερμάτινο ράσο. Με άρπαξε από τα μαλλιά και μου χτύπησε το κεφάλι στο γραφείο με δύναμη. Έχασα τις αισθήσεις μου.

Όταν άρχισα να συνέρχομαι, βρισκόμουν στο πάτωμα ξαπλωμένος μπρούμυτα με τα χέρια δεμένα πίσω και ένιωσα έναν οξύ πόνο στον κώλο. Γυρνώντας το κεφάλι μου, αντίκρισα με τρόμο τον παπά να με σοδομίζει και να ψάλει ταυτόχρονα. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να πεθάνω. Μέχρι να τελειώσει, είχα κάνει δύο φορές εμετό και λιποθύμησα πάνω στα ξερατά μου.

Ξύπνησα στο γραφείο με τα χέρια ελεύθερα. Μου είχαν φέρει  ένα χαρτί με μερικούς τίτλους και σημειώσεις. Χειρόγραφα όλα. Το χαρτί ήταν σφραγισμένο κάτω δεξιά. «ΑΜΒΡΟ» έγραφε το μεγάλο, κόκκινο αποτύπωμα της σφραγίδας. Στη μέση από τα κόκκινα γράμματα, διέκρινα ένα σταυρό σχηματισμένο από πέη. Παναγία μου!!! Που ήρθα;;; Στο χαρτί οι τίτλοι γράφανε ειδήσεις τύπου… «μπολσεβίκοι σοδόμισαν συνταξιούχους χωροφύλακες», «εμφανίστηκε η Παναγία στα οπίσθια μητροπολίτη», «εβραίοι, νεοταξίτες τρώνε έμβρυα χριστιανών» και άλλα τέτοια.

Ένας τρίτος παπάς με πλούσια λευκή γενειάδα και σβάστικα στο μπράτσο, ήρθε και με άρχισε στο φροντιστήριο. Μου συστήθηκε Όσιος Αμπρόσιος και μου έδειξε τους τίτλους εξηγώντας μου ότι με τη βοήθεια των σημειώσεων και του Παναγίου Πνεύματος, θα γράφω τις ειδήσεις. Πήγα να ζητήσω περισσότερες εξηγήσεις και τότε μου έχωσε βίαια στο στόμα ένα μπουκάλι αγιασμό. Στην αρχή κατάπινα για να μην πνιγώ αλλά μετά δεν μπορούσα να κατεβάσω άλλη γουλιά. Αγιασμός χύθηκε στο πάτωμα. Ο  παπάς τα πήρε άγρια και άρχισε να με κοπανάει με το πληκτρολόγιο μέχρι που το ‘κανε κομμάτια στο κεφάλι μου που αιμορραγούσε. Δύο λεπτά αργότερα έφερε ένα καινούριο πληκτρολόγιο και το συνέδεσε στον υπολογιστή που είχα μπροστά μου.

Συμμορφώθηκα σιγά σιγά. Έκανα ότι μου είπαν οι ιερείς. Δεν μιλούσα στους «συναδέλφους» μου, έπινα αρκετό αγιασμό, έγραφα ειδήσεις, άρθρα και έτρωγα μια φορά τη μέρα. Το φαγητό το ονόμαζαν σώμα και αίμα κυρίου αλλά φαινόταν σαν το σώμα και το αίμα αρουραίων. Έμεινα εκεί μέσα για 10 μήνες. Σε αυτό το διάστημα τέσσερις συνάδελφοι μου έφυγαν απ’ τη ζωή. Η αντικατάσταση γινόταν σε μερικές ώρες και με τον ίδιο τρόπο που έγινε και με μένα. Πως κατάφερα να φύγω ζωντανός από κει μέσα; Ακρωτηριάστηκα με ένα νυχοκόπτη. Με βλέπετε. Κόντεψα να πεθάνω.

[οι πατούσες τους έλειπαν]

Η εφημερίδα λεγόταν Ελεύθερη Χώρα, Ελεύθερη Μώρα, Του Χριστού Η Ωρα… δεν θυμάμαι. Προσπαθώ με τη βοήθεια ειδικών να συνέλθω από το σοκ που μου προξένησαν τα μαρτύρια εκεί μέσα. Οι αρχές οι οποίες με μάζεψαν σε κρίσιμη κατάσταση από το δρόμο τη μέρα που το έσκασα, έκαναν έλεγχο στο κτήριο… μα το κτήριο ήταν λέει εγκαταλελειμμένο από χρόνια. Μονάχα ένα μικρό εικόνισμα του πατέρα Μπαΐσιου βρήκαν εκεί μέσα και μυρωδιές από κόπρανα και θειάφι…

*ο νεαρός δεν θέλησε να δώσει τα στοιχεία του στη δημοσιότητα για ευνόητους λόγους.

Μεγάλο θαύμα: Μας φανερώθηκε ο Άγιος Σπυρίδωνας, μας έδωκε την ευλογία του και μια… συνέντευξη!!!

Τελικά οι Άγιοι δεν εμφανίζονται μονάχα σε θρησκόληπτους εθνικιστές προφητεύοντας το πότε θα πάρουμε την πόλη, ποζάροντας σε εξώφυλλα εφημερίδων του κώλου.

 Πετύχαμε το βράδυ μιας Πέμπτης τον Άγιο Σπυρίδωνα, στο «Μπαρ Το Ναυάγιο» να πίνει τσιτσιμπύρες και του υποβάλαμε μερικές ερωτήσεις. Οι απαντήσεις του σκληρές, μα θεϊκά σταράτες!

Άγιε μου Σπυρίδωνα, η εκκλησία καταδικάζει την αγάπη και τη σαρκική απόλαυση σαν να ‘ταν πανώλη. Εσείς ως ένας άγιος που έχει γευτεί τις χαρές της γυναικείας σάρκας, τι έχετε να μας συμβουλέψετε; 

Οι παπάδες  την αγάπη την εκαταδικάζουν επειδή είναι ξενέρωτοι και δίβουλοι. Όταν αμπώνονται*, για παράδειγμα, το βαφτίζουνε πνευματική άσκηση! Ό,τι μπορεί να κάμει ευχαρίστηση στον άνθρωπο, τους προκαλεί αλλεργία και δε φτάνει τούτο, το κατηγορούν και ως σατανιασμένο. Ακόμα και το βάτεμα, μια από τις πιο όμορφες πράξεις μεταξύ δυο ή περισσοτέρων ανθρώπων, το  θεωρούν βδελυρό, ένα αναγκαίο κακό για τη διαιώνιση του είδους. Αν είναι η αγάπη αμαρτία, βάλτε φωτιά στην εκκλησία. Αν ξανακατέβει του Θεού ο Γιός στη Γη, θα πέφτουνε τσι σούδες να κρυφτούνε που να μη συφτάκουνε οι αφορεσμένοι.

*σπρώχνονται

 Ο Άγιος μας εξκιούζαρε για ένα μινούτο, σηκώθηκε, πήγε στον ντισκ τζόκεϊ και παρήγγειλε τραγούδι…

Μας δώσατε μια ιδέα για τα rock γούστα σας στην ξένη μουσική. Ας μιλήσουμε για  Ελληνική μουσική. Τα αγαπημένα σας ακούσματα αυτόν τον καιρό…

 Είναι πολλά… Θα σας πω τα πρώτα που μου έρχονται στο τσερβέλο. Γκουλάγκ, Νεκροί Μπακογιάννηδες, Βραδυφλεγείς: Ανάφλεξη, Ωχρά Σπειροχαίτη, Γραμματείς & Φαρισαίοι, Εκτός Ελέγχου.

Άγιε, ποια η γνώμη σας για τον Άγιο Μπαΐσιο; Ισχύει ότι είναι πιο θαυματουργός από τη χάρη σας;

 Τι;;; Ωρέ αφορεσμένα, μη ξανακούσω στην Κέρκυρα για Μπαΐσιο, διαφορετικά θα τα μαζώξω να πάω πίσω στην Μεγαλόνησον και φέρτε τσι παντούφλες του να τις επροσκυνάτε!!! Μια τρίχα από τα γένια μου ήταν… Για να μην πω τίποτα πιο πονηρό. Είναι τσι μόδας αλλά θα περάσει. Και μη ξεχνάτε ότι ήταν ένας εθνικιστής του κερατά και ο εθνικισμός είναι του Διαόλου! Αλλά βολεύει, βλέπετε, και εχρειάζεται, ειδικά σε μια εποχή που η κενωνία εκφασίζεται με κάθε μέσο.

Αυτό το Καλοκαίρι έκανε την εμφάνιση της στην Κέρκυρα, πέρα από τη «βάρκα» του πρώην Εμίρη του Κατάρ, και μια διαστημική θαλαμηγός που μάγεψε τους Κερκυραίους. Ανήκει σε αυτοδημιούργητο Ρώσο μεγιστάνα. Θεωρείτε ότι αποτελεί στολίδι για το νησί;

 Τώρα αν βρίσω Άγιος άνθρωπος θα φταίω; Είναι ο καπιταλισμός ωρέ νιοράντιδες! Για εζαβωθήκατε τέλεια; Να πάει στον αγύριστο και ο μεγιστάνας και ο φασίστας ο Εμίρης γαμώ τη φάρα τους! Ξεστραβωθείτε γιατί μετά θα είναι αργά. Θέλετε να ζείτε ως δούλοι και να γλείφετε τα ξεροκόμματα που θα πετάξει στους Κορφούς ο κάθε εγκληματίας; Γιατί εγκληματίας είναι όποιος έχει τόσο τάλαρα! Εγκληματεί κατά της ανθρωπότητας! Ανάθεμα τα τάλαρα!

Γνωρίζουμε όλοι πως αγαπάτε πολύ του «Θεού το Χόρτο». Το τραγούδι «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» αναφέρει χαρακτηριστικά: Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα / με τ’ άσπρα του τα γένια / τραβάω μία ντουμανιά, / Θεούλη μου / ξεραίνεται στα γέλια. Είστε υπέρ της αποποινικοποίησης της Κάνναβης;

Είναι κάτι που θα ‘πρεπε να ‘χε γίνει από τα χτες. Φαντάσου τώρα ‘γώ, που μ’ αρέσει και να τα τσούζω λιγάκι, να έπρεπε να συναναστραφώ με «ντίλερς» για να αγοράσω το κρασάκι μου και να κινδυνεύω να έχω τραβήγματα με τους μπασκίνες. Θα έπρεπε να μπορεί ο καθένας να καλλιεργήσει λεύτερα στο μπαλκόνι του τις γλαστρούλες του σαν το βασιλικό και σαν την μέντα. Και όχι με παράβολα και μαλακίες που πήρε τ’ αυτί μου. Λογαριασμό δεν δίνω, στο σπίτι μου τι πίνω, που λένε και κάτι ψυχές.

Για τη Λευκίμμη και το θέμα με τα ΜΑΤ και το ΧΥΤΑ πήρατε πρόσφατα θέση. Έχετε να μας πείτε κάτι γι’ αυτό;

 Οι άνθρωποι κάνουν ένα δίκαιο αγώνα και εγώ είμαι πάντα κοντά στους ανθρώπους που αγωνίζονται. Η μπατσοκατοχή και τα σκουπίδια στ’ Αλεύκι είναι ένα μεγάλο θέμα και δεν πήρε την έκταση που έπρεπε στα ΜΜΕ. Και οι ζεσουίδες που εκατεβήκανε στην πλατεία, εφύγανε τα σκουπίδια απ’ τις αυλές τους και στα απ’ αυτά τους τώρα. Μια παρατήρηση έχω να κάνω… Σε αγώνες του λαού, δεν χωράνε ναζιστικά εξαμβλώματα. Πρέπει να απομονώνονται αυτά τα σκατά, γιατί μετά βγαίνει ο Δήμαρχος και σου λέει να… φασίστες. Είμαι κοντά στους Λευκιμμιώτες μέχρι να δικαιωθούν. Ας κοιτάξουνε σε άλλα κράτη της Ευρώπης πως διαχειρίζονται τα σκουπίδια και πως ανακυκλώνουν. Αλλά εδώ υπάρχουνε μαφίες ακόμα και για τα σκουπίδια.

Μάθαμε ότι το δεξί σας χέρι κάνει περιοδεία στη Ρωσία…

 Αυτοί οι μασκαράδες με τα μελιτζανιά φουστάνια, ακόμα και τα σκαλτσούνια μου θα έστερναν περιοδεία προκειμένου να τα κονομήσουν. Η εκμετάλλευση του κουφαριού μου, δεν έχει όριο. Ιδιωτικές λιτανείες, νεκρολαγνεία και ένα αισχρό εμπόριο δίχως αύριο. Αν δεν είναι αυτό βλαστήμια, τότε τι είναι; Προσέχετε δεσποτάδες, καλογέροι… που με καλάμια να σέρνεστε, και λοιποί, γιατί… πείτε αλεύρι. Η πανώλη σας γυρεύει!

Να μην καταχραστούμε άλλο το χρόνο σας και την καλή σας διάθεση. Έχετε να προσθέσετε κάτι για να κλείσουμε τη συνέντευξη;

 Αγαπάτε αλλήλους! Τσακίστε τσου φασίστες και θάνατος τσ’ αρχόντους! Καλή σας νύχτα και ευλογία στους αναγνώστες σας!

 

Γιώργος Μικάλεφ για την εφημερίς «Το Κολόχαρτον»

Ο Άγιος μας φανερώνεται που και που και μας δίνει τις πολύτιμες συμβουλές του. Τσεκάρετε εδώ & εδώ

 

Straw Dogs, τεύχος 1 (Συζήτηση/Συνέντευξη) Χρήστος Ζάχος

Το Straw Dogs magazine είναι ένα περιοδικό για τις τέχνες με έδρα του την Κύπρο. Την ύλη του καλύπτουν πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες από τον χώρο της ποίησης, πεζογραφίας, ζωγραφικής, φωτογραφίας, μουσικής, κινηματογράφου, κ.α. Σκοπός του περιοδικού είναι να αναδείξει νέα παιδιά που θέλουν να παρουσιάσουν την δουλειά τους για πρώτη φορά σε μορφή εντύπου.
Υπεύθυνοι για αυτό το εγχείρημα είναι ο Γιάννης Ζελιαναίος και η Γιώτα Παναγιώτου.
Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2012 και μπορείτε να το προμηθευτείτε στέλνοντας mail στοstrawdogsmagazine@yahoo.com
ή επικοινωνώντας με το βιβλιοπωλείο Φοίβη (Σόλωνος 99, 5ος Όροφος. Τηλ: 210 3304012, mail fene17@otenet.gr )
Το blog του περιοδικού είναι http://strawdogsmagazine.blogspot.gr
Υπόψη πως τα θέματα του περιοδικού δεν αναρτώνται στο blog.

Επίσης, στο παραπάνω mail μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Γιάννη και τη Γιώτα και να στείλετε μέρος της δουλειά σας αν επιθυμείτε να συμμετέχετε σε ένα από τα επόμενα τεύχη.
Το πρώτο τεύχος φιλοξένησε και μια συζήτηση/συνέντευξη που φτιάξαμε με το Γιάννη καθώς και μέρος της δουλειάς μου.
Παραθέτω ένα απόσπασμα της συζήτησης αυτής:
 …
Η Νόσος της Ποίησης μέσα από τις Εμπειρίες ενός Πνιγμένου
 …
Περιπλανώμενος κάπου μεταξύ Αθήνας και Ρεθύμνου, ατόφιο «μπάσταρδο» παιδί της γενιάς του ’78, ο Χρήστος Ζάχος πάντα με μια μποτίλια ρακή στη τσέπη, ξεκίνησε να γράφει ποίηση από τα δεκατέσσερά του όταν και αντίκρισε το στίχο ενός ποιήματος του αγαπημένου του Κώστα Καρυωτάκη στο θρανίο του σχολείου. Τα πάντα πήραν τον δρόμο τους από εκεί και πέρα κι όταν καμιά φορά δεν θρόνιαζε τις λέξεις στο χαρτί, πάλευε στα δωμάτια με την δεύτερη αγαπημένη του τέχνη, τη ζωγραφική.
Γνωρίστηκα μαζί του όπως γνωρίζονται και οι περισσότεροι καλλιτέχνες σήμερα. Μέσα από τα ιστολόγια που κρατάει του ζήτησα να μου στείλει τα βιβλία του κι ανταποκρίθηκε άμεσα. Αλλεπάλληλα mail ακολούθησαν όπου και μοιραστήκαμε τις ίδιες ανησυχίες, σκέψεις πάνω στην ποίηση και όχι μόνο. Μέσα από αυτές τις κουβέντες φτιασιδώθηκε και η παρακάτω κουβέντα που θα διαβάσετε.
 
 …
Ποια είναι η άποψη σου για την ελληνική ποίηση σήμερα;

 …

Κοίτα… εκδίδονται κάθε χρόνο πάρα πολλές ποιητικές συλλογές από τις οποίες, δύσκολα ξεχωρίζει κάτι. Υπάρχουν μάλιστα, δεκάδες ή και εκατοντάδες blogs με ποίηση. Τι παρακολουθούμε απ’ όλα αυτά; Ένα ελάχιστο ποσοστό.
Από αυτά που διαβάζω και παρακολουθώ, έχω καταλήξει στο εξής:
Ένα μεγάλο ποσοστό είναι βαρετά και τετριμμένα πράγματα. Υπάρχει όμως και ένα μικρότερο ποσοστό που ξεχωρίζει έντονα, πεισματικά.
Είναι ορισμένοι νέοι ποιητές και ποιήτριες  που  δεν ενδιαφέρονται για εκδόσεις και λοιπά και με αγριεμένο μάτι και θολωμένο μυαλό, μέσα στα σκοτεινά τους δωμάτια, κάνουν πραγματική Ποίηση.  Κι αν καμιά φορά κάνουν το λάθος να εκδώσουν (η αιώνια ματαιοδοξία των καλλιτεχνών) και να μπουν στο «σύστημα» αυτού του σιναφιού, πληγώνονται και τα παρατάνε. Δεν κάνουν ποίηση για την ποίηση και τους κριτικούς, αλλά για να σώσουν την ψυχή τους. Για να μην τρελαθούν. Αυτούς θέλω να γνωρίσω. Σε αυτούς ελπίζω.
Πιστεύεις δηλαδή ότι τον να εκδίδεσαι είναι λάθος; Προσωπικά θεωρώ πως έτσι κι αλλιώς η τέχνη είναι πρώτα για να σώσεις τον κώλο και την ψυχή σου και το να εκδοθείς έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Θεωρώ όμως μεγάλη ηττοπάθεια να μην μπορείς να αντιμετωπίσεις το έξω και ειδικά το σινάφι. Απ την στιγμή που τα βγάζεις προς τα έξω αναζητάς κάτι, να γνωρίσεις ομοϊδεάτες σου όπως σωστά λες. Η γνώμη μου είναι πως άλλο το να σώσεις την ψυχή σου κι άλλο η έκδοση. Άλλωστε όπως έλεγε κι ένακοινός μας «φίλος», if you are going to try go all the way.
Δεν πιστεύω πως είναι λάθος να εκδίδεσαι, λάθος είναι η αντιμετώπιση των εκδοτών προς τους συγγραφείς τους. Πηγαίνεις σε κάποιον εκδότη με μια βαλίτσα όνειρα και καταφέρνει να στα καταρρίψει από την πρώτη κιόλας συνάντηση.  Ζητάνε υπέρογκα ποσά για την έκδοση, διαφήμιση, διακίνηση – υποτίθεται – του βιβλίου και αφού τα πάρουν, αδιαφορούν και δεν κάνουν τίποτα. Ίσως να μην είναι όλοι έτσι, ίσως να υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά…
Οι περισσότεροι είναι έμποροι και στυγνοί επιχειρηματίες που δεν ενδιαφέρονται για την τέχνη και την λογοτεχνία, παρά μόνο για το πόσα θα πουλήσουν. Αν πουλάει ο τσελεμεντές και βιβλιαράκια του τύπου «κάντο μόνος σου», αυτά θα βάλουν στο “μαγαζί” τους. Αν τους πεις για ποίηση, θα σου πουν: «Η ποίηση και το διήγημα δεν πουλάνε! Γράψε κάνα μυθιστόρημα, ελαφρύ, τύπου “άρλεκιν”, και θα στο μοσχοπουλήσω!». Απογοητεύεσαι και πας και βρίσκεις κάποιον που εκδίδει ποίηση και χαίρεσαι που δέχτηκε να “συνεργαστείτε”. Μετά βλέπεις κι αυτός τα ίδια κάνει και αναρωτιέσαι: γιατί δεν έκανα αυτοέκδοση; Η αυτοέκδοση είναι μια καλή λύση για να αποφύγεις την αυθαιρεσία των εκδοτών, αλλά κι εκεί, πρέπει να μάθεις να κάνεις μόνος σου τη διακίνηση – πράγμα ψυχοφθόρο για τους καλλιτέχνες.
Λοιπόν, τι λύση υπάρχει; Να βρεις κάποιον σωστό εκδότη που θα πιστέψει σε σένα και θα προωθήσει το έργο σου. Ουτοπικό δεν ακούγεται αυτό; Δεν ξέρω. Θέλει πολύ προσοχή και ψάξιμο αν κάποιος αποφασίσει να εκδώσει.
Αλλά το κακό – ή καλό – με τους καλλιτέχνες, είναι πως κανείς δεν κρατάει το έργο του για τον εαυτό του. Θέλει να το μοιραστεί για να ελαφρύνει η ψυχή του. Νοιώθει υποχρέωση να βγει προς τα έξω, να εκδοθεί. Ναι. Όπως και οι πουτάνες. Άλλωστε, λόγω της έκδοσης δεν έχουμε πιάσει αυτή την κουβεντούλα;
 (…)
 …

Πάμε λίγο το πράγμα απ’ τα γεννοφάσκια του. Πότε ξεκίνησες να γράφεις και που, το που στο ρωτάω γιατί πάντα αυτοί που γράφουν έχουν ένα αγαπημένο μέρος που κάθονται και «παλεύουν» με το χαρτί, το γιατί γράφεις δεν θα στο ρωτήσω γιατί το θεωρώ ηλίθιο.  Απ’ την άλλη διαβάζοντας τα βιβλία σου ήταν σαν να είδα περιόδους σημαντικές στη ζωή σου, που τις έβαλες κάτω για να τις «ξεματιάσεις». Κι ένα δεύτερο σκέλος, πότε ξέρεις ότι ένα ποίημα που ΄χεις γράψει είναι καλό για σένα;

 …

Πότε ξεκίνησα… χμ…
Ήμουν 14άρων και στο θρανίο του σχολείου κάποιος είχε γράψει “Τα αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει…” και από κάτω Κ.Καρυωτάκης. Με είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ, που την επόμενη πήγα και πήρα το βιβλίο του με τα ποιήματα και τα πεζά.
Κάθε βράδυ λοιπόν, την ώρα που έπεφταν όλοι για ύπνο, έπαιρνα το βιβλίο, πήγαινα στο σαλόνι και το διάβαζα αργά, να μπορέσει να με συνεπάρει, να νοιώσω τον οίστρο του ποιητή. Έπειτα το έκλεινα και σε ένα τετράδιο άρχιζα να σκαρώνω τα δικά μου ανορθόγραφα και αδέξια στιχάκια. Αυτό υπήρξε η αρχή και συνέχισα μέχρι τα 17. Μετά σταμάτησα να γράφω.
Έχει  ο καιρός γυρίσματα όμως, και γύρω στα 25 μου χρόνια, άρχισα να γράφω ξανά. Συνέχισα με πάθος και έγραφα σχεδόν κάθε μέρα. Ίσως να έφταιγε και η κατάθλιψη  εκείνον τον καιρό, δεν ξέρω.
Στα 30 μου, είχα μαζέψει το υλικό της «Νόσου» και του «Κραταιά» τα οποία εξέδωσα το 2009. Το «κραταιά», είχε αρχικό τίτλο «Η μούσα και ο ποιητής» και βγήκε σε περιορισμένα αντίτυπα (15;). Το 2010 το επανεκδίδω αλλάζοντας τον τίτλο σε «κραταιά ως θάνατος αγάπη», σε 50 αντίτυπα. Άστο να γίνει σπάνιο αυτό – εξάλλου είναι πολύ προσωπικό και δεν το προώθησα καθόλου. Την επόμενη χρονιά, άλλαξα εκδοτικό και εξέδωσα το «Εμπειρίες». Αλλά κάτσε, εσύ κάτι άλλο με είχες ρωτήσει…
Α, το πού γράφω. Συνήθως στον υπολογιστή στο καθιστικό. Αλλά γράφω και σε χαρτί και έξω από το σπίτι, στα ταξίδια και οπουδήποτε βρεθώ. Όχι συχνά όμως, όχι όπως παλιά. Δεν προσδοκώ να γράψω, απλά περιμένω. Και όταν έρθει η θεά της έμπνευσης, αρπάζω το στυλό και προσπαθώ να την απαθανατίσω. Κάτι σαν φωτογραφία ή σχέδιο της στιγμής.
Κι όσο για το πότε γνωρίζω αν ένα ποίημα είναι καλό… από τη σύλληψή του. Κάποια ποιήματα – το ξέρω πως ήταν καλά –  δεν πρόλαβα να τα καταγράψω κι έτσι, χάθηκαν. Αυτά που έχουν γεννηθεί κάτω από περίεργες ή και άσχημες καταστάσεις, το ξέρω, είναι καλά. Κάποια άλλα που προσπάθησα να γράψω, αλλά η θεά της έμπνευσης είχε φύγει, το ξέρω, είναι κακά. Αλλά, δεν πετάω ποιήματα. Τα αφήνω στο τετράδιο και κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, γυρνάω σε αυτά και θυμάμαι…
Αλλά, όταν βάζεις την ψυχή σου σε κάτι, γίνεται να μην είναι καλό; (…)
 …
 …
Τι σε τρομάζει στο γράψιμο περισσότερο σε σχέση με τον εαυτό σου; Και τι περιμένεις από την ποίησή σου; Εντάξει δυο οι ερωτήσεις αλλά έτσι κι αλλιώς όλο κλέβουμε…
 …
Αφού γουστάρουμε την παρανομία, τι λες τώρα… Λοιπόν.
Στο γράψιμο δεν με τρομάζει τίποτα. Ίσως η γραφή μου να τρομάζει κάποιους άλλους – κυρίως κοντινά μου πρόσωπα. Αλλά αυτοί που τρομάζουν, είναι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν ή το βλέπουν συναισθηματικά. Στα γραπτά μου, έχω πεθάνει κάμποσες φορές και άλλες τόσες έχω βγάλει τη γλώσσα στο θάνατο. Όταν όμως κάποιος δικός σου διαβάζει για το θάνατό σου, δεν μπορεί να το δει λογοτεχνικά. Συναίσθημα βλέπεις…  σε γνωρίζει, σε αγαπά.
Με τη γραφή ξορκίζω καταστάσεις και ό,τι με βαραίνει. Το βγάζω, αλαφρώνω, και ανήκει στο παρελθόν, έχοντας αφήσει ένα σημάδι. Ένα ποίημα ή διήγημα. Με αυτόν τον τρόπο αυτοθεραπεύομαι και το μόνο που μένει, είναι η τέχνη. Το ίδιο και με τους πίνακες. Πόσες φορές που ένοιωθα σκατά, δεν πήρα καμβάδες και χρώματα να ξεσπάσω πάνω τους; Και τι έμεινε μετά; Ένας πίνακας.
Η τέχνη λοιπόν, λειτουργεί σαν αυτοθεραπεία. Αν δεν έκανα τέχνη, θα ήμουν νεκρός. Αν δεν αφηνόμουν στα πάθη μου (έρωτα, ποτό, τέχνη, αμπελοφιλοσοφίες…), πάλι νεκρός θα ήμουν.
Τι περιμένω από την ποίηση μου; Να συνεχίσω να νοσώ από αυτήν και θεραπεία ποτέ να μη βρω. Να γράφω. Όσο είμαι ζωντανός να γράφω. Να ξορκίζω τις κακές στιγμές και να υμνώ τις όμορφες. Άλλωστε, Η ποίηση είναι νόσος. Αν δεν πάσχεις από ποίηση, δεν μπορείς να κάνεις ποίηση*.
Κι αν κάποιος μπορέσει και εκφραστεί ή εμπνευστεί μέσα από τα γραπτά μου, αυτό μου προκαλεί μια ενδόμυχη ικανοποίηση. Τι θα ήταν οι καλλιτέχνες χωρίς το ναρκισσισμό τους;
Δεν επιχείρησα ποτέ να μάθω να γράφω ή να ζωγραφίζω. Το έκανα χωρίς να ξέρω. Το έκανα για να μην τρελαθώ, για να παραμείνω ζωντανός. Έτσι συνεχίζω λοιπόν, και για αύριο, δεν ξέρω τίποτα.
(…)
Τα υπόλοιπα θα τα βρείτε στην έντυπη μορφή του περιοδικού.

Παραθέτω και μια παρουσίαση, όπως έγινε στην εκπομπή «Εντέχνως».
Καλή συνέχεια σε όλους.

 http://czachos78.blogspot.gr/