Το μετεκλογικό σχέδιο ενός βροντόσαυρου για το κυκλοφοριακό & άλλες ανούσιες μαλακίες …του Γιώργου Μικάλεφ

Ξυπνητήρι στις 6. Το αριστερό μου μάτι άνοιξε παρά τέταρτο και το δεξί παρά δέκα. Δεν είχα να πάω για δουλειά και η σκέψη του να βγω από το σπίτι, είχε να σχηματιστεί στο μυαλό μου εδώ και έξι βδομάδες. Έξω στον μπροστινό δρόμο θόρυβος, φωνές, πράγματα να σπάνε… μεγάλα πράγματα, ωραία, αξίας. Κατάφερα με μερικά σκουριασμένα βήματα να φτάσω ως την κουζίνα. Έφτιαξα κρύο καφέ, στιγμιαίο με λευκή ζάχαρη και γάλα. Υπέροχος όπως πάντα από την πρώτη γουλιά. Τάισα τα ψάρια. Είχανε γίνει σαν ιχθυόσαυροι. Τζάμια σπάγανε. Πολλά τζάμια. Δεν ξαφνιαζόμουν πια. Συνήθισα. Κοίταξα προς το παράθυρο το μπροστινό. Οι χοντρές πουά κουρτίνες κλειστές. Θυμήθηκα ότι κάποτε είχαμε γάτες εκεί έξω. Τις τάιζα μόλις σηκωνόμουν. Φαγώθηκαν όλες από την πρώτη μέρα… Είχε πέσει μαύρη πείνα από τα ξημερώματα. Ο κόσμος έτρωγε σκύλους, τα παιδιά του, τις γάτες… Έβαλα να ακούσω τις “νοκτούρνες” του Σοπέν.

Συνεχιζόταν ο σαματάς έξω. Τράβηξα ένα ελάχιστο την κουρτίνα να δω τι ήταν… Άλλος ένας γαμημένος βροντόσαυρος στη γειτονιά μας. Έκανε σμπαράλια όλα τα αυτοκίνητα που ήταν έξω παρκαρισμένα. Ένας γέρος του πετούσε πράσινες, πλαστικές καρέκλες και χριστοπαναγίες από το μπαλκόνι, αλλά ο βροντόσαυρος… στην ιουρασική του παπάρα. Πήγα για κατούρημα και μετά στην τραπεζαρία ή σ’αυτό που κάποτε ονομάζαμε έτσι. Ήταν μια απέραντη αποθήκη από κονσέρβες και μαλακίες μακράς διαρκείας. Άνοιξα για πρωινό μια κονσέρβα με καλαμάρι Καλιφόρνιας και μία με καλαμπόκι. Τα έβαλα σε ένα πιατάκι και πρόσθεσα αρκετό αλάτι Ιμαλαΐων. Ξεκλείδωσα με προσοχή τα πατζούρια και όταν βεβαιώθηκα ότι το πίσω μπαλκόνι μου δεν είχε καταληφθεί από αιμοδιψείς πτερόσαυρους, βγήκα να φάω το πρωινό μου. Ο γείτονας με χαιρέτησε από την απέναντι πολυκατοικία. Έπινε και αυτός νωρίς τον καφέ του όπως πάντα. Φορούσε το φαρδύ, κοντό, ροζ μπουρνούζι της κοντόχοντρής, ροζ γυναίκας του. Ήλπιζα να τον είχανε κατασπαράξει τίποτα λυσσασμένα αρμαντίλλο. Του ένευσα. Φάνηκε να χάρηκε που με είδε. Είχε την τηλεόραση στη διαπασών ο μαλάκας. Πάει γυρεύοντας σκέφτηκα να… και πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου με μια φριχτή κατάληξη, με πρόλαβε η πραγματικότητα. Ένας τεράστιος γορίλας ύψους έντεκα μέτρων, ξεπετάγεται πίσω από την απέναντι πολυκατοικία, αρπάζει τον γείτονα με το δεξί του χέρι και τον καταβροχθίζει. Ρίχνει ένα ρέψιμο και εξαφανίζεται.

Τελείωσα το πρωινό μου, μπήκα μέσα και κλείδωσα τη μπαλκονόπορτα. Θρονιάστηκα στην ωραία μου πολυθρόνα και άνοιξα την τηλεόραση. Στο μπροστινό δρόμο εν τω μεταξύ, ο βροντόσαυρος ακόμα έκανε κακό χαμό. Παίζει να έφαγε και τον κωλόγερο από πάνω γιατί σταμάτησε να φωνάζει. Δεν τον συμπαθούσα και ποτέ είναι η αλήθεια. Η τηλεόραση έδειχνε πρωινάδικα σε επανάληψη. Μια ξανθιά με βυζιά στο ένα κανάλι, δυο μελαχρινές με βυζιά στο άλλο και τρεις άντρες με βυζιά σε ένα τρίτο. Το άφησα στο τελευταίο. Δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές… Δεν περνάνε δυο λεπτά και διαφημίσεις. Ένα μουνί κατακλύζει την οθόνη… Ένα όμορφο μεγάλο μουνί που ξυριζόταν. Σταματάει να ξυρίζεται και οι τρεις μαλάκες με τα τρία ζευγάρια βυζιά συνεχίζουν να λένε ξενέρωτες, εμετικές μαλακίες και η ζωή συνεχίζεται… και η ζωή συνεχίζεται… Τελικά ο κόσμος δεν είναι και τόσο άσχημος… ή όχι?

Γιώργος Μικάλεφ

«ΕΞΩΣΤΕΣ ΣΕ ΣΥΝΝΕΦΑ ΑΠΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΑ» Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΟΙ  ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ (απόσπασμα) …του Θανάση Πάνου

Καλημέρα! Καλησπέρα! Σας φέρνω λουκουμάδες !

Είμαι γυμνή κάτω από την ρόμπα μου ,πασαλημενη θυμαρίσιο μέλι και πεθαίνω από τη δίψα. Κάντε μου αμέσως μια κούπα τσάι και ας καθίσουμε παρέα  επιτέλους, απέναντι μένουμε!  Διψώ  σαν κυνηγημένη  αναρχικιά  που της πετάξατε ληγμένα δακρυγόνα , ξέρω δεν είστε υπεύθυνος για την ημερομηνία λήξης , δεν προλαβαίνετε να ελέγξετε  τα πετάτε σωρηδόν ε;

Α ! και θα το πω και αυτό, τα τσογλανάκια που πλακώσατε στις μπουνιές προχθές στη γειτονιά ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε τον πόθο μου γιαυτό πήρα το θάρρος , έχω δει βέβαια- ένστολε πονηρούλη- και τη πονηρή ματιά σας στον κώλο και τους βύζους μου!

 Δώστε μου και μια βρεγμένη πετσέτα από το ψυγείο γεμάτη παγάκια  να δροσιστώ. Μετά αν θέλετε , ας παρακάμψουμε την ανάκριση και  φιλήστε με στο στόμα κι εδώ και κει και παντού. Θέλω να πω δηλαδή ότι σας ποθώ αφού ήρθα έτσι με τους λουκουμάδες , σα γειτόνισσα που είμαι μονάχη,  κρυφόγυμνη και μες το μέλι , να σας πω καλημέρα και να σας κάνω να πιστέψετε πως με αγαπάτε και να με λιώσετε πάνω σας, ποθητό θηλυκό  που είμαι για σας και απόλυτη κυρία των παραλογισμών μου, τρυφερέ λάτρη των βυζιών  μου, όπως μοιάζει να είστε ως σοβαρός εργένης αστυνομικός. Ελάτεε! Μη με αποπαίρνεται και  μη στεκόσαστε έτσι αμήχανος, δώστε μου  ένα φιλάκι. Κι άλλα χίλια. Άντε πηγαίνετε να μου φτιάξετε τσάι και μη βγάλετε το όπλο είναι φετίχ μου και σας κάνει ένα μέτρο ψηλότερο σεξομανή γουρούνι . Και έχω κάτι τρελίτσες στο μυαλό! Θα γίνω η μελωμένη προβατίνα σας που θα καβαλικέψετε και θα βατεύετε με το κλομπ σας και αν σας φτιάχνει περισσότερο δέστε με κιόλας !  Βάλτε και βίντεο ότι σας αρέσει και εγώ λατρεύω τα αστυνομικά. Στο μεταξύ θα ξυρίσω τα πόδια μου ως το μικρό  δαχτυλάκι ,  δεν λέει να κολλάει στις τρίχες το μέλι που θα γλύψετε λιγωμένος για πήδημα  όπως είστε…

Θανάσης Πάνου

links

Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου

Art-Imeros Thanasis Panou

 Η ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ VOLK …του Θανάση Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η ζωή θα έλεγε κανένας, ότι είναι διεστραμμένη.

Στην επαρχία τα φυτά ανθίζουν και οι άνθρωποι μαραίνονται. Το χώμα γίνεται λάσπη και η λάσπη τροφή. Σε ένα χωριό γεννήθηκε ένα παιδί, που έπαιζε, ονειρευόταν σαν όλα τα παιδιά, διψούσε σαν όλα τα παιδιά της επαρχίας που πιστεύουν πως υπάρχει κάπου αλλού, κάτι άλλο, ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Επαρχία και χωριό σημαίνει στέρηση και ανέχεια.

Το παιδί πήγε στο σχολείο, έμαθε γράμματα »του Θεού σπουδάγματα» κι έπειτα… Στα χωράφια η ζωή είναι δύσκολη, ο βίος επίπονος και για ένα παιδί που ονειρεύεται. Ο αδελφός του, ο μεγάλος είχε φύγει για »έξω». Μετανάστης…για να προκόψει. Να βγάλει λεφτά, να γίνει κάποιος. Να ζήσει σαν άνθρωπος. Τα λεφτά δεν έχουν καμιά σχέση με τον άνθρωπο, με την ουσία του ανθρώπου, αλλά όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν λεφτά. Μερικοί, οι πιο πολλοί, το θέλουν πιο πολύ. Ο αδελφός και το παιδί είχαν ακούσει από τους γέροντες τα γνωστά παραμύθια για εκείνους τους ζάμπλουτους που, δήθεν είχαν ξεκινήσει με τρύπιο παντελόνι και με τον ιδρώτα του προσώπου τους γινήκανε λεφτάδες.

Το παιδί άκουγε τον αδελφό του που καταλάβαινε πιο πολλά, πως ήθελε -ονειρευόταν- να γίνει πλούσιος. Να γυρίσει κάποτε στο χωριό του με κοστούμια και λουστρίνια και αμάξι <πού να φυσάει> για να τον θαυμάζουν όλοι. Άκουγε το παιδί τον μεγάλο αδελφό, πως θα τον <έκανε βόλτα> με το αμάξι , αυτόν πρώτα από όλους και το παιδί δάκρυσε από τη λύπη που τον έχανε.

 Ο αδελφός γέλασε στον μικρό και του έδωσε ένα πολύτιμο δώρο, που χάραξε το παιδικό μυαλό. Ήταν ένα δαχτυλίδι, ίδιο ακριβώς με αυτό που φορούσε και εκείνος.

 Έφυγε λέγοντας μια τελευταία φράση, << θα περάσω ότι είναι να περάσω, το ίδιο και εσύ και όταν έρθει ο καιρός θα συναντηθούμε στην άκρη του τούνελ>>.

Και το παιδί έβλεπε τον αδελφό του να φεύγει και ήξερε πώς έφευγε για πολύ καιρό. Είχε χωρίσει και με την κοπέλα του –αυτή του επέστρεψε το δαχτυλίδι- το δαχτυλίδι που φορούσε τώρα στο χέρι του ο μικρός.

Το παιδικό μυαλό σκεφτότανε « έφυγε ο αδελφός μου, χώρισε με την κοπέλα του –μου έλεγε ότι δεν θα την άφηνε ποτέ –άφησε τους γονείς μας και εμένα και πήγε « έξω», εκεί που είναι πολύ μακριά. Θα έρθει όμως κάποια μέρα που θα γυρίσει, γιατί με αγαπάει και θα είναι και πλούσιος.

Μα τα χρόνια περνούν…

Στον κεντρικό τοίχο της αίθουσας, ήταν πίνακες ζωγραφικής με σταυρωμένους Κλόουν.

Θύμιζαν πίνακες του μεγάλου εξπρεσιονιστή Λανάροφ. Η παράσταση που κοιτούσε, ήταν μια παραμορφωμένη μορφή με μάτια κουρασμένα που μέσα τους καθρεπτιζόταν η παράσταση ενός θλιμμένου παιδιού. Κοίταξε τα μάτια στο βάθος και η παράσταση του φάνηκε πως ήταν ο ίδιος ο θάνατος.

Έσφιξε μέσα από το σακάκι την ζώνη με το όπλο του και προχώρησε προς την έξοδο.

Αυτή η έκθεση ζωγραφικής των συναδέλφων του Εγκληματολογικού ήταν καταθλιπτική.

 Πήγε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Ήταν κιόλας τρεις το μεσημέρι. Άνοιξε το ψυγείο και κατέβασε γρήγορα δυο-τρείς γουλιές μπέρμπον. Ήταν το τελευταίο μπουκάλι και έπρεπε να φροντίσει για νέα εφόδια. Τώρα όμως χωρίς ούτε ένα ποτό… ήπιε δυο ηρεμιστικά και ξάπλωσε. Η κατάστασή του επιδεινώνεται. Τα όνειρα του διακόπτονται τώρα από μικρότερα εμβόλιμα όνειρα. Χτύπησε το τηλέφωνο ενώ μέσα στο όνειρο του βρισκόταν στον τελευταίο πίνακα ζωγραφικής της εικαστικής έκθεσης του εγκληματολογικού.

– Εμπρός

– Κύριε επιθεωρητά,  έρχομαι σε πέντε λεπτά να σας πάρω.

– Έχουμε κανένα… ευχάριστο?

– Ένα πτώμα αποσυντεθειμένο, ψαρεμένο στην λίμνη.

– Και το έγραφε το ζώδιο… <βλέπω μια ανήσυχη βραδιά> Λες και δεν το ήξερα.

-Ήταν δυνατό να μην συμβεί κάτι? Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν?

– Όχι ακόμα. Έρχομαι να σας πάρω.

Το περιπολικό έτρεχε έξω από την πόλη, προς το μέρος της λίμνης.

– Πήγατε στην έκθεση ζωγραφικής?

– Ναι, ήταν απαίσια… Τι ξέρουμε για το πτώμα?

– Βρέθηκε από έναν ψαρά δεκαοχτάρη, που έπαθε μάλιστα και μια κρίση πανικού.

– Άνδρας?

– Θα δούμε, δεν αναγνωρίζεται το πτώμα. Πάντως έχει πλούτο επάνω του, δαχτυλίδια, διαμάντια και τέτοια.

– Έτσι λοιπόν ξύπνησε το ενδιαφέρον για το εγκληματολογικό…
– Μάλλον κύριε επιθεωρητά. Για να μας δώσουν την υπόθεση δεν θα πρόκειται για το πτώμα κανενός αλήτη, αλλά μάλλον πλουσίου, με ποιος ξέρει τι σκοτεινά κίνητρα για το φόνο από πίσω.

– Μπράβο Τόμας! Βλέπω πως αρχίζεις και συνδυάζεις τις προηγούμενες υποθέσεις μας με το τι μας δίνουν στη Βρομοδουλειά. Χμ! Να ασχοληθούμε με το χειρότερο είδος ανθρώπων, αυτών που τρέφονται από το είδος τους…

Όταν το έβγαλαν στην όχθη το πτώμα ήταν είδη αποσυντεθειμένο. Σκέφτηκε πως όλα τα σώματα είτε καπιταλιστές είτε αριστεροί, είναι ίσα απέναντι στο θάνατο… βρωμάνε το ίδιο. Η μακριά παραμονή του πτώματος στην λίμνη του είχε δώσει την όψη μιας διάφανης βλεννώδους μάζας. Δεν ήταν τόσο η αποσύνθεση όσο εκείνη η σκοτεινή μορφή, που πάγωσε τον επιθεωρητή. Όλες οι γραμμές και όλα αυτά που προεξείχαν στο πρόσωπο και στο κορμί ήταν ροκανισμένα, τριμμένα και φαγωμένα. Το κρανίο έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο που πάνω του φύτρωναν υγρές ανακατεμένες τούφες μαλλιών σαν μπερδεμένα μακριά φύκια…
Είχε αρχίσει λοιπόν η έρευνα. Ο επιθεωρητής είχε δικά του στοιχεία, την βλεννώδη μάζα και τέσσερα δαχτυλίδια, αξίας πέντε εκατομμυρίων από λευκό χρυσό τα τρία, ενώ το τέταρτο ήταν διαφορετικό και μικρής αξίας. Τα λασπωμένα διαμάντια έκαναν τα δάχτυλα , ή μάλλον τις μελανιασμένες σάρκες των δαχτύλων να φαίνονται σαν ένα κακόγουστο ζευγάρωμα της ομορφιάς και της ασχήμιας. Οι άνθρωποι του επιθεωρητή βάλανε σε πλαστικά σακουλάκια τα δαχτυλίδια και άφησαν για τους τύπους του νεκροτομείου τα υπόλοιπα.

-Φέρτε τα στοιχεία στο γραφείο μου.

– Μάλιστα κύριε επιθεωρητά.

– Λοιπόν ! Από πού να αρχίσουμε?

– …έχουμε μόνο τα δαχτυλίδια.

– Από τον ιατροδικαστή ?

– Τίποτα, απολύτως τίποτα! Το πτώμα δεν είναι από την πόλη μας και σίγουρα δεν είναι σεσημασμένος, όπως δείχνουν τα αρχεία μας.

– Τα δαχτυλίδια ποιος τα εξέτασε?

– Εγώ κύριε επιθεωρητά. Είναι μεγάλης αξίας τα τρία ενώ το τέταρτο είναι το περίεργο,

– Δηλαδή ?

– Είναι μικρής αξίας και δεν έχει ούτε καν αισθητική ομοιομορφία με τα άλλα.

– Μάλιστα! Πολύ καλό αυτό. Δαχτυλίδι λοιπόν με συναισθηματική αξία. Εκεί πρέπει να στραφούμε τώρα.

Βγάλανε τα δαχτυλίδια από τα σακουλάκια και τα κοσμήματα χωρίς τις μελανιασμένες σάρκες πάνω στις οποίες τα είχε πρωτοδεί ο επιθεωρητής, τον θαμπώσανε. Ως εκεί όμως… Το χέρι του, ακουμπισμένο επάνω στο γραφείο και δίπλα στα τέσσερα δαχτυλίδια, συγκέντρωσε τα μάτια όλων των αστυνομικών. Στο χέρι του επιθεωρητή ήταν περασμένο ένα δαχτυλίδι ίδιο ακριβώς με το τέταρτο , αυτό του άγνωστου πτώματος.

Ο επιθεωρητής έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του και άφησε πίσω του, μέσα στη σιωπή , τους έκπληκτους συναδέλφους του.
Το σπίτι ήταν φρικτά άδειο. Ήπιε από το μπουκάλι μπέρμπον που μόλις είχε αγοράσει και άρχισε να ντύνει με την φαντασία του την βλεννώδη μάζα με σάρκα, αναπαριστώντας το πτώμα πριν την αποσύνθεση. Αισθανόταν κρύο από μέσα του και το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι τον έκαιγε φοβερά.

Είδε το χέρι με τα διαμάντια να κινείται, να βγαίνει από το νερό της λίμνης και μετά ολόκληρη την φιγούρα να αγωνίζεται να σταθεί όρθια μέσα στη λίμνη , προσπαθώντας να πλησιάσει προς την όχθη. Το κρανίο που έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο ήταν στραμμένο προς το μέρος του και μέσα από τα ροκανισμένα και τριμμένα χαρακτηριστικά του, ένοιωθε πως τον φώναζε. Η διαύγεια της εικόνας τον είχε παγώσει. Φοβήθηκε και δεν ήθελε να συνεχίσει.

Ήταν όρθιος και ακίνητος μέσα στη κουζίνα.

Σε μια κατάσταση σύγχυσης, η πραγματικότητα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ με το παράλογο, το παρελθόν ενσωματώνονταν στο παρόν και όλα μαζί γίνονταν ένα τρελό κουβάρι που τύλιγε σφικτά και τον κυλούσε στο δρόμο της παράνοιας. Το παιδί, έσφιξε την ζώνη με το Magnum 357 και άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι.

Είχανε περάσει περίπου σαράντα χρόνια και το παιδί , πενηντάρης πια, ήταν ένας πετυχημένος επιθεωρητής του εγκληματολογικού,   ο επιθεωρητής  VOLK.

Το παιδί στο χωριό είδε να πεθαίνουν οι γονείς του, είδε να μην έρχεται ο μεγάλος αδελφός του και είδε να μένει τελείως μόνος. Στα χέρια του είχε μόνο ένα γράμμα του, το μοναδικό που είχε στείλει. Έφυγε από το χωριό του, περιπλανήθηκε σε ξένους τόπους μέσα στον  χρόνο και έφτασε στα πενήντα του, ένας επιθεωρητής ευσυνείδητος, το πρώτο όνομα στο εγκληματολογικό. Ο επιθεωρητής όμως τον αδελφό του δεν μπόρεσε να τον βρει ποτέ. Αισθανόταν πάντα αποτυχημένος και ποτέ δεν τον άγγιζαν τα «μπράβο» των ανωτέρων του, για τις υποθέσεις που ξεκαθάριζε. Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην ησυχάσει αν δεν βρει τον αδελφό του. Αυτή η ελπίδα τον κρατούσε πάντα αφοσιωμένο στη δουλειά του με μόνη συντροφιά το Μπερμπον  και τα ηρεμιστικά του.  Το παιδί ήπιε και , παρά την θέλησή του ξαναγύρισε στην αναπαράσταση.    Οι εικόνες ξαναζωντάνευαν και το πτώμα γεννιότανε κομμάτι-κομμάτι, σιγά-σιγά και άρχιζε να αποκτά χαρακτηριστικά. Είχε συγκεντρώσει πια, όλη την προσοχή του στην παράσταση, που την έβλεπε με όλο και πιο μεγάλη ένταση να ζωντανεύει μπροστά του. Σκέφτηκε πως αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο και τρομαχτικό παιχνίδι που του είχε παίξει ποτέ η φαντασία του. Έκλεισε τα μάτια σε μια τελευταία προσπάθεια να τα σταματήσει όλα.

– Αδελφέ μου !  Η ξένη φωνή, του γέμισε το κεφάλι και έντρομος άνοιξε τα μάτια του. Η διαύγεια της εικόνας τον τρόμαξε και πετάχτηκε  όρθιος. Στα δύο βήματα μπροστά του βρισκόταν η εικόνα του αδελφού του που τον κοιτούσε χαρούμενος. Τα μελαγχολικά μάτια όμως, έκαναν την καρδιά του να κλωτσήσει και την σκέψη του να παγώσει.

– Δεν είναι δυνατόν …όχι!

– Δεν θα ήθελα αδελφέ μου να με έβλεπες νεκρό, αλλά … να ξέρεις πως δεν σε ξέχασα ποτέ μου και πάντα ονειρευόμουν τη στιγμή που θα σε ξαναέβρισκα.

– Δεν μπορώ να καταλάβω… το δαχτυλίδι… το πτώμα… εσύ, γιατί τόσο αργά?

– Αργά … σου είχα υποσχεθεί ότι θα γύριζα πλούσιος, ότι θα ήσουν περήφανος για τον αδελφό σου. Είναι τόσο αργά τώρα. Ξέχασε τα όλα σε παρακαλώ. Ήξερα που ήσουν, ποιος ήσουν, μα δεν ήθελα να ντρέπεσαι για μένα. Τώρα λοιπόν αδελφέ μου, άσε με να ηρεμήσω και σταμάτα τις έρευνές σου. Άσε με να πάρω μαζί μου ένα μυστικό που αν το μάθαινες, θα σε σκότωνε.

– Μα τι κακό θα μου έκανες? Έγινες πλούσιος, είπες, χωρίς παρανομίες αλλά παρ’ όλα αυτά κρυβόσουν. Γιατί δεν ήρθες να με βρεις? Πως και δεν σε βρήκα εγώ που ερευνούσα πάντα για σένα?
Ο αδελφός του τον κοιτούσε αλλά τα χαρακτηριστικά του, γίνονταν συνεχώς πιο παιδικά, ώσπου έφτασαν στην ηλικία που ήσαν παιδιά, τότε που έπαιζαν μαζί ξέγνοιαστα. Μπροστά από τον επιθεωρητά στέκονταν τώρα, ο αδελφός του στην ηλικία του παιχνιδιού και της χαράς. Του έγνεψε να κάτσουν κάτω και να παίξουν. Ο επιθεωρητής πλησίασε, έκατσε και άρχισε το παιχνίδι…
Στο γραφείο του επιθεωρητή, οι συνάδελφοί του ήταν ευχαριστημένοι από την επιτυχία τους. Είχαν κλείσει μόνοι τους την υπόθεση και το μόνο που τους έμενε ήταν να τον πάρουν τηλέφωνο.
– Είδε το τέταρτο δαχτυλίδι που ήταν ίδιο με το δικό του και θα παρομοίασε το νεκρό με τον εαυτό του. Πίνει πολύ τώρα τελευταία

… Πρέπει να τον βοηθήσουμε ως συνάδελφοι και ως φίλοι. Ποιος θα πάρει να του πει τα ευχάριστα?

Οι άλλοι συμφώνησαν και ο Τόμας σήκωσε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο χτύπησε και ο επιθεωρητής σαν να βγήκε από λήθαργο, πετάχτηκε όρθιος. Ένοιωσε σαν να χόρεψε κάποιος κλακέτες στο πρόσωπό του. Ο αδελφός του συνέχισε να παίζει ανέμελα και χωρίς να δίνει σημασία στην ανησυχία του. Σήκωσε το τηλέφωνο, ενώ η παράξενη παγωνιά που τον είχε αγκαλιάσει προηγουμένως, ξαναγύρισε.

– Κύριε επιθεωρητά, πως είστε?

– Καλά Τόμας, αισθάνθηκα μια αδιαθεσία γι’ αυτό έφυγα βιαστικά.

– Όλα εντάξει με την υπόθεση, Επικοινωνήσαμε με το Εγκληματολογικό με την πόλη VAASA και ανακαλύψαμε την ταυτότητα του πτώματος της λίμνης. Η υπόθεση είναι πολύ απλή! Χαίρομαι γιατί δεν θα κουραστείτε με αυτή την υπόθεση μιας και είστε αδιάθετος.

– Λοιπόν?

– Το πτώμα ανήκει στην Λουΐζα. Είναι γνωστό τραβεστί…
Τώρα με τα γεράματα όμως παρά τα πολλά πλούτη  που είχε αποκτήσει αισθανόταν μεγάλη μελαγχολία. Μέσα σε αυτό το χρόνο είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Βρέθηκε στο σπίτι της-του- ένα γράμμα που μιλούσε για την αυτοκτονία και τόνιζε ότι είναι ανώφελο να ψάξουν! Ο δεσμός που είχε πέθανε πριν δύο μήνες. Τώρα, γιατί διάλεξε την πόλη μας?   Ποιος ξέρει… ίσως για να μη βρεθεί η ταυτότητα της.

Το τηλέφωνο έπεσε στο δάπεδο και ο επιθεωρητής γύρισε προς τον αδελφό του. Το παιδικό κορμί είχε μείνει σαν άγαλμα, ακίνητο και μέσα από τις σάρκες του άρχισε να ορθώνεται το πτώμα της λίμνης. Ξαναγινόταν και πάλι σιγά-σιγά, κομμάτι-κομμάτι.

Ο επιθεωρητής ένοιωσε να βυθίζεται βαθιά στα τοπία της τρέλας. Η οπτασία, γύρισε την πλάτη και ξαναγύρισε είδε το πρόσωπό του αδελφού του να έχει γίνει γυναικείο. Τα χείλη έντονα βαμμένα, σαρκώδη, τα ζυγωματικά ψηλά και τονισμένα. Οι βλεφαρίδες μεγάλες, τα μαλλιά μακριά και βαμμένα ξανθιά. Τα χέρια ήταν σταυρωμένα μπροστά στο στήθος για να κρύβουν τη γύμνια του. Το πρόσωπο άρχισε να φωτίζεται και ένα γέλιο έσπασε την ησυχία ενώ τα πλούσια, από σιλικόνη στήθια, αναπήδησαν μέσα στα χέρια που τα έκρυβαν. Ο επιθεωρητής ψέλλισε από μέσα του το όνομα του αδελφού του.

– Χα, χα, χα, λέγε με Λουΐζα, δεν αισθάνομαι καλά με το παλιό μου όνομα … Άλλωστε το έχω ξεχάσει από καιρό …Έχεις γίνει ωραίος άνδρας αδελφέ μου! Δεν ξέχασα ποτέ πως είμαστε δεμένοι … σαν δύο όρχεις … χα! χα!

– Όχι, όχι …ο επιθεωρητής ούρλιαξε και έπιασε ασυναίσθητα όπως σε όλους τους κινδύνους το όπλο του.

– Μα τι λες αγαπημένε μου! Δεν θα σε αφήσω ποτέ πια! Χρειάζεσαι συντροφιά, με έχεις ανάγκη περισσότερο από κάθε τι … είσαι τόσο μόνος… Η Λουΐζα γελώντας όλο και πιο δυνατά άνοιξε τα χέρια και πρότεινε τη γυμνή αγκαλιά της.

– Έχεις εκλάβει για ζωή τα υποκατάστατά της, που στοίβαξες μέσα σου και ξέχασες πως τόσο τρέξιμο μάλλον στην θλιβερή απουσία του έρωτα το χρωστάς.

Ο επιθεωρητής ενώ βρισκόταν ένα βήμα από την αγκαλιά, τράβηξε το 357 magnum. Η οπτασία συνέχισε να γελάει υστερικά και αντί να απομακρυνθεί άρχισε να κλείνει σιγά-σιγά την αγκαλιά της, με αυτόν μέσα. Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα ουρλιαχτό και το όπλο του άδειασε μόνο του…

Οι σφαίρες πέρασαν μέσα από το πτώμα της λίμνης, εξοστρακίστηκαν πάνω στη σιδερένια κορνίζα του όρθιου ρολογιού και διαπέρασαν το μέτωπο του επιθεωρητή που στα τοπία της τρέλας είχε χαθεί για πάντα.

Θανάσης Πάνου

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou

Το σκουφάκι του ξωτικού …του Ιωσήφ Σίβερα

 

 

Κοντεύουν μεσάνυχτα.

  Να τα γέλια, κι οι κοφτές ανάσες, κι οι αφράτοι καναπέδες. Σε καθένα μας αντιστοιχεί ένα ποτήρι κρασί και μια φέτα συζήτησης. Κάνουμε χημεία εδώ και ανακατεύουμε τις ηλικίες. Ευδιάθετοι “κανίβαλοι” εισέβαλαν στο σαλόνι μου απόψε. Υποσχέθηκαν να θυμηθούν και να πάρουν τη ζώη στ’αστεία. “Και το θέμα της αποψινής συγκέντρωσης, να παίξουν τύμπανα παρακαλώ, έρωτας και νιάτα”, ανακοινώνει ο Τόνυ κι ευθύς ανοίγει το χορό της αναπόλησης. Κάποιο κορίτσι δραστήριο και πόνηρό, κάποια στιγμή, σε κάποιο νηπιαγωγείο. Βαριά η περίπτωση της πρώτης αγάπης. Η Λία, από την άλλη ξεδίπλωσε ευαισθησία. Διήγηση και δάκρυα. 15 χρονών πάνω σε μια Piaggio. Το αγόρι της έμεινε για πάντα σ’εκείνη την ηλικία μετά το ατύχημα.

   Αν και άδειασε το ποτήρι μου, γέμισε το σπίτι ιστορίες. Τί είναι αυτό που κάνει τον έρωτα τόσο σπουδαίο θέμα συζήτησης; Γιατί δε λέμε εμπειρίες για γδαρμένα γόνατα; Πιτσιρίκια κάτω από ποδήλατα; Σφηνωμένα κεφάλια σε βάτα να γελάνε εγκάρδια με αγκάθια στο σώμα και πατίνια στις πατούσες; Ας είναι, δε θα χαλάσω την ατμόσφαιρα. Ξύνω το μάγουλό μου. Υπήρχε μια εποχή που δεν χρειαζόταν ξύρισμα. Αρχίζω να κόβω βόλτες σ’ένα απόγευμα του Αυγούστου. Γυμνές πατούσες. Φωνές κουνουπιών. Παραμερίζω μικρά καλάμια. Τσαλαβουτώ στην όχθη της λίμνης. Πρόσωπα γυναικεία καθρεφτίζονται πάνω της. Κι αν είχα γεννηθεί μες στο νερό;

   Όταν βυθίζομαι δεν ακούω τίποτε. Μόνο μουσική. Μυρίζει ωραία το κύμα κι έχει μαγευτική κίνηση το φύκι. Εδώ κάτω. Κάπου κάπου με κυκλώνουν μικρά ψάρια. Διάθλαση φωτός. Θέλει λίγη προσπάθεια για να μην αναπνεύσεις. Το καλό με τα κορίτσια που αγαπήσαμε είναι ότι πάντα μας τράβαγαν στην επιφάνεια όταν παραδινόμασταν στα χρώματα των υφάλων. Τί να απέγινε η Λίνα; Η Δανάη να έγινε ακροβάτις; Εκείνο το κορίτσι, με όνομα που θύμιζε ουράνιο σώμα, να είναι ευτυχισμένη; Η Κλειώ κάνει ακόμη γκριμάτσες στον ύπνο της; Γυναίκες που μας αγάπησαν ή πανάκεια εφηβείας;

   Κοιτάζω τη συμμορία μας. Ωραία παιδιά όλα τους. “Παιδιά”, έτσι μας είπαν χρόνια πριν, για προσβολή. Το πήραμε κι εμείς στην πλάκα και μείναμε τρελοκομείο. Φοράμε μια μάσκα για τον έξω κόσμο. Έτσι, για παιχνίδι. Να μεταμφιεζόμαστε ενήλικες για αποπροσανατολισμό. Κι όταν η συγκυρία το επιτρέψει, πετάμε τα παραφερνάλια και ξεγυμνώνεται ο μικρός δαίμονας. Με αυλό και τραγούδια στη φαρέτρα. Γεφυρισμοί και φαλλικά. Παλιά ιστορία. Αν υπάρχει χρόνος.

   Η Λίλλυ με περιεργάζεται όσο ο νους μου στροβιλίζεται φυγόκεντρα με άξονα τα γέλια της παρέας. Μου αγγίζει απαλά το χέρι. Με αιφνιδιαστική ταχύτητα τη φορτώνω στην πλάτη. Χασκογελάει και κάτι βγάζει από την τσέπη της. Μου φοράει ένα σκουφί ξωτικού. Πράσινο με κόκκινη φούντα. Περνάει τα πόδια της μέσα από τα χέρια μου. Απλώνει τα μαλλιά της κουρτίνα μπροστά στο πρόσωπό μου. Την κρατάω σφιχτά κι αρχίζω να τρέχω προς την εξώπορτα. “Κάνει κρύο έξω, δεν είναι για μας. Ας μείνουμε εδώ, στη δική μας κρυψώνα”, μου λέει και η φωνούλα της σπάει από το χοροπηδητό. Δεν της δίνω σημασία. Πεταγόμαστε έξω. Ουρλιαχτά και χάχανα. Έχει δίκιο. Πέφτουν μύτες από το κρύο αλλά εμείς στον κόσμο μας!

   Κάτι τέτοιες βραδιές από το παράθυρο του σαλονιού βλέπω τον εαυτό μου να μας περιεργάζεται καθώς χασκογελάμε και χορεύουμε. Σπεύδω να του ανοίξω να μπει. Έχει γδαρμένα γόνατα κι άτριχα μάγουλα. Είναι βρεγμένος αλλά δε θέλει να στεγνώσει. Μου βγάζει τη γλώσσα και χαχανίζει. Γίνεται ένα με την προοπτική. Προτιμάει τη θάλασσα αυτός. Βυθίζεται. Κάνει κρύο στην αρχή. Πάντα παίζουν μουσική τα κοχύλια. Είναι ανούσιες οι ανθρώπινες ιαχές στο βυθό. Κοράλλια και υπόγεια ρεύματα. Το καλό με τα κορίτσια που  αγαπήσαμε είναι ότι πάντα μας τράβαγαν στην επιφάνεια όταν παραδινόμασταν στα χρώματα των υφάλων.

Κοντεύουν ξημερώματα.

   Ιωσήφ Σίβερας

.

 
διαβάστε επίσης…
Mea culpa  και έπειται συνέχεια
Σαν road movie

 

«Rebelus claniolus» Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ : «ΠΟΡΔΟΣ Ο ΨΑΡΑΚΑΣ» …του Θανάση Πάνου

«Rebelus claniolus»

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ : «ΠΟΡΔΟΣ Ο ΨΑΡΑΚΑΣ»

(Ένα μικρό δοκίμιο φιλοσοφικής διάθεσης με ψυχαναλυτικές προεκτάσεις και ένα αφήγημα από το βιβλίο « Υδάτινο πέρασμα» )

Υπάρχουν αρσενικές και θηλυκές πορδές. Η φυσιογνωμία της ανδρικής μοιάζει με την προσωπικότητα του φορέα και συνήθως είναι εξωστρεφής , θορυβώδης και μεγάλης διάρκειας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει συναγωνισμός στην αντρική παρέα που από τα εφηβικά χρόνια διοργανώνει και τους αντίστοιχους μυστικιστικούς ευδαιμονικούς διαγωνισμούς.

Αντίθετα, για την θηλυκιά γνωρίζουμε ελάχιστα και υπάρχει ο μύθος ότι δεν υφίσταται. Στην πραγματικότητα , μοιάζει με μια πρωινή δροσοσταλίδα που είναι κρυμμένη καλά στην άκρη του γαλαξία και είναι φυσικά πολύ μικρή και αθόρυβη. Όταν εκφέρεται εκφράζει ταυτόχρονα την σαρκική μορφή του έρωτα και την αποδοχή της ανθρώπινης γυναικείας φύσης. Το σχήμα της είναι ελικοειδές σαν τον κάλυκα ανθισμένης μιμόζας και το άρωμα αυτό της γαλάζιας φωτιάς. Έχει συμβεί μάλιστα σε πολλούς άνδρες να γελάσουν αιφνιδιασμένοι στην παρουσία της και ταυτόχρονα να ανακαλύψουν την δύναμη του γυναικείου χαστουκιού.

Ωστόσο , δεδομένης της απαγόρευσης , είναι ενδιαφέρουσα η επιστημονική προσέγγιση του πέρδεστε. Γνωρίζουμε ότι η ικανότητα εμπλοκής και επιβολής της εξουσίας υπάρχει από την αρχή της ζωής , όπου κυριαρχούν έμφυτα μερικά «προγράμματα» , όπως το χαμόγελο, το κλάμα το ρέβεστε και το πέρδεστε. Έτσι, στις πρώτες μορφές συμπεριφοράς και έκφρασης των παιδιών εστιάζεται το ενδιαφέρον των ειδικών επιστημόνων για να ανακαλύψουμε πότε και με ποιά ευκαιρία επιβάλλονται τα διάφορα ταμπού.

Οι παρατηρήσεις της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας σε παιδιά διαφόρων ηλικιών τα οποία ζουν σε κανονικό περιβάλλον, αποδεικνύουν πως από τις πρώτες μέρες της ζωής υπάρχει ως φυσιολογικότατη αυτή η πράξη που είναι από τις πρώτες που θα απαγορευτούν πονηρά και υποχθόνια από την γερακοφωλιά της εξουσίας.

Το νεογέννητο , «ενεργοποιείται» με αυτούς τους κλανιάρικους ήχους (όπως και με το ρέψιμο) και μάλιστα απαντά κλαίγοντας εκφράζοντας το φόβο του . Στους επόμενους μήνες ένας τρόπος για να απαντά στα πειράγματα και στα γλυκανάλατα παιχνίδια των μεγάλων -όταν είναι βέβαια σε καλή διάθεση- είναι να παράγει φωνούλες ή ψελλίσματα με τόνους και διαβαθμιζόμενη ένταση , αλλά και κλανίτσες που μας κάνουν να διερωτόμαστε πως είναι δυνατόν να είναι τόσο βρωμερές οι εκροές από ένα τόσο αγαθό κωλαράκι.

Στην πορεία της ζωής , η απαγόρευσή της κλανιάς επιβάλλεται σιγά – σιγά από τους κανόνες της συμβίωσης σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον και αποτελεί βασική εκμάθηση στην διαδικασία κοινωνικοποίησης από την οικογένεια. Όποιος ασυστόλως πέρδεται χαρακτηρίζεται αυτόματα άξεστος και αγροίκος. Πρέπει οπωσδήποτε να κρατάς τα προσχήματα , να διαφυλάττεις επικινδύνως το αέριο μέσα σου όσο καταπιεστικό και αν είναι και να βρεις το κατάλληλο ερημικό τοπίο όπου μπορείς ανενδοίαστα πλέον, χωρίς τύψεις, να απολαύσεις την εκροή του με όλο το θόρυβο που συνεπάγεται.

Πρέπει βέβαια να τονιστεί, ότι μιλώντας για πολιτισμένη κοινωνία η αναφορά γίνεται στον ευρωπαϊκού τύπου πολιτισμό με την αποικιοκρατική ιστορία του και τα συμπλέγματα ανωτερότητας που τον διακατέχουν. Υπήρξαν όμως πολλές άλλες πολιτισμένες μικροκοινωνίες , κοινωνιακοί τύποι και φυλές (που της εκμεταλλεύτηκε ο σύγχρονος πολιτισμός καταπίνοντας τες), με τελείως διαφορετική αντίληψη για το κλάνειν. Μασαϊ , Μπαντού, Γιασμίρ, Ναβάχο, Σεουϊρ … χωρίς ταμπού με ελευθερία στο κλάνειν και στον έρωτα, που δεν ήταν καταδικασμένος ως μιαρή πράξη από τα ιερατεία. Οι Μπαντού μάλιστα έχουν ένα ρητό Δελφικού τύπου : «Για να πιάσεις ένα Ιμπάλα δεν πρέπει να το προσπεράσεις κλάνοντας» και με αυτό δηλώνουν και τη μυστική δύναμη του κυνηγού που και αυτή ευνούχισε η δικιά μας κοινωνία διαμορφώνοντας μόνο θηράματα.

Το ερώτημα πάντως που παραμένει είναι , αν αυτή η ικανοποίηση ελευθερίας που νοιώθουμε με την εκροή των αερίων είναι μια έμφυτη τάση του ανθρώπου, ή αν απλά είναι η μόνη επαναστατική αντίδραση που μας έχει απομείνει απέναντι στις καταπιεστικές απαγορεύσεις της γερακοφωλιάς της εξουσίας .

Αυτή η θέση όμως δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε δύο σημαντικά σημεία:

Πρώτον , ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ατόμων και επομένως ότι μερικoί έχουν διαφορετική επαναστατική- ηθική ευαισθησία για το θέμα και μικρότερη ένταση στις κλανιές από άλλους και δεύτερον , ότι το «πρόγραμμα» των φυσιολογικών αναγκών είναι βέβαια έμφυτο , αλλά και «μερικό» , δηλαδή έχει ανάγκη να καλλιεργείται και να τροφοδοτείται στην πορεία της ζωής , σε επαφή με άλλα πρόσωπα και ελεύθερες ιδέες που λειτουργούν αντισυμβατικά.

Τελικά, χωρίς την «συνδρομή» της κατανόησης των ταμπού, όπως το «ου πέρδεστε» δημοσίως , οι επαναστατικές τάσεις μας μπορούν σιγά-σιγά να σβήσουν.

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ : «ΠΟΡΔΟΣ Ο ΨΑΡΑΚΑΣ»

«Rebelus claniolus»

Τα ψάρια έχουν και αυτά τα ταμπού τους. Όλοι γνωρίζουμε ότι τα θαλάσσια όντα έχουν κάποιο περίεργο πρόβλημα με την αναπνοή τους εκτός θαλάσσης και κυρίως με την εκ των όπισθεν εκπνοή εντός του φυσικού τους χώρου. Το μπαρμπούνι για παράδειγμα είναι κατακόκκινο γιατί δεν κλάνει όπως λέει και το σχετικό ανέκδοτο, αλλά παρ΄ολαυτα δεν σκάει, όπως μυστηριωδώς συμβαίνει και με τα άλλα θαλάσσια όντα. Όπως όμως η ανθρώπινη κοινωνία διαθέτει νόμους για την εύρυθμη λειτουργία της αλλά και παράνομους ή επαναστάτες που με τη ρηξικέλευθη φωνή τους φέρνουν την αλλαγή έτσι και η υγρή κοινωνία έχει τον επαναστάτη της.

Το ανακάλυψα πρώτος , σε μια κατάδυσή μου στα γαλανά νερά του λιβυκού πελάγους όταν σε ένα πλανάρισμα η άκρη του ματιού μου συνέλαβε μια μαθηματική αλληλουχία από πολλές ύποπτες φυσαλίδες να εκρέουν από ένα θαλάμι. Σύρθηκα αθόρυβα προς αυτή την κατεύθυνση και με την υπομονή που οφείλει να έχει ένας ψύχραιμος και βραδυκίνητος ψαροκυνηγός , περίμενα το άγνωστο ψάρι να πεινάσει και να βγει να βοσκήσει.

Με ρίγη υψίστης τάσεως μέσα στο γλυκό νάζι του νερού παρακολουθούσα το κωμικό αυτό ψάρι που χωρίς ταμπού πέρδεται ασυστόλως αιωρούμενο πανέμορφα σε μια γαλήνια θαλασσογραφία όπου ο κάθε δύτης ονειρεύεται να βρεθεί. Ο ψάρακας αυτός είναι ένα μεσαίου μεγέθους θαλάσσιο όν το οποίο τρέφεται αποκλειστικά με πλαγκτόν , όχι όμως από οποιοδήποτε θαλάσσιο περιβάλλον αλλά μόνο από το σπάνιο πλαγκτόν του λιβυκού πελάγους με την άπιαστη αλμυρή νοστιμιά του. Γι αυτό και είναι σπάνιο και υπάρχει μόνο νότια της Κρήτης και βόρεια της Λιβύης.

Το πρόσωπό του είναι ήρεμο, αλλά τα μάγουλα τα χείλη και ο πισινός του είναι κατακκόνικα σαν το ρουμπινί κόκκινο του κρητικού κρασιού. Το βλέμμα του παράξενα ήρεμο για επαναστάτη χωρίς ταμπού έμοιαζε σαν το φως των προβολέων καθώς σκεπάζονται από πυκνό πέπλο σκόνης.

Ομολογώ πως χωρίς τύψεις έστρεψα το λαστιχοβόλο μου προς το μέρος του και με τους φίλους μου το ίδιο βράδυ το καταβροχθίσαμε με λαδολέμονο στα κάρβουνα. Σε αυτό το συμπόσιο μας υποχείρια και εμείς της μαζικοποιημένης κοινωνίας που ευνουχίζει την κριτική ικανότητα δεν σκεφτήκαμε ότι δολοφονήσαμε και μάλιστα φάγαμε εν ψυχρώ έναν επαναστάτη.

Το χρήσιμο γαστρονομικά είναι πως ακόμη και κάτω από τη μαγιονέζα δεν είναι νόστιμο αντίθετα άνοστο είναι σαν άχυρο και αυτό συνηγορεί στην άποψη πως η νοστιμιά του μπαρμπουνιού οφείλεται στην ανυπαρξία των εκ των όπισθεν αερίων εκροής.

Επιμύθιον:

Το πρακτικό της ανακάλυψης αυτής είναι πως αν συναντήσετε σε μια κατάδυσή σας το «Rebelus claniolus» έχετε μέσα από αυτή την προσωπική εμπειρία την ακαταμάχητη απόδειξη της εξελικτικής πορείας των πλασμάτων του σύμπαντος. Με αυτό εννοώ ότι τίποτε δεν έχει εξελιχθεί τυχαία και με απαγορεύσεις Θέσφατες, άρα απλά και ότι τρέφετε αποβάλλει και φυσιολογικά πέρδεται.

(Από το βιβλίο : «Το υδάτινο Πέρασμα» αφηγήματα- Θανάσης Πάνου)

Θανάσης Πάνου

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou
 
 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΔΕΙΝΟΚΟΣΜΟΣ …του Θανάση Πάνου

 

3030 μΧ .

Το διεθνές συνέδριο παλαιοντολόγων αποφάνθηκε για το στήθος που βύζαξε ολόκληρες γενιές ανθρώπων στις αλλεπάλληλες σειρές γήινων προθαλάμων.

» ‘Ο Αρχαίος πατέρας έσπασε τον υμένα του σκότους και από τα θραύσματα της αρχής ξεχύθηκε η ιστορία. Οι ορίζοντες ήσαν διαυγείς και οι ωκεανοί γεμάτοι θώκους αγέννητων πλασμάτων. Όταν ακούστηκε ο πρώτος ήχος, μορφές μονοκύτταρες έκρουσαν την αρχή. Κυανόφυτα, ξηράς βακτήρια και στη θάλασσα βραχιόλια, οστρακόδερμα, τρίλοβες με πόδια γαρίδας αλλά και ψυλόξειρες μπαλίτσες κυριάρχησαν. Η πρώτη σπονδυλωτή στήλη πήρε μορφή με το Ευσθενόπτερον το οποίο βγήκε με περιέργεια από την θάλασσα και ανέπνευσε αέρα ξηράς. Τα ιχθυαπολιθώματα αποκάλυψαν ότι ο ανθρωποδεινόκοσμος ήταν πολύπλοκος λόγω της συνεχούς προσαρμογής των σωμάτων στις νέες ιδέες. Εξελιγμένα ευέλικτα τα ανθρωποειδή οργανώθηκαν σε κοινωνίες από την τριαδική περίοδο της πρώτης παγκοσμιοποίησης , με άρχοντες και αρχόμενους. Κατά την Ιουρασική περίοδο και την αρχή της Κρητιδικής η εξουσία τους άρχισε να γίνεται εμφανής και μεταλλάξεις αλυσιδωτές δημιούργησαν διάφορα πολιτεύματα συναρτούμενα από τις Θρησκείες τους. Πολιτικοί Στρουθιόμιμοι χρησιμοποιούσαν γλοιώδη υγρά για να ισορροπούν στην εξουσία και γαντζώνονταν πάνω σε θεσμούς περπατώντας χωρίς να αγγίζουν την πορεία τους οι νόμοι.

Στη βόρια γη υπήρχαν οι τυραννόσαυροι, μεγαλόσταυροι με δυνατά οπίσθια προπονημένα σε μαλακά καθίσματα με βοηθούς οβιράπτορες στρατηγούς. Σε άλλες περιοχές είχαν άλλα ονόματα όπως κομψόγναθοι, διπλόδοντες και αλλοπρόσαυροι. Ζούνε ακόμα στα παραμύθια ως δράκοι οι αιμοδιψείς. Και από την Βόρια και από την Νότια γη όλοι έσκουζαν με βρυχηθμούς ζαχαρωμένους και προπαγάνδιζαν με όμορφες εικόνες και εύγεστη τροφή υποσχόμενοι για την ηρεμία και ευτυχία που φέρνει η διατήρηση της στασιμότητας. Από τους διανοούμενους Αινιγμόσαυρους βρέθηκαν ελάχιστα μόνο κρανία πάνω σε σπάνια μισοκαμμένα βιβλία. ‘Όπου το κλίμα ήταν ήπιο και υγρό γεννήθηκαν ιτιές, τριανταφυλλιές, μανόλιες, βελανιδιές και αμπέλια που βοήθησαν στην διατήρηση των Ειρηνόσαυρων. Απολιθώματα Στεγόσαυρων βρέθηκαν σε όλες τις εποχές , μέσα σε οικίες όπου ζούσαν, γεννούσαν και πέθαιναν, έτσι απλά. Υπήρξαν πολλές φυλές φυγάδων μεταναστών , χωρίς όπλα αλλά με δυνατά χέρια και πόδια για οποιαδήποτε εργασία. Από τα δάση προήλθαν οι Αβεκεράτοπες αθλητές και πρωταθλητές και οι Κεράτωπες και πεζέταιροι πού τρέφονταν με πικρά φαγητά και διαιώνισαν τις ορδές των ωμών και αδίστακτων πολεμιστών. Οι μουγγόμυχοι θαλαμηπόλοι υπήρχαν σε όλες τις εποχές ως αυλοκόλακες μυριόποδα που πλαισίωναν τους Τυρανόσαυρους όπως και οι Αλεκτωρόσαυροι οι θωρακισμένοι με τυχοδιωκτισμό έμποροι. Απολιθώματα κοπριάς παχυκεφαλόσαυρων αποκάλυψαν ότι ακόμη και οι βάρβαροι αλείφονταν με ειδικές κόλλες και αρώματα για να γίνουν ελκυστικότεροι.

Και οι πολιτισμένοι και οι βαρβαρόσαυροι είχαν Τρικεράτοπες κερασφόρους ιερείς που συντηρούσαν Ναούς, έδιναν χρησμούς , φαντασμαγορικούς φόβους και ασφάλεια για τον άγνωστο , όπως ο φόβος του θανάτου. Ευλογούσαν με λιβάνια τις θήκες των μαχαιριών όταν για ιερούς σκοπούς θα όπλιζαν τα χέρια. Το γένος των Ημιθεόσαυρων υπήρχε έως το τέλος της πρώτης Ομηρικής περιόδου, αλλά οι Ρωμαϊκοί Ιμπεριουμσαυροι τους εξαφάνισαν ταχύρυθμες κινήσεις η εξέλιξη της τεχνολογίας μπόρεσε να ελέγξει τα μονοπάτια της σκέψης και της συνείδησης δημιουργώντας ένα νέο λιμβικό σύστημα. Με απλές περιτοναϊκές καθάρσεις έσβησαν ακόμη και την κρίση και αντιληπτική ικανότητα .

Οι Τρικεράτοπες Κερασφόροι ιερείς συντήρησαν μόνο τον φόβο της Θείας οργής και την άχρωμη ηρεμία και υποταγή σε αξίες πλαστικές. Η ανθρωποκοινωνία με ελάχιστες διαφορές μέσα στην επικράτηση της τελευταίας παγκοσμιοποίησης, δεν απέφυγε τελικά τον πόλεμο που ως αμείλικτος Θεός οδήγησε στην παγερή ήττα όλων. Εικάζεται πως οι ουρανοί έβρεξαν γαλάζια φωτιά , πυρηνικά πολυπληθή στοιχεία και οι οβίδες και τα έξυπνα όπλα αλλά και οι μαχητές και οι άμαχοι όλοι, έγιναν ένας ραδιενεργός κόμπος στο τέλος της πετρελαϊκής περιόδου.

Μια μόνο ράτσα , κλώνων ξενιστών πέρασε στο νέο τοπίο της Γκουέρνικα , με μόνο εναπομείναντα πλούτο την τεχνογνωσία της βιοιατρικής και της αέναης αναπαραγωγής ευνουχισμένων ιδεολογιών ..

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΝΟΥ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ¨»ΖΩΑ ΑΓΡΙΑ & ΟΙΚΟΣΙΤΑ» )

 

links
Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου
Art-Imeros Thanasis Panou

«στο Μουσείο Νεκρών Αντικειμένων» …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο διάδρομος Κ-8 του “Μουσείου Νεκρών Αντικειμένων” αποτελούταν από ζώα των Αβοριγίνων της Κεντρικής Αυστραλίας που είχαν εξημερωθεί κατά τη διάρκεια του 13ου αιώνα. Στα αόρατα ηχεία ακουγόταν ο τελευταίος δίσκος του Μελιτζανιά. Μονάχα που είχαν βάλει όλα τα τραγούδια να παίζουν ταυτόχρονα… Εκνευρισμένος από την ιεροσυλία αυτή προχώρησα στην αίθουσα Α-68, χωρίς να δω ούτε τα ιερά σκηνώματα των Καβουρό, ούτε τον τελευταίο κοάδειλο…

Η αίθουσα Α-68 ήταν δίπλα στην Β-59 και απέναντι στην Ι-92… γεγονός που με άγχωνε τρομερά κυρίως για παιδιάστικους λόγους. Κάθισα πάνω σε έναν γέρο-τραπεζάκι και έβγαλα από την τσέπη μου μια ωραία σοκολάτα αμυγδάλου. Την έφαγα βιαστικά και στη συνέχεια ήπια φυσικό χυμό πορτοκάλι με βανίλια και αλεσμένα δαμάσκηνα… συνδυασμός εκρηκτικός για το στομάχι ενός φίλου μου οστρακολόγου.

Όμορφη μέρα ήταν. Το περπάτημα στην οδό Τρόμπολα μου προκαλούσε πλήξη και ο ήλιος εκεί ψηλά μου θύμιζε ακόμα περισσότερο τον σοσειαλεισμό στην Αιλάδα. Η επίσκεψη σε ένα μουσείο λειτουργεί πάντα αντικαταθλιπτικά στην πονεμένη ψυχή ενός αποχυμωτή.

Προχώρησα στον καλλιτεχνικό διάδρομο Κ-15 και πέρασα στην αίθουσα της σύγχρονης πρωκτικής τέχνης που παρουσίαζε φέτος ανδρικές κωλοτρυπίδες. Όλα τα εκθέματα βρισκόταν πίσω από πολύ χοντρό γυαλί που σε συνδυασμό με το φωτισμό, προσέβαλαν έντονα την ευαίσθητη αισθητική μου. Στα δεξιά μου ήταν ένας βαλσαμωμένος κώλος ανοιγμένος πάνω σε ένα πιάνο και αριστερά μου ήταν ένας βαλσαμωμένος κώλος ανοιγμένος κάτω από ένα πιάνο. Ένα εξημερωμένο ρακούν με πλησίασε και μου είπε πως ο καλλιτέχνης ήθελε να σοκάρει το πιάνο. Του είπα ότι αν ήθελε να σοκαριστούν άσχημα τα πιάνα, να τα πάρω μαζί μου στο σπίτι δυο φίλων που μόλις βγήκαν απ’ το ψυχιατρείο. Αρνήθηκε να μου τα δώσει υποστηρίζοντας ότι τα πιάνα είχαν δεχθεί αρκετό σοκ από τις δυο κωλοτρυπίδες και ότι το γυαλί δεν τα άφηνε να βγουν από το φυσικό περιβάλλον. Δεν είχα καμιά διάθεση να φέρω αντίρρηση ή να διαφωνήσω, γιατί σίγουρα το ρακούν ήξερε πολλά περισσότερα περί τέχνης σε σχέση με ένα ηλεκτρονικό στραβοκατσάβιδο που είχα δει πέρσι σε προσφορά σε κάποιο φούρνο στη Γαρίτσα.

Αποφάσισα να συντομεύσω την επίσκεψη… η γυναίκα μου θα με περίμενε για φαγητό και δεν είχα προλάβει ακόμα να ψωνίσω σαλάμι για τη σαλάτα αλλαντικών που ήταν τόσο απαραίτητη στην καθημερινή μου διατροφή. Η συντομότερη έξοδος ήταν η Ε-34… οπότε έπρεπε να περάσω από τον διάδρομο Ι-6 που ήταν γνωστός στους κύκλους μας ως “ψωλοδιάδρομος”, εξαιτίας των εκθεμάτων του…

 Στην αρχή του διαδρόμου στα δεξιά, βρισκόταν ένα μεγάλο νεκρό ψάρι που βρωμούσε φριχτά. Από το στόμα του εξείχε ένα ζαρωμένο μακρύ πέος. Στο ταμπελάκι έγραφε ότι ήταν το πέος του Όσιρι. Ενδιαφέρον μου φάνηκε αν και δεν ήξερα αν μύριζε πιο πολύ το ψάρι ή το πουλί του Όσιρι… Προχώρησα και είδα τον θηριώδη Φαλλό του Πρίαπου στα αριστερά, ένα ομοίωμα του Πάνα σε θριαμβευτική στύση στα δεξιά &  το θαυματουργό πέος του Φρέιρ στο οποίο έπεφτε τρελό προσκύνημα και λατρευόταν πολύ περισσότερο από το πέος του Σίβα. Είδα και άλλα πολλά μέχρι να φτάσω στην έξοδο αλλά εντύπωση μου έκαναν μόνο τα ψωλομοιώματα από το Kanamara Matsuri. Πριν την έξοδο υπήρχε και πωλητήριο με φαλλογλειφιτζούρια, φαλλοσοκολάτες & ψωλογλυφίδες…

Ήταν ένα γεμάτο πρωινό και γεμάτος έμπνευση αγόρασα μισό κιλό σαλάμι από τον μανάβη που ήταν δίπλα στο συνοικιακό μουσείο και έκανα κίνηση για το σπίτι. Στο δρόμο έγραψα ένα βιβλίο με ποιήματα. Μπαίνοντας σπίτι, φίλησα την όμορφη γυναίκα μου, έφαγα το υπέροχο φαγητό που μου είχε ετοιμάσει και της είπα “σ’αγαπώ“. Την ίδια ώρα ο γείτονας, κάνοντας πρακτική στο καινούριο του τρομπόνι, έπαιζε εναλλάξ τον εθνηκώ ίμνο & τον γλάρο της Βουγιουκλάκη…

Γιώργος Μικάλεφ

ΥΓ: Τα like δεν μας έβλαψαν ποτέ. Το like farming μας αρρωσταίνει…
facebook.com/georgemicalefcreations
https://www.facebook.com/ekdoseistokolo/