«Στο Μπαρ του Μικέ» …του Γιώργου Μικάλεφ

*Ακατάλληλον για άτομα κάτω των 18 ετών

img781

Τη γνώρισα στο Μπαρ του Μικέ. Θα ‘ταν κοντά 40. Κοκκινομάλλα με τα πιασίματα της και με τα όλα της. Με είχε καρφώσει κάνα δύο φορές με το βλέμμα της αλλά εγώ… αλλού γι’ αλλού. Ήμουν με τα ρεμάλια τους φίλους μου και τα πίναμε φορ ολντ τάιμς σέικ που λένε. Είχαμε πιει τον κώλο μας. Μπύρες, υποβρύχια… κέρνα σφηνάκια ο ένας… κέρνα φαρμάκια ο άλλος. Κάποια στιγμή το κατούρημα δεν μπορούσε να αναβληθεί για κανένα λόγο και αναγκάστηκα να πάω στην τρισάθλια τουαλέτα να αδειάσω την κύστη μου. Ωραίος τύπος με καθαρά ποτά… αλλά ήταν βρωμιάρης ο γέρο-Μικές.

Έπλυνα τα χέρια μου πριν γιατί με τόσα που είχα πιάσει εκεί μέσα… Ακόμα κατούραγα όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα. «Άλλος» είπα, μα ένα χέρι μου είχε αρπάξει ήδη τον πούτσο… «Τι στο Διάολο» φώναξα και ένα δεύτερο χέρι με γύρισε προς την πόρτα καθώς τα τελευταία ούρα πότιζαν το βρωμερό τοίχο και το στενόμαυρο φόρεμα της κοκκινομάλλας. Δεν φάνηκε να την πειράζει αφού δίχως να χάσει στιγμή, η γλώσσα της εξερευνούσε τη στοματική μου κοιλότητα και τα χέρια της ζούλαγαν τ’ αρχίδια μου. Ήταν πιο τύφλα από μένα και πραγματικά δεν με ένοιαζε καθόλου. Σήκωσα το φόρεμα και της χούφτωσα την κωλάρα κολλώντας το κορμί της πάνω μου. Έκανα να της κατεβάσω το βρακί μα δεν με άφησε. «Όχι εδώ καυλιάρη μου… Αν θες μουνάκι, πάμε σπίτι μου, σπίτι σου ή και κάπου αλλού». Η φωνή της και όλη της η ύπαρξη μύριζε λαϊκατζαρία δευτέρας διαλογής, αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Είχε σίγουρα αυτό που ήθελα και μάλλον είχα αυτό που ήθελε. Παστρικά πράγματα. Ξηγήθηκα βιαστικά στην παρέα μου αφήνοντας και κάνα φράγκο για τα ποτά και βγήκαμε έξω στο κρύο με την Εύα. Έτσι μου συστήθηκε.

Μου είπε που μένει και αποφασίσαμε από κοινού να πάμε στο δικό της σπίτι που ήταν και πιο κοντά. Ψιχάλιζε. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να καβαλήσει τη βέσπα μου και ήμουν σίγουρος πως δεν περίμενε να έχω παραπάνω από δυο ρόδες. Ήμουν λιώμα και οδηγούσα αργά, να μην την πάρω στο λαιμό μου. Η Εύα με κρατούσα σφιχτά και μου τον έπαιζε πάνω απ’ το παντελόνι καθώς εγώ προσπαθούσα να φτάσουμε αρτιμελείς στο σπίτι της.

Δεν θυμάμαι καν αν άφησα το κλειδί πάνω στη μηχανή. Είχαμε γίνει μούσκεμα. Ανεβήκαμε τα σκαλιά και χωρίς να το καταλάβω βρεθήκαμε γυμνοί στο κρεβάτι της με το ραδιόφωνο να παίζει κάτι άγνωστα σε μένα άσματα… «το ουίσκι δεν με πιάνει, φέρτε βενζίνη να με τρελάνει». Δυο άδεια ποτήρια στο μοναδικό κομοδίνο, μια θερμάστρα να μας ζεσταίνει και το στόμα της να μου ρουφάει τον πούτσο με λαχτάρα. Κόντευα να τελειώσω και αποφάσισα να αλλάξουμε ρόλους. Της άνοιξα τα πόδια και άρχισα να τη γλύφω. Το μουνάκι της ήταν όμορφο  και φρεσκοξυρισμένο αν εξαιρέσεις μερικές άσπρες τρίχες σαν αγκαθάκια που ξεπηδούσαν εδώ και εκεί… αυτές οι μικρές πινελιές που οδηγούν στην τελειότητα. Μετά από κάνα πεντάλεπτο σπατουλαρίσματος, τη γύρισα στα τέσσερα και μπήκα πανηγυρικά μέσα της. Χειροκροτήματα; Κανείς. Τα κατάφερα μετά από ένα σχεδόν χρόνο απραξίας και κανείς να ζητωκραυγάσει την επιτυχία μου. Μπαινόβγαινα δυνατά κρατώντας σφιχτά τα μεγάλα, υπέροχα κωλομέρια. Εκείνη βόγκαγε δυνατά, χωρίς να τη νοιάζουν οι γείτονες που εμένα έτσι και αλλιώς με άφηναν αδιάφορο.

Μετά από ένα πεντάλεπτο σφυροκόπημα ανάμεσα στα κωλομέρια της, αποφάσισα να ανέβω λίγο πιο ψηλά… τον έβγαλα μουσκεμένο απ’ τα υγρά της και ελαφρώς χαλαρωμένο και άρχισα να σπρώχνω την πίσω τρύπα της κοκκινομάλλας. Δεν διαμαρτυρήθηκε πέρα από δυο-τρία επιφωνήματα και ο πούτσος μου  σκλήρυνε γρήγορα και βυθίστηκε σιγά σιγά μέσα στην Θεϊκά σμιλεμένη κωλάρα της Εύας υπό τον ήχο της φανταστικής εξέδρας… «άξιος ρε μαλάκα! Άξιος!» Ήθελα να χύσω εκεί μέσα και θα τελείωνα πολύ γρήγορα και ας ήμουν λιώμα απ’ τα ξύδια. Έκλεισα τα μάτια μου και έσπρωχνα με περισσή μανία μέχρι που… κάτι σαν να μου τον έπιανε και να τον τράβαγε προς τα μέσα. Τι σκατά; Προσπάθησα να τραβηχτώ έξω μα δεν γινόταν. Σαν κάτι να με τραβούσε στο εσωτερικό εκείνης της τρύπας. Ξαφνικά όλα άρχισαν να μεγεθύνονται. Η Εύα άρχισε να μεταμορφώνονται σε κάτι σαν… γίγαντας;;; Κατάφερα να ελευθερωθώ μα ήμουν παγιδευμένος μες το δωμάτιο  ανάμεσα στις υπερμεγέθεις γάμπες. Η πόρτα ήταν από την άλλη.  Μπροστά μου η τεράστια κωλάρα! Σοβάδες, λαμπατέρ, ράφια να πέφτουν! Τότε, η πίσω οπή της Εύας άνοιξε και πετάχτηκε από μέσα ένα λιγδιασμένο χέρι έτοιμο να με πιάσει. Οι τοίχοι έπεφταν!! Θα πεθάνω εδώ μέσα, σκέφτηκα και μια φωνή μέσα απ’ τον κώλο φώναξε… «γρήγορα πιάσε το χέρι μου αν θες να ζήσεις!» Δεν είχα άλλη επιλογή.

«Με λένε Ιωνά» είπε ο γέρος που το χέρι του με είχε τράβηξε μέσα στη σπηλιά, σώζοντας μου έτσι τη ζωή. Μύριζε σκατά εκεί μέσα και πώς να μην μυρίζει… «Και εσύ σοδομίτης;» με ρώτησε. Έγνευσα θετικά. «Και τώρα» είπα… «τη γαμήσαμε». «Μην απελπίζεσαι» μου λέει. Θα βγούμε σύντομα».

Και πράγματι… ούτε προφήτης να ήταν. Τα ξύδια προκάλεσαν στην Εύα μια διάρροια κοψιματικής φύσεως. Το παχύ έντερο πλημμύρησε από δαύτη σε κλάσματα δευτερολέπτου, η είσοδος της σπηλιάς άρχισε να ανοίγει και η διάρροια με παρέσερνε προς τα έξω. Καθώς έβγαινα με φόρα από το σκότος, ο Ιωνάς μου φώναξε μέσα απ’ τον κώλο δίνοντας πραγματικά μάχη για να κρατηθεί εκεί μέσα: «Σώσε τον εαυτό σου! Εγώ  θα κατέβω Νινευή». Το ύψος ήταν απίστευτο… θαρρείς και έπεφτα για αιώνες. Έχασα τις αισθήσεις μου…

Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήμουν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Το αριστερό μου χέρι ήταν στο γύψο, ενώ πονούσα σε όλο μου το κορμί. Θεέ μου… είχα πιει πολύ. Θα έπεσα με τη μηχανή καθώς φεύγαμε απ’ του Μικέ! Η Εύα! «Που είναι η Εύα;» φώναξα με όση δύναμη είχα. Απάντηση καμία. Ανασηκώθηκα. Κανείς γύρω μου. Έκανα μια προσπάθεια να σταθώ στα πόδια μου. Ήμουν γυμνός. Γρατσουνιές και μώλωπες όπου και να κοιτάξω πάνω μου. Τα διπλανά κρεβάτια ξέστρωτα, με σεντόνια πεσμένα καταγής. Λες και την έκαναν όλοι ξαφνικά.  Έφτασα ξυπόλητος μέχρι το παράθυρο στηριζόμενος από τη μαλακία που κρατούσε τον ορό.

Από κάτω κάποια αμάξια στραπατσαρισμένα και δυο αναποδογυρισμένα. Θα ήταν από ατυχήματα σκέφτηκα… Μα τι διάολο; Στο νοσοκομείο τα φέρνουν και τα τσακισμένα οχήματα; Κοίταξα λίγο πιο πέρα και το δρόμο έκλειναν πεσμένα δέντρα. Άκουσα ένα ουρλιαχτό πίσω μου. Χέστηκα πάνω μου! Γύρισα απότομα και είδα… τον Ιωνά από την σπηλιά της Εύας. Ήταν γεμάτος σκατά και σερνόταν ξεψυχισμένος προς το μέρος μου.

«Δ…εν τα κα…τάφερα… μακρύς ο δρό…μος για τη Νι…νευή ».  Πήγα κοντά του… γούρλωσε τα μάτια «ΠΙΣΩ ΣΟΥ!!!» ούρλιαξε! Σπασμένα γυαλιά πέφτουν στο πάτωμα, τσιμέντα γκρεμίζονται και ένα τεράστιο χέρι με γράπωσε και  με τράβηξε έξω. Ήταν η Εύα. Θα πρέπει να ήταν πάνω από 20 μέτρα, ολόγυμνη και με κρατούσε σφιχτά στο ύψος του προσώπου της. Τα θεόρατα μάτια της με κοιτούσαν. Όχι με μίσος. Με αγάπη. Ήταν πανέμορφη. Δεν ήξερα τι να πω… αλλά και να ήξερα, δεν θα μου έβγαινε φωνή.

Ήχος από ελικόπτερα… Μας την πέσανε! «ΠΑΡΑΔΩΣΟΥ ΛΟΙΠΟΝ!!!» φώναξε κάποιος στρατιωτικός με τηλεβόα «ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ, ΜΩΡΗ ΚΩΛΟΥ!!!» Πώς μιλάει έτσι στην Εύα μου ο μπάσταρδος; Εκείνη τα πήρε στο κρανίο και όρμησε καταπάνω τους. Τα τέσσερα στρατιωτικά ελικόπτερα οπισθοχώρησαν ανοίγοντας ταυτόχρονα πυρ. Είμαι νεκρός σκέφτηκα. «ΜΗΝ ΠΡΟΒΑΛΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ!! ΘΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙΣ ΜΑΡΗ!!» ο τηλεβόας προειδοποιούσε μα η Εύα δεν καταλάβαινε. Με έχωσε ανάμεσα στα στήθια της και όρμισε στα ελικόπτερα «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΑΣ, ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ!!!» φώναξε και κατέβασε με μια γροθιά το ένα ελικόπτερο. Εκείνο έπεσε  στην είσοδο του νοσοκομείου και εξερράγη! Το χέρι του μωρού μου είχε πληγωθεί από τους έλικες και αιμορραγούσε. Πήδηξε στον αέρα θεόρατη και γυμνή και καθώς προσγειώθηκε με τις πατούσες της, προκάλεσε σεισμό στην περιοχή! Τα ελικόπτερα την κοπάνησαν.

Με έβγαλε από τα στήθια της και με τοποθέτησε στην ταράτσα του μισογκρεμισμένου πια νοσοκομείου. «Τα περάσαμε ωραία, λίγες ώρες μ…» πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της, ένα βλήμα την χτύπησε στο γιγαντιαίο δεξί μαστό και μετά κι άλλο από αριστερά κι άλλο… Καταιγισμός! Ήρθαν τα τανκ, ο στρατός κι επέστρεψαν τα ελικόπτερα. Άρχισαν να κοσκινίζουν την Εύα δίχως έλεος οι μπάσταρδοι! Ούρλιαζα να σταματήσουν, έκανα νοήματα, κοπανιόμουν ώσπου ένα κομμάτι κρέατος αποκολλήθηκε βίαια από τον κώλο της Εύας εξαιτίας μιας οβίδας και με καταπλάκωσε. Όλα μαύρισαν.

Συνήλθα δυο μήνες αργότερα. Μου είπαν πως ήμουν τόσο καιρό σε καταστολή και ότι με είχαν μεταφέρει σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Με συμβούλευσαν να μην πλησιάσω το παράθυρο γιατί ο δρόμος απέναντι είχε κατακλυστεί από δημοσιογράφους. Η είδηση της γιγαντιαίας Εύας έφτασε σε όλον τον κόσμο. Ήδη είχαν ξεκινήσει τα γυρίσματα της ταινίας για την Εύα και παράλληλα είχαν βγει δεκάδες πορνό παρωδίες για τον κολοσσιαίο κώλο της. Φυσικά και το τέλος της ήταν φρικτό… Έριξαν πάνω της όλα τα ληγμένα πυρομαχικά του Ελληνικού στρατού.  Η καημένη η Εύα… Δεν της άξιζε τέτοιο τέλος.

Όταν συνήλθα από τα τραύματα μου, πήγα στο μπαρ του Μικέ. Σαν να μη πέρασε μια μέρα. Μονάχα που οι θαμώνες μου επιφύλαξαν υποδοχή ήρωα. Χεσμένη την είχαν την Εύα. Μια μπεκροκανάτα λιγότερη. Κάθισα στο μπαρ και παράγγειλα ένα ουίσκι με λίγο πάγο και κόκα κόλα.

Γιώργος Μικάλεφ

 

*Παραμύθια ενός βιβλίου που κάποια στιγμή θα γραφτεί.

all rights reserved και τέτοια

img782

Σάουντρακ:

Στου Μικέ το Μπαρ

Σπίτι σου, σπίτι μου ή και κάπου αλλού

Το ουίσκι δεν με πιάνει

Παραδώσου λοιπόν

Ασφαλώς και δεν πρέπει

Το κορίτσι του μπαρ

Η Δαιμονική Μόρα: Μια Διαφορετική Εμπειρία

*και στο κολοράδιο

Η Μόρα είναι μια μοχθηρή μορφή μιας ηλικιωμένης γυναίκας που εμφανίζεται συνήθως κατά τη διάρκεια του ύπνου σαν όνειρο και σπέρνει τον τρόμο. Με τη δαιμονική αυτή μορφή συνδέουν συνήθως το φαινόμενο της υπνικής παράλυσης καθώς οι μαρτυρίες των εμπειριών αυτών είναι πάρα πολλές. Ο άνθρωπος ξυπνάει (ή νομίζει πως έχει ξυπνήσει), ανοίγει τα μάτια του αλλά δεν μπορεί να κουνήσει ούτε το δάχτυλο του ή να βγάλει άχνα. Αυτό συνοδεύεται τις περισσότερες φορές με κάποια σκιά που θαρρείς και σε πλακώνει ή ακόμα και με κάποιο δαιμονικό, σκιερό πρόσωπο ή χεσιματική φωνή που θέλει να σου ρουφήξει την ψυχή. Η εμπειρία είναι σίγουρα μυστηριακή και αρκετά επώδυνη. Κάποιοι προσεύχονται για να φύγει και πιστεύουν πως έτσι τα καταφέρνουν… αλλά οι επιστήμονες έχουν πάντα την εξήγηση. Η Μόρα οφείλεται σε μια ανώμαλη μετάβαση από τον ύπνο στον ξύπνιο και τέτοια.

Η δική μου εμπειρία με την Μόρα ήταν αρκετά διαφορετική. Τη νύχτα που με επισκέφθηκε η έρπουσα σκιά, βρισκόμουν στις αγκαλιές του Μορφέα, βλέποντας ένα άκρως ερωτικό όνειρο, από αυτά που δεν θες να ξυπνήσεις ποτέ και τα θυμάσαι για καιρό. Τρία κορίτσια λέει, προσπαθούσαν να με πνίξουν με τα τεράστια στήθια τους, την ώρα που κάποια μου τον έπαιρνε στο στόμα με ταλέντο πιστοποιημένο, iso 10.000 και βάλε. Η στύση μου ήταν απερίγραπτη και εκεί που κόντευα να τελειώσω μες το στόμα της άγνωστης πεοθηλάστριας, ο ήχος του κινητού μου τηλεφώνου με ξύπνησε ξενερώνοντας με άγρια.

Ανοίγω τα μάτια μου, μα οι κοπέλες με τα τεράστια στήθια ήταν ακόμα μπροστά μου!! Έκανα να αρπάξω ένα στήθος αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ξαφνικά άρχισαν να εξαφανίζονται σιγά σιγά μέχρι που χάθηκαν εντελώς και ένα κρύο αεράκι έκανε το κορμί μου να ανατριχιάσει. Πάει το όνειρο. Μα… η πίπα συνεχιζόταν χωρίς διάλειμμα και είχε γίνει ακόμα πιο ζουμερή. Έφερα το βλέμμα προς τα κάτω και πάγωσα. Μια σκιώδης ηλικιωμένη γυναίκα, θαρρείς και ήταν διακοσίων χρονών μου έπαιρνε το καλλίτερο τσιμπούκι ever. Ανατρίχιασα ακόμα περισσότερο αλλά η καύλα δεν περιγραφόταν με λέξεις. Ένιωσα και ένα βάρος στο στήθος, μα τίποτα δεν με ένοιαζε. Ήθελα να φωνάξω από ηδονή αλλά δεν μου έβγαινε μιλιά. Σπατουλάριζε την ψωλή μου με τη δαιμονική της μακρουλή γλώσσα, καθώς μου χάιδευε στοργικά τα παπάρια. Για μια στιγμή φοβήθηκα μήπως όταν χαθεί, πάρει τον πούτσο μου μαζί της στον άλλο κόσμο… αλλά δεν με ένοιαζε. Ας έχυνα τώρα και ας ήταν και η τελευταία μου φορά.

mora

Η γλώσσα της είχε πάρει φωτιά. Με κοιτούσε με τα άψυχα μάτια της και την κοιτούσα και εγώ. Ένιωσα αγάπη, έρωτα, καύλα να ξεχειλίζει το κορμί μου και έχυσα σαν να είχα να χύσω χρόνια. Το σπέρμα εκτοξευόταν σε μεγάλες ποσότητες, λες και άδειαζε η ψυχή μου! Διαπερνούσε τη σκιά με υπερβολική ταχύτητα, για να προσγειωθεί στα σεντόνια και στο πάτωμα, ενώ εκείνη συνέχισε να μου τον γλείφει για ένα λεπτό ακόμα. Μπόρεσα να μιλήσω… «Σ’ αγαπώ» της είπα. Ένα δάκρυ τότε κύλησε στο σκιερό της μάγουλο και προσγειώθηκε στο σεντόνι μου. Η σκιά άρχισε να εξαφανίζεται και χάθηκε.

Μπόρεσα να κουνηθώ. Σηκώθηκα λιγάκι και έβαλα τα κλάματα. Τι τσιμπούκι ήταν αυτό…! Με στοιχειώνει μέχρι σήμερα, επισκιάζοντας όλες τις ερωτικές σχέσεις που είχα. Μόρα γύρνα ξανά.

Γιώργος Σάπιος

 

Η Συνωμοσία Των Αντικοινωνικών Κατσαπλιάδων Της Φωτιάς… Ξαναχτυπά!!!

Αστυνομικό Δελτίο*

20180919_153915

Νεκρός και άσχημα μακελεμένος, βρέθηκε πασίγνωστος δημοσιογράφος τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, στην Παλλήνη. Το σώμα του είχε κακοποιηθεί βάναυσα. Οι δράστες αντικατέστησαν τον πρωκτό, με το στόμα του θύματος ενώ ήταν ακόμα ζωντανός!!! Το αποτέλεσμα ξετρέλανε μικρούς και μεγάλους!!! Οι άνθρωποι του πνεύματος στο τουίτερ, έδωσαν ρεσιτάλ ξεκαρδίσματος. Το τελειωτικό χτύπημα στην μνήμη του άτυχου δημοσιογράφου, ήταν η κυνική και άκρως απέριττη ανάληψη ευθύνης από τους μακελάρηδες,  η οποία έφτασε σε χαρτί τουαλέτας στα γραφεία της εφημερίδας Το Κολόχαρτον:

 

Σκοτώνουμε και μύγες
Μας ζάλισαν τ’ αρχίδια




Συνωμοσία Των Αντικοινωνικών Κατσαπλιάδων Της Φωτιάς


Οι συγγενείς του θύματος βρίσκονται μπροστά σε ένα μεγάλο, επίπονο δίλημμα. Αν θα κηδεύσουν τον άνθρωπο τους με πρωκτό αντί στόματος ή αν θα πρέπει να τον υποβάλουν πρώτα σε πολύωρη πλαστική επέμβαση αποκατάστασης, με την παρουσία ειδικών πρωκτολόγων από το εξωτερικό. Κουράγιο στους ανθρώπους και ζωή σε μας!

 

*απόσπασμα μυθιστορήματος το οποίο δεν έχει γραφτεί ακόμα. Ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις… εντελώς τυχαία.

Γιώργος Μικάλεφ

Μες το Μετρό Γ.Τ.Χ. …του Γιώργου Μικάλεφ

Ο κύριος Αριστείδης, την είχε δει ταξιθέτης του βαγονιού. Έδινε προτεραιότητα σε αναξιοπαθούντες και έκανε χιούμορ τύπου… θέση και 5ευρω. Σαν γνήσιο αρσενικό, πολιορκούσε μια ώριμη κάργια. Οι θέσεις γύρω της πιασμένες από παλικαράκια της ηλικίας του και αυτός όρθιος, έκανε παιχνίδι. Παπάτζας ο Αρίστος. Της έβγαλε πως ήτανε και συγχωριανοί και στο ίδιο το σχολείο. Πολύ το χάρηκε η κυράτσα. Του χάλασαν βέβαια το σίγουρο «φόρτωμα» ο περίγυρος, που χώθηκε στην κουβέντα. Κοίτα να δεις που βγήκαν όλοι κοντοχωριανοί. Μίλησαν για πολιτική, αστυνομία… ακόμα και για την Παναγία.  Ένα «παλικαράκι» μίλησε για τον γιο του τον αστυνόμο και για τους καημένους συναδέλφους του, που τους τυραννάει η αριστερή κυβέρνηση. Πετάγεται τότε ένας νεαρός με κοτσίδα και μούσι από απέναντι και φωνάζει: ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΑΝΕ ΤΟΥΣ ΜΑΣΟΝΟΥΣ!!!

Τότε παρατήρησα τα στόματα τους, που σαν ρυπαρές, ξεχειλωμένες οπές, άρχισαν να οργιάζουν με τις ευλογίες του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Δεν έχει νόημα ποιος έλεγε τι. Κάθε κουβέντα βίαζε τα αυτιά μου, τόσο άγρια που ορκίστηκα στις ψυχές των προγόνων μου για εκδίκηση.

Ο Τσίπρας είναι άθεος άρα αντίχριστος!! Γκρέμισαν την εκκλησία της Παναγίας της Ελευθερώτριας για να φτιάξουν τζαμί οι άθεοι!! ΑΘΕΟΙ, ΜΑΣΟΝΟΙ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ! Ο Κουφοντίνας αλωνίζει ελεύθερος. 11 ανθρώπους σκότωσε! Φαντάσου να ήταν το παιδί σου! Έχουν χαθεί οι αξίες σήμερα! Έχει χαθεί η πίστη! Ο κόκκινος φασισμός. Αυτή η μάστιγα! Αχ, αχ, να σου τον σούρωνα λιγάκι! Τι; Τίποτα, τίποτα, ο Παΐσιος λέγω, είχε απαντήσει όταν ρωτήθηκε για τις εκλογές, ότι οι πολιτικοί είναι του Σατανά και να ψηφίζουμε τους πιο χριστιανούς. Και βγάλαν την αριστερά. Τους αλήτες. Η αριστερά… αυτή η μάστιγα. Θα μπουν φυλακή όλη για προδοσία. Και ο Ρουβίκωνας μπαινοβγαίνει στα υπουργεία και η αστυνομία τουμπεκί. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΡΑ ΜΠΑΤΣΟΣ! Παραφέρεσαι νεαρέ. Εσείς οι νέοι πρέπει να κάνετε κάτι. ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΑΝ ΚΑΝΩ ΚΑΤΙ Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΓΙΟΣ ΣΟΥ ΘΑ ΜΕ ΕΔΕΡΝΕ.. ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΑΝΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥΣ ΜΑΣΩΝΟΥΣ!!! Εμένα ο παππούς μου ήρθε από τον Πόντο κρατώντας μόνο το σπαθί του. Θες να σου χώσω το κρεάτινο, εικασάποντο σπαθί μου; Πως είπατε; Τίποτα, τίποτα. Η αριστερά… αυτή η μάστιγα. Ωχ; σε ποια στάση είμαστε; Παλλήνη. Δεν το πιστεύω! Έπρεπε να έχουμε κατέβει Νομισματοκοπείο. Θα κατέβουμε Παλλήνη και θα γυρίσουμε πίσω. Το επόμενο θέλει σχεδόν μισή ώρα.

Κατέβηκαν στον σταθμό της Παλλήνης. Με το που βγήκαν, ο ήλιος… θαρρείς και τον κατάπιε ο Υμηττός. Σκοτάδι τους αγκάλιασε και μια μυρωδιά έπνιγε τον αέρα… Θειάφι.

Την επόμενη μέρα στην Ελεύθερη Μώρα το πρωτοσέλιδο είχε τα κεφάλια τους κομμένα να σχηματίζουν μια πεντάλφα ,που στο κέντρο της δέσποζε ένα σφυροδρέπανο. Ο τίτλος, με μεγάλα μαύρα γράμματα: ΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ ΣΑΤΑΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΗΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΗΣΑΝ.

Γιώργος Μικάλεφ

 

Ο Μεφιστοφελής πετά πάνω από την Παλλήνη, 1828, λιθογραφία του Eugène Delacroix. (public domain)

 

*βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

 

Ο Καφετζής …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

*πρόσωπα και γεγονότα της φαντασίας…

Ιούλιος στο νησί, οι τσέπες άδειες. Περίμενα να πλακώσουν τηλεοράσεις στο εργαστήρι για να βγάλω μισό μεροκάματο. Απ’ όταν παράτησα τη μηχανολογία πριν καν την αρχίσω και ξεμπέρδεψα με κάτι προβλήματα υγείας, έκατσα να μάθω την τέχνη του πατέρα μου. Καλοκαίρι έπεφτε η δουλειά και έψαχνα για συμπλήρωμα. Μια ψησταριά στη γειτονιά έψαχνε διανομέα με μηχανή δική του. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η καριέρα μου ως διανομέας πήγε κατά διαόλου. Τελευταία διανομή στις φύλακες. Φυλακές; Ναι. Χτύπα στην κεντρική πύλη. Μια ώρα να ανοίξουν και να βρεθεί ο φύλακας που παράγγειλε σουβλάκια. Βιάστηκα να γυρίσω για να μη γκρινιάζει η κότα που έκανε τα κουμάντα εκεί μέσα. Έφυγα σε μια στροφή… Ό,τι έβγαλα εκεί μέσα τα έδωσα στο συνεργείο. Εγώ γρατσουνιές μονάχα και έγδαρα την καλή μου τη ζώνη. Ευτυχώς ήταν διπλής όψεως, αν και ακόμα απ’ τη γδαρμένη μεριά τη φοράω.

Λίγες μέρες ηρεμίας και μετά απελπισία ξανά. Τα ‘χα ανάγκη τα λεφτά να μη χάσω τη γυναίκα. Έπρεπε να βρω το δρόμο μου, να σταθώ στα πόδια μου. Ώριμες καταστάσεις για άνθρωπο χωρίς χαρτιά σε κορνίζες και δυσπροσάρμοστο προς το στρατιωτικόν κλίμα.

Μια μέρα που έτυχε να γυρνάω με το μηχανάκι μια φίλη απ’ τη δουλειά, μου είπε για ένα καφενείο κάτω απ’ το γραφείο. Ζητούσαν καφετζή και τους μίλησε για μένα. Ζευγάρι, καλά παιδιά με πίστη στο Θεό και τέτοια. Ένα παιδί στην κοιλιά και άλλο ένα να τριγυρνάει στο μαγαζί και να τα κάνει πουτάνα. Δε γαμιέται… καλά τα πάω με τα παιδιά. Πήγα την άλλη μέρα, συστήθηκα, σχολίασα θετικά τη φωτογραφία του γέροντα πίσω από το μπαρ και πιάσαμε κουβέντα για τα θεία. Αποδείχθηκα διαβασμένος.

Δικιά μου η δουλειά, καλό το μεροκάματο και ο εργολάβος ας πάει να γαμηθεί. Το ‘χα πάρει απόφαση… αντιπαροχή δεν… οπότε εργάτης τιμημένος. Εκεί που ήλπιζα πως θα ‘χω λεφτά και σπίτι να κάνω το ζωγράφο και να μπορώ και να πηγαίνω στους γιατρούς χωρίς να το σκέφτομαι, έρχεται το ίδιο σου το αίμα που βαστούσε τότε εξουσία στο νησί και σε πατάει στο λαιμό… «Εισοδηματίας; Όχι ρε πούστη, θα ματώσεις». Τρέξιμο όλη μέρα μες την πιάτσα με τα φρέντα και το μπλουζάκι μουσκεμένο και με ζέστη και με κρύο. Στις καταιγίδες δε, τους έπιανε ο ρομαντισμός τους και θέλανε όλοι εσπρεσάκια. Ομπρέλα, δίσκος και λούτσα ο δικός σου να μη χαλάσει ο καφές. Κόκκινες οι κάλτσες από το αίμα στο σπίτι αλλά μεροκάματο γερό και καθημερινά στην τσέπη.

Ο κόσμος με συμπαθούσε μπορώ να πω και ήταν ευγενικός. Λίγο μεγάλος και κάπως γνωστικός τούτος εδώ για αυτό το χαμαλίκι. Έβγαζα και κανένα δεκάρικο πολλές φορές απ’ τα τυχερά. Θυμάμαι τον κορνιζά, τον τύπο με τη λέσχη, τη μεσίτρια, τους γιατρούς, κάτι μαλάκες υδραυλικούς, τους ηλεκτρονικούς… ξέρανε και τον πατέρα μου αυτοί. Μάστορας απ’ τους παλιούς. Στις τηλεοράσεις δούλευε και ο συγχωρεμένος ο Γιάννης, πότε ήθελε καφέ με τοστ και πότε το χυμό του. Έλεγε στ’ αφεντικό μου… «αντί να μας φέρεις καμιά γκόμενα, μας έφερες τον Καζούλη».

Ο Γιάννης σκοτώθηκε τρία χρόνια μετά, μια ανεμοδαρμένη μέρα που πήγε για κεραίες. Πιο μικρός από μένα. Έτυχε και ήμουνα στο νοσοκομείο όταν τον φέρανε. Ένας γιατρός βγήκε κλαίγοντας απ’ τον ανελκυστήρα και μας είπε ποιος ήταν ο σκοτωμένος. Μάτωσε η ψυχή μου. Τα ουρλιαχτά της μάνας του θαρρείς και τα ακούω ακόμα. Τρελάθηκα για τούτη την αδικία. Ήπια εκείνο το βράδυ. Στο γυρισμό για το σπίτι ανέβηκα στη μηχανή και έπεσα 100 μέτρα πιο κάτω. Σηκώθηκα, ανέβηκα ξανά. Το είχα ήδη χάσει. Είπαν πως καρφώθηκα με τη μηχανή σε μια κολώνα και με γύρισαν πίσω στο νοσοκομείο μαυρισμένο. Με σπασμούς ως το ξημέρωμα και μια βδομάδα με υπνωτικά.

Πίσω στο καφενείο… πολύ δουλειά, καβγαδάκια, συζητήσεις για τον Θεό και τον Βασίλη τον Παπακωνσταντίνου. Έτσι πέρναγαν οι μήνες. Αν δεν ήταν το ξέκαμα, μια χαρά περνούσαμε. Γυρνούσα σπίτι και μου τραγουδούσε ο Νικόλας ο Κακούργος… «αφού με καταστρέψανε οι συγγενείς και οι φίλοι έκαψα την καλύβα μου να μη με τρών’ οι ψύλλοι…» Τα γούσταρα πολύ τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα, από εκείνο τον καιρό. Μια φορά τη βδομάδα έβγαζα και τη γυναίκα να πάμε να φάμε στου καπετάνιου ή σε καμιά άλλη ταβέρνα. Μου άρεσε αυτή η κατάσταση και ας μου έβγαινε η πίστη. Είχα βλέπεις σίδερα στη μέση από παλιά μου τραύματα και όταν τελικά έφυγα από εκεί, ήμουνα λιγάκι πιο σακατεμένος από τα πριν.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που μου λέει τ’ αφεντικό… «θα πας καφέ στο μπάρμπα σου». Του τα ‘χα πει. Η καρδιά μου χτυπούσε λιγάκι πιο γρήγορα. Μίσος για τον άνθρωπο που γκρέμισε το όνειρο του εισοδηματία. Από καιρό τα σενάρια της εκδίκησης και να που τώρα θα βρεθώ ξανά μπροστά στον άνθρωπο που με έβγαλε από τα ιδεολογικά αδιέξοδα μιας εύπορης ζωής. Βαράω κουδούνι, ανεβαίνω τη σκάλα, χτυπώ την πόρτα… περάστε…
-Έφερα τον καφέ σας.
-Ακούμπησε τον εδώ.
Πού να με θυμάται ο καριόλης από τις φασαρίες στο δημοτικό συμβούλιο… Δεν ζητήσαμε χάρη από το αίμα μας, μα ούτε και μαχαίρι. Το δίκιο μας μονάχα. Όλος ο συρφετός των συμβουλατόρων έλεγε πως είμαστε καρχαρίες απ’ τους μεγάλους… ένα σόι ανθρώπων που μεγάλωσαν δίπλα σε στάβλους και τούτος ο μαλάκας που είχα μπροστά μου, δήλωσε άγνοια περί του θέματος κι ας τον είχαμε δικηγόρο όταν πέφτανε οι υπογραφές με τους εργολάβους… Αφήνω τον καφέ στο γραφείο, μου αφήνει 50 λεπτά ρέστα. Κοιτάω τα χαρτιά, την ακριβή του πένα, τα στυλό, το χαρτοκόπτη… τον αρπάζω και προσπαθώ να τον καρφώσω βίαια στην κορφή αυτού του σάπιου καύκαλου, ουρλιάζει καθώς τον χτύπησα χωρίς να εισχωρήσει η μαλακία στο μεδούλι. Αίματα… προσπαθεί να μου πιάσει το χέρι, δεν τα καταφέρνει, τον χτυπάω ξανά με όλο μου το μίσος… ξανά και ξανά μέχρι που ένιωσα το κρανίο του να σπάει και τέρμα και οι φωνές και οι χειρονομίες. Δεν σταμάτησα. Έκανα ανασκαφή με το χαρτοκόπτη μέχρι να βρω τα σκατά που έκρυβε εκεί μέσα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μακέλεμα μεγάλο…

-Γνωριζόμαστε; ρώτησε με απορία καθώς με παρατηρούσε να χαζεύω το γραφείο του.
-Ε; Όχι με συγχωρείτε. Ευχαριστώ είπα, πήρα το πουρμπουάρ μου και την έκανα. Ήταν η τελευταία φορά που μπήκα εκεί μέσα. Εκείνον… τον τότε δήμαρχο, ακόμα τον βρίζουν στους δρόμους. Εμένα τουλάχιστον μου χαμογελάει και κανένας άνθρωπος.

Γιώργος Μικάλεφ

«ο Σινάτρας, ο Τζίμης & τα Καλά Χριστούγεννα» …του Γιώργου Μικάλεφ

IMG_20151214_0001 (2)smallΤι άνθρωποι κι αυτοί… Ανοίγει η πόρτα μπαίνουν ακόμα δύο νέοι. Ο ένας με μακρύ σακάκι στο χρώμα της ώχρας, μπεζ πουκάμισο, σκούρα γραβάτα. Μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και δεξιά χωρίστρα. Καλοαναθρεμμένο γελαδερό. Ο φίλος  του, πιο ώριμος, με μαλλί ολίγον κλαρινάτο και πουκάμισα, γραβάτες και λοιπά… Αμίλητοι κάθονται. Παραγγέλνουν λευκό κρασί, δύο ποτήρια.  Αντάλλαξαν τρεις κουβέντες με τρόπο, με  υψηλή ευγένεια. Το κρασί ήρθε. Έπιαναν τα ποτήρια με χάρη κουνώντας μελαγχολικά τα δάχτυλα τους. Άθλια σκηνοθεσία. Ο κοτσίδας έκανε νεύμα σε μια ψιλογκοθού με σκούφο άγιου Βασίλη που καθόταν στον πάγκο. Εκείνη τον αγνόησε. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν έκανε τίποτα, επαναλαμβάνοντας το νεύμα και επεκτείνοντας το προς φτιάξιμο των μαλλιών… Μπαίνει ο Δημήτρης στο μαγαζί με φόρα. Έχει πιει τον κώλο του και δεν το κρύβει. Φορούσε ένα λερωμένο πράσινο φουσκωτό μπουφάν. Θα κυλιόταν στο δρόμο, μόνος ή με παρέα. Έκατσε στο τραπέζι τους. Εκείνοι τρόμαξαν… διακριτικά πάντα. Κοιτούσαν με τρόπο εναλλάξ  προς το μπαρ, αλλά κανείς να τους σώσει. Ο Τζίμης τους χαρίζει  ένα μεγάλο χαμόγελο,  αποκαλύπτοντας μια  σάπια οδοντοστοιχία.  Ο μακρυμάλλης κάνει να σηκωθεί. Ο Τζίμης τον πιάνει από τον ώμο και τον καθίζει. Στο μπαρ χαμπαριάζουν τώρα  τη φάση. Ο Τζίμης καταλαβαίνει πως η παράσταση θα είναι σύντομη. Οι «του μαγαζιού» κάνουν κίνηση. Ο Τζίμης ανεβαίνει στο τραπέζι με ένα σάλτο και τον πετάει έξω. Έπρεπε να αδειάσει θεαματικά. Τα δυο παιδιά την κοπάνησαν  κουτρουβαλώντας και όσοι ήταν κοντά τραβήχτηκαν έντρομοι προς τον τοίχο μην τους πάρουν τα σκάγια. Εκείνος ήξερε πως όταν τελείωνε το κατούρημα θα τον σάπιζαν. Ήλπιζε να μην στραγγίξει ποτέ. Γύρναγε γύρω γύρω για κανένα λεπτό σχεδόν και στα τελειώματα γλιστράει μες τη ζάλη του και σαβουριάζεται στις κατουρημένες καρέκλες. Πέσαν όλοι πάνω του και άρχισαν να του μαλακώνουν τα πλαϊνά. Εκείνος στο πάτωμα ξεβράκωτος, μάτωνε, γελούσε, δεν καταλάβαινε πόνο. Προσπαθούσαν με κλωτσιές να βγάλουν έξω το σίχαμα. Ευτυχώς ήταν κοντά στην πόρτα και σε μισό περίπου λεπτό βρισκόταν ανάσκελα στο παγωμένο πλακόστρωτο μισοαναίσθητος. Τα αυτιά του βούιζαν, τα μάτια του βλέπανε κάτι θολά γιορτινά λαμπιόνια στον ουρανό. Ο κόσμος ντυμένος στην πένα  προσπερνούσε το ματωμένο κουρέλι, κοιτώντας διακριτικά την πρησμένη ψωλή του. Από μέσα ο Σινάτρα ευχόταν καλά Χριστούγεννα…

 

Γιώργος Μικάλεφ

«Ένας πίνακας – μία ιστορία» P.S.Mavro/Stavriotis


12193414_723852961049896_6709033387078137239_n
• «Ο Άρχοντας Άλντε-πατε-χα, με τη βοήθεια της «Κυρίας της Τι-χουα-κούλπα», (της ονομαζόμενης Χούα-Άκα-Πούκα) ανέβηκε στο θρόνο των Ίνκας και κυβέρνησε κάτω από τη σκιά της. Aπέκτησε μαζί της πολλές θυγατέρες… αλλά κανέναν γιό.

Το μεγάλο λάθος του, ήταν ότι, επιχείρησε να παντρευτεί μια από αυτές, για να αποκτήσει αρσενικό παιδί από το αίμα του. Παραμέρισε λοιπόν, την «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα»… αλλά αυτή, με δόλο τον ξεγέλασε, τον παρέσυρε στο κρεβάτι της και τον ευνούχισε.

11921620_723853011049891_5622886796430269396_n

Με τη σύμπραξη του κουνιάδου και εραστή της, η «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα», δηλητηρίασε τη θυγατέρα της, ευνούχισε τον Άρχοντα Άλντε-πατε-χα και με τη σύμπραξη του κουνιάδου και εραστή της, τον εκθρόνισε και τον φυλάκισε (για πάντα) μέσα σε ένα υγρό σκοτεινό υπόγειο κελί.

Η «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα» ανέβασε στο θρόνο των Ίνκας, τον κουνιάδο και εραστή της, απέκτησε μαζί του, 5 γιούς και κυβέρνησε (μέσο αυτού – ακόμα και μετα το θάνατό του) ως τα βαθιά γεράματα της, την Αυτοκρατορία».

Ας σημειωθεί δέ, πως… (ακόμα και μετά το θάνατο του εραστή της, σε μεγάλη πια, ηλικία) …τέσσερεις γιούς θυσίασε στη Μεγάλη Πυραμίδα του Μέξικο, μέχρι στο θρόνο των Ίνκας να ανέβει ο μικρότερος και ο πιο αγαπημένος της γιός.

Μόνο τότε, η Κυρία της Τι-χουα-κούλπα, υσήχασε και αφέθηκε να την οδηγήσουν (ζωντανή ακόμα) στον τάφο της, μια και (όπως λένε) ακόμα και ο θεός του θανάτου φοβόταν να την πλησιάσει!

12196036_723853057716553_1959386017130833985_n

Η ονομαστή Χούα-Άκα-Πούκα (η τρομερή «Αφέντρα των Υψηλών Τόπων») ίσως να παραμένει, ακόμα και σήμερα, θαμμένη ζωντανή κάτω από τα ερείπια της παλιάς πόλης Τι-χουα-κούλπα… γι’ αυτό οι αρχαιολόγοι που θα εργαστούν εκεί… θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί…

• Ένας πίνακας – μία ιστορία. Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που δε θα γραφτεί ποτέ.

P.S.Mavro/Stavriotis

ΟΙ ΚΟΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΣΚΙΠΙΩΝΑ …του Θανάση Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Όταν αποφάσισε να κόψει την μπουρδελότσαρκα ήταν ήδη πενήντα χρονών. Αμετανόητος χαβαλεδάκιας δεν θυσίασε ποτέ τις απλές συνήθειες που είχε ως έφηβος. Τις κοπάνες από το σχολείο τις συνέχισε με κοπάνες από τη δουλειά, όπως συνέχισε και τον πληρωμένο έρωτα στα Μπουρδέλα, τις καθημερινές μπαρότσαρκες και τον χαβαλέ σε όλους και για όλα. Τα σοβαρά πράγματα του προκαλούσαν πάντα γέλια και κορόιδευε τους φίλους του όταν τους έβλεπε να τους παίρνει από κάτω. Στα πενήντα του ήταν δηλαδή ακόμα ένας έφηβος που τον οδηγούσε το πουλί του. Γιαυτόν ήταν μία έξυπνη οντότητα με την πιο αντρίκια ορθοστασιά, που τις είχε εμπιστοσύνη και γιαυτό η σχέση τους είχε διατηρηθεί τόσο στενή που έκαναν πολλές φορές και ατέλειωτους διαλόγους. Έτσι μαζί έκαναν και τις πιο έξυπνες κοπάνες από τις σχέσεις, μαζεύοντας λάφυρα από όλες τις εθνικότητες της γης. Το όνομά αυτού, Σκιπίων ο Αφρικανός και ως οντότητα ήταν εγωιστής και περήφανος, ένας καθοδηγητής που του είχε τόση αδυναμία που δεν του αρνιότανε ποτέ τίποτα. Όταν κάποτε μάλιστα, ο Σκιπίωνας αρρώστησε -από κάποια πουτάνα κόλλησε δηλαδή – κατέρρευσε για πρώτη φορά η ψυχολογία του. Μαραμένος ο Σκιπίωνας στην αποθεραπεία και μαζί του συμπάσχων σκυφτός και χαμένος έβριζε τη μοίρα του και όλα τα μπορντέλα της γης.

Από τότε έγινε και πιο εκλεκτικός και ανάλγητος με τις γυναίκες και μάλιστα δεν ξαναφίλησε το μνημείο τους. Τα τελευταία δύο χρόνια όμως κάτι άλλαζε. Από την μία η κρίση των πενήντα και από την άλλη η αφοσίωση και υπομονή της κοπέλας του τον άλλαζαν. Μαζί του άλλαζε και ο Σκιπίωνας .
Ο μέγας στρατηλάτης είχε αρχίσει να κάνει κοπάνες από τις μάχες και προτιμούσε χωρίς το σπαθί και την πανοπλία του να αράζει. Βέβαια ένας μαχητής και μάλιστα στρατηλάτης είναι πάντα ετοιμοπόλεμος , απλά είχε γίνει λίγο πιο μαλθακός αλλά πάντοτε διατηρούσε οξύτατη την διαπεραστική του όραση. Μπορούσε να γδύνει με τα μάτια του οποιαδήποτε γυναίκα, να ζυγίζει με ακρίβεια τα στήθια της και να διακρίνει, όσο καλά και αν ήσαν κρυμμένα κάτω από πουκαμίσες ή και παλτά, τα κωλομέρια της. Παλαιότερα βέβαια , όταν με μια ματιά σκανάριζε την γυναικεία σιλουέτα ο Σκιπίωνας είχε ήδη καταστρώσει το σχέδιο για την σύλησή της. Τώρα απλά σιγοψιθύριζε :

«ααα , να ένας αχλαδόκωλος , σαν της Μαρίας είναι, ααα να ένα μήλο σαν της Ιωάννας είναι» ως εκεί δηλαδή.

Η σύντροφός του , έξυπνη και υπομονετική γνώριζε πολύ καλά πως μια γυναίκα , και μητέρα να μη είναι, μπορεί να δαμάσει, να αλλάξει, ακόμα και να υποτάξει οποιοδήποτε αρσενικό. Η θηλυκότητας της ήταν το πρώτο της όπλο. Ακολουθούσε η επανάληψη της άποψής της με σταθερότητα, υπομονή και ακόμη και την νύχτα ο μινιμαλισμός συνεχιζόταν και διολισθούσε πονηρά και στα όνειρα του συντρόφου της. Μόνο τα πρωινά που ήταν φρέσκος-φρέσκος έκανε ένα μικρό διάλειμμα αποφεύγοντας έτσι τα νεύρα και την αντίδραση , δηλαδή προάσπιζε το έδαφος που είχε ήδη κατακτήσει. Δοκιμασμένη μέσα στο χρόνο αυτή η αρχαία παραδοσιακή θηλυκή συνταγή που μεταφερόταν ως κρυφή γνώση από την γιαγιά στη μάνα και από τη μάνα στην κόρη είχε πάντοτε επιτυχία.

Μετά δέκα χρόνια είχε γίνει πλέον ένας νοικοκύρης, ένας άριστος οικογενειάρχης που η μεγάλη περηφάνια του, ο πολύτιμος καρπός του ,ο γιός του, ήταν πλέον η μόνη του έγνοια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν τον άφηνε από τα μάτια του. Του έμοιαζε τόσο πολύ που το έλεγαν όλοι και αυτός φούσκωνε από υπερηφάνεια για τον πολύτιμο καρπό του.
Ο μόνος φόβος που έβγαινε από τις υπόγειες στοές του νου του , ήταν μήπως και γίνει αδελφή, μια σκέψη που τον τρομοκρατούσε. Έτσι καθημερινά με την κάθε ευκαιρία κρυφά από την άγρυπνη ματιά της γυναίκας του η κοινωνικοποίηση στον ανδρικό κόσμο, όπως τον είχε βιώσει αυτός βέβαια, ήταν επιτακτική ανάγκη ακόμη και στις βόλτες στην παιδική χαρά.

– junior τι είναι αυτά τα παιδιά με τα φουστάνια που τρέχουνε έτσι αστεία;
– κορίτσα!
– Μπράβο και τι είμαστε εμείς;
– Ανδριδες!
– γιεες ! άνδρες!

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μετά από λίγα χρόνια που ενηλικιώθηκε ο junior , ήταν καιρός να υλοποιήσει το σχέδιο της μύησης , την τελετή που ο μικρός καρπός του θα γινόταν άνδρας με τη βούλα. Είχε φτάσει η ώρα της πρώτης μπουρδελότσαρκας. Για τον σκοπό αυτό είχε πράξει βέβαια και την κατάλληλη έρευνα. Ο παροπλισμένος Σκιπίωνας ξύπνησε από την λήθη, φόρεσε το σκουριασμένο θηκάρι του και επισκέφτηκε πρώτος τα καλλίτερα μπορδέλα για να επιλέξει την ιδανική ιέρεια που θα ξεπαρθένευε τον γιό του.
Καθισμένος στον βελούδινο καναπέ στο μικρό σαλονάκι αναμονής χαμογελούσε μόνος του , σίγουρος , πως η ακριβοπληρωμένη βυζαρού που είχε τόσο σχολαστικά επιλέξει , έπνιγε στα στήθια της τον junior από ηδονή.
Έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα για να συλλάβει το πρώτο ανδρίκιο ύφος του Junior ενώ στο μυαλό του είχαν ξαναγεννηθεί οι εικόνες από την πρώτη δικιά του επίσκεψη που ο θείος του είχε επιμεληθεί με την αντίστοιχη ευλάβεια.
Θυμήθηκε την αγωνία , την λαχτάρα και την ηδονή του εξερευνητή που επιτέλους πατάει στα εδάφη που ονειρευόταν. Ο χρόνος όμως κυλούσε και ο junior δεν έλεγε να βγει από το δωμάτιο της μύησης. Τελικά δεν άντεξε , χτύπησε την πόρτα και ας αισθανόταν με αυτή την πράξη μεγάλος μαλάκας

 .
-Όλα καλά μέσα; ρώτησε με μαλακή φωνή.

– Ααα, έλα άνοιξε, δεν μπορώ να περιμένω άλλο… ο χρόνος είναι χρήμα. Απάντησε η πουτάνα.

-Τι έγινε, που είναι ο Μιχάλης;

-Ξέρω γω; O γιόκας σου την κοπάνησε! ;Όταν άνοιξα τα μπούτια μου πήδηξε από το παράθυρο και έγινε μπουχός!

Περίμενα τον μπούλη σου μήπως γυρίσει…μπορεί να χέστηκε το παιδί σκέφτηκα, χαχαχα!

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άφησε τα χωρίς αντίκρισμα λεφτά και έτρεξε θολωμένος προς το σπίτι του για να ξεδιαλύνει όχι τόσο το μυστήριο αλλά τον λόγο που έπεσε σε τέτοια απρόσμενη πλάνη .
-Ο γιός του ένας κοπανατζής λιποτάχτης του σεξ; Ο καρπός του, λιποτάχτης του έρωτα, ένας χέζας , ένας μπούλης , που δεν έμοιασε στον πατέρα του και στον μέγα στρατηλάτη ; H γυναίκα του , ναι αυτή έφταιγε ναι, πονηρά φρόντιζε πίσω από την πλάτη του, από αμείλικτο πολέμαρχο σε ρομαντικό πριγκιπόπουλο να τον πλάσει. Σίγουρα θα του έλεγε ιστορίες για πριγκιπόπουλα που πολεμάνε δράκους που πριγκίπισσες στοιχειώνουν και γίνονται βατράχια που προσμένουν το φιλί μήπως και γαμήσουν και άλλα τέτοια γλυκανάλατα.

Στο νεανικό δωμάτιο όλα έδειχναν όπως πάντα φυσιολογικά. Δηλαδή xύμα πεταμένα τα ρούχα και τα παπούτσια , παντού κόμικς και cd ‘s. Αποφάσισε τότε να ανοίξει για πρώτη φορά τα συρτάρια του γραφείου , κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ , γιατί ήταν αντίθετο με τις αρχές του. Άλλωστε αυτό ήταν και το μόνιμο θέμα καυγά με την δική του μητέρα, που ψαχούλευε συνεχώς τις τσέπες του, τα συρτάρια του ακόμη και κάτω από το κρεβάτι του και δεν του επέτρεπε με την ασφυκτική αγάπη της να έχει την ιδιωτική του ζωή.

Η πρώτη έκπληξή του ήταν η πλήρης απουσία από τσόντες. Ούτε ένα play boy ούτε μια φωτογραφία με βυζιά ούτε κάτι άλλο που έπρεπε να είναι εκεί όπως όφειλε η σεξουαλική όρεξη και περιέργεια ενός εφήβου. Εντάξει σκέφτηκε, τα παιδιά σήμερα τα έχουν όλα στο κομπιούτερ… δεν ησύχαζε το μυαλό του όμως… και τότε το μάτι του έπεσε σε ένα βιβλίο που ήταν γεμάτο σελιδοδείκτες… Ένοιωσε πως αυτό το βιβλίο με το παλιό μονόχρωμο εξώφυλλο που ήταν με αγάπη και επιμέλεια σε ξεχωριστή θέση ήταν η απάντηση στα ερωτήματά του.

– Χμ … «Πλάτωνος Συμπόσιον» υπο Ιωάννου Συκουτρή, Ακαδημία Αθηνών – Ελληνική βιβλιοθήκη , αριθμός αντιτύπου 1 , βιβλιοπωλείο της Εστίας 1949.

Κάθισε στην καρέκλα , φόρεσε τα γυαλιά του και το άνοιξε. Στην πρώτη σελίδα με ωραία γράμματα ήταν η αφιέρωση και υπογραφή της γυναίκας του: «της αγάπης μου, …αρχήν εμπειρίας προς την του έρωτος κατάκτησιν». Δεκάδες stickers , μικρά έγχρωμα αυτοκόλλητα χαρτάκια , με αστέρια και υποσημειώσεις ήσαν η φωτεινή απόδειξη για την σπουδαιότητα που είχαν αυτά τα κείμενα για τον γιό του. Στην πρώτη σημείωση με μεγάλα γράμματα διάβασε:
“Δύο είναι τα αγαθά του έρωτα που οφείλω να προασπίζω ως ευγενής και ταπεινός εραστής… Α) το αίσθημα της τιμής Β) την περιφρόνηση του θανάτου. Αντίθεση: Γυναικός ήττων , χρημάτων ήττων . Ο πάνδημος έρως , της μεγάλης μάζας των ανδρών δηλαδή της αισθησιακής απόλαυσης εφήμερος και αποκλείων κάθε ψυχική επαφή”. Χμ.. αυτό μήπως ήταν και η γνώμη που έχει για εμένα;

“Ό έρως και τον ερώντα κυρίως αναβιβάζει από την σφαίρα ενός ανθρώπινου αισθήματος προς το αντίκρισμα του απόλυτου, του αιώνιου, του θείου”.

Βυθίστηκε και παραδόθηκε ως ο τριαντάχρονος Σωκράτης στην αποκάλυψη των υψίστων μυστήριων , τα άγια των αγίων του έρωτα, όπως η προφήτιδα Διοτίμα μοναδικά μπορούσε να μυήσει. Ανεπαίσθητα από την πρώτη αντίδραση του δικού του δογματικού κόσμου, μετάπεσε στην έκπληξη και από εκεί στη μαγεία της φλογερής ευγλωττίας που απευθύνεται όχι στον εγκέφαλο και τον Σκιπίωνα αλλά στην ουσία του έρωτα που δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ναρκωμένος γύριζε τις σελίδες , διάβαζε τις σημειώσεις του γιου του και οι αποκαλύψεις αυτού του κόσμου που δεν είχε φανταστεί ότι κάτω από την ηδονή της σάρκας περιείχε κάτι βαθύτερο ,τον συγκλόνισαν.

Στο άδειο παιδικό δωμάτιο , καθισμένος μόνος του σα μαθητής στο γραφείο, μέσα από αυτό το βιβλίο ένοιωσε πρώτη φορά τα αυτιά του να ανοίγουν και να ακούει τον γιό του. Ένα άνθος εκλεκτό είναι, σκέφτηκε, που βλαστάνει σιγά-σιγά , αναθρώσκει και αναπάλλεται μέσα από το δικό του έδαφος που χωρίς λίπασμα το μεγάλωνε γιατί και ο ίδιος είχε μεγαλώσει με τον έρωτα σαν παιχνίδι, σαν μια μάχη που αποσκοπούσε σε συλλογή λαφύρων.
Αυτή η ατασθαλία, η τρικυμία των δυνατών παθών που εκτόνωνε σε αίθουσες μπουρδέλων συνειδητοποίησε πως ήταν η μεγαλύτερη κοπάνα του. Από το θαύμα του έρωτα.

Θανάσης Πάνου

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

links

Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου

Art-Imeros Thanasis Panou

Το μετεκλογικό σχέδιο ενός βροντόσαυρου για το κυκλοφοριακό & άλλες ανούσιες μαλακίες …του Γιώργου Μικάλεφ

Ξυπνητήρι στις 6. Το αριστερό μου μάτι άνοιξε παρά τέταρτο και το δεξί παρά δέκα. Δεν είχα να πάω για δουλειά και η σκέψη του να βγω από το σπίτι, είχε να σχηματιστεί στο μυαλό μου εδώ και έξι βδομάδες. Έξω στον μπροστινό δρόμο θόρυβος, φωνές, πράγματα να σπάνε… μεγάλα πράγματα, ωραία, αξίας. Κατάφερα με μερικά σκουριασμένα βήματα να φτάσω ως την κουζίνα. Έφτιαξα κρύο καφέ, στιγμιαίο με λευκή ζάχαρη και γάλα. Υπέροχος όπως πάντα από την πρώτη γουλιά. Τάισα τα ψάρια. Είχανε γίνει σαν ιχθυόσαυροι. Τζάμια σπάγανε. Πολλά τζάμια. Δεν ξαφνιαζόμουν πια. Συνήθισα. Κοίταξα προς το παράθυρο το μπροστινό. Οι χοντρές πουά κουρτίνες κλειστές. Θυμήθηκα ότι κάποτε είχαμε γάτες εκεί έξω. Τις τάιζα μόλις σηκωνόμουν. Φαγώθηκαν όλες από την πρώτη μέρα… Είχε πέσει μαύρη πείνα από τα ξημερώματα. Ο κόσμος έτρωγε σκύλους, τα παιδιά του, τις γάτες… Έβαλα να ακούσω τις “νοκτούρνες” του Σοπέν.

Συνεχιζόταν ο σαματάς έξω. Τράβηξα ένα ελάχιστο την κουρτίνα να δω τι ήταν… Άλλος ένας γαμημένος βροντόσαυρος στη γειτονιά μας. Έκανε σμπαράλια όλα τα αυτοκίνητα που ήταν έξω παρκαρισμένα. Ένας γέρος του πετούσε πράσινες, πλαστικές καρέκλες και χριστοπαναγίες από το μπαλκόνι, αλλά ο βροντόσαυρος… στην ιουρασική του παπάρα. Πήγα για κατούρημα και μετά στην τραπεζαρία ή σ’αυτό που κάποτε ονομάζαμε έτσι. Ήταν μια απέραντη αποθήκη από κονσέρβες και μαλακίες μακράς διαρκείας. Άνοιξα για πρωινό μια κονσέρβα με καλαμάρι Καλιφόρνιας και μία με καλαμπόκι. Τα έβαλα σε ένα πιατάκι και πρόσθεσα αρκετό αλάτι Ιμαλαΐων. Ξεκλείδωσα με προσοχή τα πατζούρια και όταν βεβαιώθηκα ότι το πίσω μπαλκόνι μου δεν είχε καταληφθεί από αιμοδιψείς πτερόσαυρους, βγήκα να φάω το πρωινό μου. Ο γείτονας με χαιρέτησε από την απέναντι πολυκατοικία. Έπινε και αυτός νωρίς τον καφέ του όπως πάντα. Φορούσε το φαρδύ, κοντό, ροζ μπουρνούζι της κοντόχοντρής, ροζ γυναίκας του. Ήλπιζα να τον είχανε κατασπαράξει τίποτα λυσσασμένα αρμαντίλλο. Του ένευσα. Φάνηκε να χάρηκε που με είδε. Είχε την τηλεόραση στη διαπασών ο μαλάκας. Πάει γυρεύοντας σκέφτηκα να… και πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου με μια φριχτή κατάληξη, με πρόλαβε η πραγματικότητα. Ένας τεράστιος γορίλας ύψους έντεκα μέτρων, ξεπετάγεται πίσω από την απέναντι πολυκατοικία, αρπάζει τον γείτονα με το δεξί του χέρι και τον καταβροχθίζει. Ρίχνει ένα ρέψιμο και εξαφανίζεται.

Τελείωσα το πρωινό μου, μπήκα μέσα και κλείδωσα τη μπαλκονόπορτα. Θρονιάστηκα στην ωραία μου πολυθρόνα και άνοιξα την τηλεόραση. Στο μπροστινό δρόμο εν τω μεταξύ, ο βροντόσαυρος ακόμα έκανε κακό χαμό. Παίζει να έφαγε και τον κωλόγερο από πάνω γιατί σταμάτησε να φωνάζει. Δεν τον συμπαθούσα και ποτέ είναι η αλήθεια. Η τηλεόραση έδειχνε πρωινάδικα σε επανάληψη. Μια ξανθιά με βυζιά στο ένα κανάλι, δυο μελαχρινές με βυζιά στο άλλο και τρεις άντρες με βυζιά σε ένα τρίτο. Το άφησα στο τελευταίο. Δεν υπήρχαν και πολλές επιλογές… Δεν περνάνε δυο λεπτά και διαφημίσεις. Ένα μουνί κατακλύζει την οθόνη… Ένα όμορφο μεγάλο μουνί που ξυριζόταν. Σταματάει να ξυρίζεται και οι τρεις μαλάκες με τα τρία ζευγάρια βυζιά συνεχίζουν να λένε ξενέρωτες, εμετικές μαλακίες και η ζωή συνεχίζεται… και η ζωή συνεχίζεται… Τελικά ο κόσμος δεν είναι και τόσο άσχημος… ή όχι?

Γιώργος Μικάλεφ

«ΕΞΩΣΤΕΣ ΣΕ ΣΥΝΝΕΦΑ ΑΠΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΑ» Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΚΑΙ ΟΙ  ΛΟΥΚΟΥΜΑΔΕΣ (απόσπασμα) …του Θανάση Πάνου

Καλημέρα! Καλησπέρα! Σας φέρνω λουκουμάδες !

Είμαι γυμνή κάτω από την ρόμπα μου ,πασαλημενη θυμαρίσιο μέλι και πεθαίνω από τη δίψα. Κάντε μου αμέσως μια κούπα τσάι και ας καθίσουμε παρέα  επιτέλους, απέναντι μένουμε!  Διψώ  σαν κυνηγημένη  αναρχικιά  που της πετάξατε ληγμένα δακρυγόνα , ξέρω δεν είστε υπεύθυνος για την ημερομηνία λήξης , δεν προλαβαίνετε να ελέγξετε  τα πετάτε σωρηδόν ε;

Α ! και θα το πω και αυτό, τα τσογλανάκια που πλακώσατε στις μπουνιές προχθές στη γειτονιά ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε τον πόθο μου γιαυτό πήρα το θάρρος , έχω δει βέβαια- ένστολε πονηρούλη- και τη πονηρή ματιά σας στον κώλο και τους βύζους μου!

 Δώστε μου και μια βρεγμένη πετσέτα από το ψυγείο γεμάτη παγάκια  να δροσιστώ. Μετά αν θέλετε , ας παρακάμψουμε την ανάκριση και  φιλήστε με στο στόμα κι εδώ και κει και παντού. Θέλω να πω δηλαδή ότι σας ποθώ αφού ήρθα έτσι με τους λουκουμάδες , σα γειτόνισσα που είμαι μονάχη,  κρυφόγυμνη και μες το μέλι , να σας πω καλημέρα και να σας κάνω να πιστέψετε πως με αγαπάτε και να με λιώσετε πάνω σας, ποθητό θηλυκό  που είμαι για σας και απόλυτη κυρία των παραλογισμών μου, τρυφερέ λάτρη των βυζιών  μου, όπως μοιάζει να είστε ως σοβαρός εργένης αστυνομικός. Ελάτεε! Μη με αποπαίρνεται και  μη στεκόσαστε έτσι αμήχανος, δώστε μου  ένα φιλάκι. Κι άλλα χίλια. Άντε πηγαίνετε να μου φτιάξετε τσάι και μη βγάλετε το όπλο είναι φετίχ μου και σας κάνει ένα μέτρο ψηλότερο σεξομανή γουρούνι . Και έχω κάτι τρελίτσες στο μυαλό! Θα γίνω η μελωμένη προβατίνα σας που θα καβαλικέψετε και θα βατεύετε με το κλομπ σας και αν σας φτιάχνει περισσότερο δέστε με κιόλας !  Βάλτε και βίντεο ότι σας αρέσει και εγώ λατρεύω τα αστυνομικά. Στο μεταξύ θα ξυρίσω τα πόδια μου ως το μικρό  δαχτυλάκι ,  δεν λέει να κολλάει στις τρίχες το μέλι που θα γλύψετε λιγωμένος για πήδημα  όπως είστε…

Θανάσης Πάνου

links

Ποίηση-Λογοτεχνία Θανάσης Πάνου

Art-Imeros Thanasis Panou