«Στο Μπαρ του Μικέ» …του Γιώργου Μικάλεφ

*Ακατάλληλον για άτομα κάτω των 18 ετών

img781

Τη γνώρισα στο Μπαρ του Μικέ. Θα ‘ταν κοντά 40. Κοκκινομάλλα με τα πιασίματα της και με τα όλα της. Με είχε καρφώσει κάνα δύο φορές με το βλέμμα της αλλά εγώ… αλλού γι’ αλλού. Ήμουν με τα ρεμάλια τους φίλους μου και τα πίναμε φορ ολντ τάιμς σέικ που λένε. Είχαμε πιει τον κώλο μας. Μπύρες, υποβρύχια… κέρνα σφηνάκια ο ένας… κέρνα φαρμάκια ο άλλος. Κάποια στιγμή το κατούρημα δεν μπορούσε να αναβληθεί για κανένα λόγο και αναγκάστηκα να πάω στην τρισάθλια τουαλέτα να αδειάσω την κύστη μου. Ωραίος τύπος με καθαρά ποτά… αλλά ήταν βρωμιάρης ο γέρο-Μικές.

Έπλυνα τα χέρια μου πριν γιατί με τόσα που είχα πιάσει εκεί μέσα… Ακόμα κατούραγα όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα. «Άλλος» είπα, μα ένα χέρι μου είχε αρπάξει ήδη τον πούτσο… «Τι στο Διάολο» φώναξα και ένα δεύτερο χέρι με γύρισε προς την πόρτα καθώς τα τελευταία ούρα πότιζαν το βρωμερό τοίχο και το στενόμαυρο φόρεμα της κοκκινομάλλας. Δεν φάνηκε να την πειράζει αφού δίχως να χάσει στιγμή, η γλώσσα της εξερευνούσε τη στοματική μου κοιλότητα και τα χέρια της ζούλαγαν τ’ αρχίδια μου. Ήταν πιο τύφλα από μένα και πραγματικά δεν με ένοιαζε καθόλου. Σήκωσα το φόρεμα και της χούφτωσα την κωλάρα κολλώντας το κορμί της πάνω μου. Έκανα να της κατεβάσω το βρακί μα δεν με άφησε. «Όχι εδώ καυλιάρη μου… Αν θες μουνάκι, πάμε σπίτι μου, σπίτι σου ή και κάπου αλλού». Η φωνή της και όλη της η ύπαρξη μύριζε λαϊκατζαρία δευτέρας διαλογής, αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Είχε σίγουρα αυτό που ήθελα και μάλλον είχα αυτό που ήθελε. Παστρικά πράγματα. Ξηγήθηκα βιαστικά στην παρέα μου αφήνοντας και κάνα φράγκο για τα ποτά και βγήκαμε έξω στο κρύο με την Εύα. Έτσι μου συστήθηκε.

Μου είπε που μένει και αποφασίσαμε από κοινού να πάμε στο δικό της σπίτι που ήταν και πιο κοντά. Ψιχάλιζε. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να καβαλήσει τη βέσπα μου και ήμουν σίγουρος πως δεν περίμενε να έχω παραπάνω από δυο ρόδες. Ήμουν λιώμα και οδηγούσα αργά, να μην την πάρω στο λαιμό μου. Η Εύα με κρατούσα σφιχτά και μου τον έπαιζε πάνω απ’ το παντελόνι καθώς εγώ προσπαθούσα να φτάσουμε αρτιμελείς στο σπίτι της.

Δεν θυμάμαι καν αν άφησα το κλειδί πάνω στη μηχανή. Είχαμε γίνει μούσκεμα. Ανεβήκαμε τα σκαλιά και χωρίς να το καταλάβω βρεθήκαμε γυμνοί στο κρεβάτι της με το ραδιόφωνο να παίζει κάτι άγνωστα σε μένα άσματα… «το ουίσκι δεν με πιάνει, φέρτε βενζίνη να με τρελάνει». Δυο άδεια ποτήρια στο μοναδικό κομοδίνο, μια θερμάστρα να μας ζεσταίνει και το στόμα της να μου ρουφάει τον πούτσο με λαχτάρα. Κόντευα να τελειώσω και αποφάσισα να αλλάξουμε ρόλους. Της άνοιξα τα πόδια και άρχισα να τη γλύφω. Το μουνάκι της ήταν όμορφο  και φρεσκοξυρισμένο αν εξαιρέσεις μερικές άσπρες τρίχες σαν αγκαθάκια που ξεπηδούσαν εδώ και εκεί… αυτές οι μικρές πινελιές που οδηγούν στην τελειότητα. Μετά από κάνα πεντάλεπτο σπατουλαρίσματος, τη γύρισα στα τέσσερα και μπήκα πανηγυρικά μέσα της. Χειροκροτήματα; Κανείς. Τα κατάφερα μετά από ένα σχεδόν χρόνο απραξίας και κανείς να ζητωκραυγάσει την επιτυχία μου. Μπαινόβγαινα δυνατά κρατώντας σφιχτά τα μεγάλα, υπέροχα κωλομέρια. Εκείνη βόγκαγε δυνατά, χωρίς να τη νοιάζουν οι γείτονες που εμένα έτσι και αλλιώς με άφηναν αδιάφορο.

Μετά από ένα πεντάλεπτο σφυροκόπημα ανάμεσα στα κωλομέρια της, αποφάσισα να ανέβω λίγο πιο ψηλά… τον έβγαλα μουσκεμένο απ’ τα υγρά της και ελαφρώς χαλαρωμένο και άρχισα να σπρώχνω την πίσω τρύπα της κοκκινομάλλας. Δεν διαμαρτυρήθηκε πέρα από δυο-τρία επιφωνήματα και ο πούτσος μου  σκλήρυνε γρήγορα και βυθίστηκε σιγά σιγά μέσα στην Θεϊκά σμιλεμένη κωλάρα της Εύας υπό τον ήχο της φανταστικής εξέδρας… «άξιος ρε μαλάκα! Άξιος!» Ήθελα να χύσω εκεί μέσα και θα τελείωνα πολύ γρήγορα και ας ήμουν λιώμα απ’ τα ξύδια. Έκλεισα τα μάτια μου και έσπρωχνα με περισσή μανία μέχρι που… κάτι σαν να μου τον έπιανε και να τον τράβαγε προς τα μέσα. Τι σκατά; Προσπάθησα να τραβηχτώ έξω μα δεν γινόταν. Σαν κάτι να με τραβούσε στο εσωτερικό εκείνης της τρύπας. Ξαφνικά όλα άρχισαν να μεγεθύνονται. Η Εύα άρχισε να μεταμορφώνονται σε κάτι σαν… γίγαντας;;; Κατάφερα να ελευθερωθώ μα ήμουν παγιδευμένος μες το δωμάτιο  ανάμεσα στις υπερμεγέθεις γάμπες. Η πόρτα ήταν από την άλλη.  Μπροστά μου η τεράστια κωλάρα! Σοβάδες, λαμπατέρ, ράφια να πέφτουν! Τότε, η πίσω οπή της Εύας άνοιξε και πετάχτηκε από μέσα ένα λιγδιασμένο χέρι έτοιμο να με πιάσει. Οι τοίχοι έπεφταν!! Θα πεθάνω εδώ μέσα, σκέφτηκα και μια φωνή μέσα απ’ τον κώλο φώναξε… «γρήγορα πιάσε το χέρι μου αν θες να ζήσεις!» Δεν είχα άλλη επιλογή.

«Με λένε Ιωνά» είπε ο γέρος που το χέρι του με είχε τράβηξε μέσα στη σπηλιά, σώζοντας μου έτσι τη ζωή. Μύριζε σκατά εκεί μέσα και πώς να μην μυρίζει… «Και εσύ σοδομίτης;» με ρώτησε. Έγνευσα θετικά. «Και τώρα» είπα… «τη γαμήσαμε». «Μην απελπίζεσαι» μου λέει. Θα βγούμε σύντομα».

Και πράγματι… ούτε προφήτης να ήταν. Τα ξύδια προκάλεσαν στην Εύα μια διάρροια κοψιματικής φύσεως. Το παχύ έντερο πλημμύρησε από δαύτη σε κλάσματα δευτερολέπτου, η είσοδος της σπηλιάς άρχισε να ανοίγει και η διάρροια με παρέσερνε προς τα έξω. Καθώς έβγαινα με φόρα από το σκότος, ο Ιωνάς μου φώναξε μέσα απ’ τον κώλο δίνοντας πραγματικά μάχη για να κρατηθεί εκεί μέσα: «Σώσε τον εαυτό σου! Εγώ  θα κατέβω Νινευή». Το ύψος ήταν απίστευτο… θαρρείς και έπεφτα για αιώνες. Έχασα τις αισθήσεις μου…

Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήμουν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Το αριστερό μου χέρι ήταν στο γύψο, ενώ πονούσα σε όλο μου το κορμί. Θεέ μου… είχα πιει πολύ. Θα έπεσα με τη μηχανή καθώς φεύγαμε απ’ του Μικέ! Η Εύα! «Που είναι η Εύα;» φώναξα με όση δύναμη είχα. Απάντηση καμία. Ανασηκώθηκα. Κανείς γύρω μου. Έκανα μια προσπάθεια να σταθώ στα πόδια μου. Ήμουν γυμνός. Γρατσουνιές και μώλωπες όπου και να κοιτάξω πάνω μου. Τα διπλανά κρεβάτια ξέστρωτα, με σεντόνια πεσμένα καταγής. Λες και την έκαναν όλοι ξαφνικά.  Έφτασα ξυπόλητος μέχρι το παράθυρο στηριζόμενος από τη μαλακία που κρατούσε τον ορό.

Από κάτω κάποια αμάξια στραπατσαρισμένα και δυο αναποδογυρισμένα. Θα ήταν από ατυχήματα σκέφτηκα… Μα τι διάολο; Στο νοσοκομείο τα φέρνουν και τα τσακισμένα οχήματα; Κοίταξα λίγο πιο πέρα και το δρόμο έκλειναν πεσμένα δέντρα. Άκουσα ένα ουρλιαχτό πίσω μου. Χέστηκα πάνω μου! Γύρισα απότομα και είδα… τον Ιωνά από την σπηλιά της Εύας. Ήταν γεμάτος σκατά και σερνόταν ξεψυχισμένος προς το μέρος μου.

«Δ…εν τα κα…τάφερα… μακρύς ο δρό…μος για τη Νι…νευή ».  Πήγα κοντά του… γούρλωσε τα μάτια «ΠΙΣΩ ΣΟΥ!!!» ούρλιαξε! Σπασμένα γυαλιά πέφτουν στο πάτωμα, τσιμέντα γκρεμίζονται και ένα τεράστιο χέρι με γράπωσε και  με τράβηξε έξω. Ήταν η Εύα. Θα πρέπει να ήταν πάνω από 20 μέτρα, ολόγυμνη και με κρατούσε σφιχτά στο ύψος του προσώπου της. Τα θεόρατα μάτια της με κοιτούσαν. Όχι με μίσος. Με αγάπη. Ήταν πανέμορφη. Δεν ήξερα τι να πω… αλλά και να ήξερα, δεν θα μου έβγαινε φωνή.

Ήχος από ελικόπτερα… Μας την πέσανε! «ΠΑΡΑΔΩΣΟΥ ΛΟΙΠΟΝ!!!» φώναξε κάποιος στρατιωτικός με τηλεβόα «ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ, ΜΩΡΗ ΚΩΛΟΥ!!!» Πώς μιλάει έτσι στην Εύα μου ο μπάσταρδος; Εκείνη τα πήρε στο κρανίο και όρμησε καταπάνω τους. Τα τέσσερα στρατιωτικά ελικόπτερα οπισθοχώρησαν ανοίγοντας ταυτόχρονα πυρ. Είμαι νεκρός σκέφτηκα. «ΜΗΝ ΠΡΟΒΑΛΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ!! ΘΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙΣ ΜΑΡΗ!!» ο τηλεβόας προειδοποιούσε μα η Εύα δεν καταλάβαινε. Με έχωσε ανάμεσα στα στήθια της και όρμισε στα ελικόπτερα «ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΑΣ, ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ!!!» φώναξε και κατέβασε με μια γροθιά το ένα ελικόπτερο. Εκείνο έπεσε  στην είσοδο του νοσοκομείου και εξερράγη! Το χέρι του μωρού μου είχε πληγωθεί από τους έλικες και αιμορραγούσε. Πήδηξε στον αέρα θεόρατη και γυμνή και καθώς προσγειώθηκε με τις πατούσες της, προκάλεσε σεισμό στην περιοχή! Τα ελικόπτερα την κοπάνησαν.

Με έβγαλε από τα στήθια της και με τοποθέτησε στην ταράτσα του μισογκρεμισμένου πια νοσοκομείου. «Τα περάσαμε ωραία, λίγες ώρες μ…» πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της, ένα βλήμα την χτύπησε στο γιγαντιαίο δεξί μαστό και μετά κι άλλο από αριστερά κι άλλο… Καταιγισμός! Ήρθαν τα τανκ, ο στρατός κι επέστρεψαν τα ελικόπτερα. Άρχισαν να κοσκινίζουν την Εύα δίχως έλεος οι μπάσταρδοι! Ούρλιαζα να σταματήσουν, έκανα νοήματα, κοπανιόμουν ώσπου ένα κομμάτι κρέατος αποκολλήθηκε βίαια από τον κώλο της Εύας εξαιτίας μιας οβίδας και με καταπλάκωσε. Όλα μαύρισαν.

Συνήλθα δυο μήνες αργότερα. Μου είπαν πως ήμουν τόσο καιρό σε καταστολή και ότι με είχαν μεταφέρει σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Με συμβούλευσαν να μην πλησιάσω το παράθυρο γιατί ο δρόμος απέναντι είχε κατακλυστεί από δημοσιογράφους. Η είδηση της γιγαντιαίας Εύας έφτασε σε όλον τον κόσμο. Ήδη είχαν ξεκινήσει τα γυρίσματα της ταινίας για την Εύα και παράλληλα είχαν βγει δεκάδες πορνό παρωδίες για τον κολοσσιαίο κώλο της. Φυσικά και το τέλος της ήταν φρικτό… Έριξαν πάνω της όλα τα ληγμένα πυρομαχικά του Ελληνικού στρατού.  Η καημένη η Εύα… Δεν της άξιζε τέτοιο τέλος.

Όταν συνήλθα από τα τραύματα μου, πήγα στο μπαρ του Μικέ. Σαν να μη πέρασε μια μέρα. Μονάχα που οι θαμώνες μου επιφύλαξαν υποδοχή ήρωα. Χεσμένη την είχαν την Εύα. Μια μπεκροκανάτα λιγότερη. Κάθισα στο μπαρ και παράγγειλα ένα ουίσκι με λίγο πάγο και κόκα κόλα.

Γιώργος Μικάλεφ

 

*Παραμύθια ενός βιβλίου που κάποια στιγμή θα γραφτεί.

all rights reserved και τέτοια

img782

Σάουντρακ:

Στου Μικέ το Μπαρ

Σπίτι σου, σπίτι μου ή και κάπου αλλού

Το ουίσκι δεν με πιάνει

Παραδώσου λοιπόν

Ασφαλώς και δεν πρέπει

Το κορίτσι του μπαρ

Η Δαιμονική Μόρα: Μια Διαφορετική Εμπειρία

*και στο κολοράδιο

Η Μόρα είναι μια μοχθηρή μορφή μιας ηλικιωμένης γυναίκας που εμφανίζεται συνήθως κατά τη διάρκεια του ύπνου σαν όνειρο και σπέρνει τον τρόμο. Με τη δαιμονική αυτή μορφή συνδέουν συνήθως το φαινόμενο της υπνικής παράλυσης καθώς οι μαρτυρίες των εμπειριών αυτών είναι πάρα πολλές. Ο άνθρωπος ξυπνάει (ή νομίζει πως έχει ξυπνήσει), ανοίγει τα μάτια του αλλά δεν μπορεί να κουνήσει ούτε το δάχτυλο του ή να βγάλει άχνα. Αυτό συνοδεύεται τις περισσότερες φορές με κάποια σκιά που θαρρείς και σε πλακώνει ή ακόμα και με κάποιο δαιμονικό, σκιερό πρόσωπο ή χεσιματική φωνή που θέλει να σου ρουφήξει την ψυχή. Η εμπειρία είναι σίγουρα μυστηριακή και αρκετά επώδυνη. Κάποιοι προσεύχονται για να φύγει και πιστεύουν πως έτσι τα καταφέρνουν… αλλά οι επιστήμονες έχουν πάντα την εξήγηση. Η Μόρα οφείλεται σε μια ανώμαλη μετάβαση από τον ύπνο στον ξύπνιο και τέτοια.

Η δική μου εμπειρία με την Μόρα ήταν αρκετά διαφορετική. Τη νύχτα που με επισκέφθηκε η έρπουσα σκιά, βρισκόμουν στις αγκαλιές του Μορφέα, βλέποντας ένα άκρως ερωτικό όνειρο, από αυτά που δεν θες να ξυπνήσεις ποτέ και τα θυμάσαι για καιρό. Τρία κορίτσια λέει, προσπαθούσαν να με πνίξουν με τα τεράστια στήθια τους, την ώρα που κάποια μου τον έπαιρνε στο στόμα με ταλέντο πιστοποιημένο, iso 10.000 και βάλε. Η στύση μου ήταν απερίγραπτη και εκεί που κόντευα να τελειώσω μες το στόμα της άγνωστης πεοθηλάστριας, ο ήχος του κινητού μου τηλεφώνου με ξύπνησε ξενερώνοντας με άγρια.

Ανοίγω τα μάτια μου, μα οι κοπέλες με τα τεράστια στήθια ήταν ακόμα μπροστά μου!! Έκανα να αρπάξω ένα στήθος αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ξαφνικά άρχισαν να εξαφανίζονται σιγά σιγά μέχρι που χάθηκαν εντελώς και ένα κρύο αεράκι έκανε το κορμί μου να ανατριχιάσει. Πάει το όνειρο. Μα… η πίπα συνεχιζόταν χωρίς διάλειμμα και είχε γίνει ακόμα πιο ζουμερή. Έφερα το βλέμμα προς τα κάτω και πάγωσα. Μια σκιώδης ηλικιωμένη γυναίκα, θαρρείς και ήταν διακοσίων χρονών μου έπαιρνε το καλλίτερο τσιμπούκι ever. Ανατρίχιασα ακόμα περισσότερο αλλά η καύλα δεν περιγραφόταν με λέξεις. Ένιωσα και ένα βάρος στο στήθος, μα τίποτα δεν με ένοιαζε. Ήθελα να φωνάξω από ηδονή αλλά δεν μου έβγαινε μιλιά. Σπατουλάριζε την ψωλή μου με τη δαιμονική της μακρουλή γλώσσα, καθώς μου χάιδευε στοργικά τα παπάρια. Για μια στιγμή φοβήθηκα μήπως όταν χαθεί, πάρει τον πούτσο μου μαζί της στον άλλο κόσμο… αλλά δεν με ένοιαζε. Ας έχυνα τώρα και ας ήταν και η τελευταία μου φορά.

mora

Η γλώσσα της είχε πάρει φωτιά. Με κοιτούσε με τα άψυχα μάτια της και την κοιτούσα και εγώ. Ένιωσα αγάπη, έρωτα, καύλα να ξεχειλίζει το κορμί μου και έχυσα σαν να είχα να χύσω χρόνια. Το σπέρμα εκτοξευόταν σε μεγάλες ποσότητες, λες και άδειαζε η ψυχή μου! Διαπερνούσε τη σκιά με υπερβολική ταχύτητα, για να προσγειωθεί στα σεντόνια και στο πάτωμα, ενώ εκείνη συνέχισε να μου τον γλείφει για ένα λεπτό ακόμα. Μπόρεσα να μιλήσω… «Σ’ αγαπώ» της είπα. Ένα δάκρυ τότε κύλησε στο σκιερό της μάγουλο και προσγειώθηκε στο σεντόνι μου. Η σκιά άρχισε να εξαφανίζεται και χάθηκε.

Μπόρεσα να κουνηθώ. Σηκώθηκα λιγάκι και έβαλα τα κλάματα. Τι τσιμπούκι ήταν αυτό…! Με στοιχειώνει μέχρι σήμερα, επισκιάζοντας όλες τις ερωτικές σχέσεις που είχα. Μόρα γύρνα ξανά.

Γιώργος Σάπιος

 

Η Συνωμοσία Των Αντικοινωνικών Κατσαπλιάδων Της Φωτιάς… Ξαναχτυπά!!!

Αστυνομικό Δελτίο*

20180919_153915

Νεκρός και άσχημα μακελεμένος, βρέθηκε πασίγνωστος δημοσιογράφος τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, στην Παλλήνη. Το σώμα του είχε κακοποιηθεί βάναυσα. Οι δράστες αντικατέστησαν τον πρωκτό, με το στόμα του θύματος ενώ ήταν ακόμα ζωντανός!!! Το αποτέλεσμα ξετρέλανε μικρούς και μεγάλους!!! Οι άνθρωποι του πνεύματος στο τουίτερ, έδωσαν ρεσιτάλ ξεκαρδίσματος. Το τελειωτικό χτύπημα στην μνήμη του άτυχου δημοσιογράφου, ήταν η κυνική και άκρως απέριττη ανάληψη ευθύνης από τους μακελάρηδες,  η οποία έφτασε σε χαρτί τουαλέτας στα γραφεία της εφημερίδας Το Κολόχαρτον:

 

Σκοτώνουμε και μύγες
Μας ζάλισαν τ’ αρχίδια




Συνωμοσία Των Αντικοινωνικών Κατσαπλιάδων Της Φωτιάς


Οι συγγενείς του θύματος βρίσκονται μπροστά σε ένα μεγάλο, επίπονο δίλημμα. Αν θα κηδεύσουν τον άνθρωπο τους με πρωκτό αντί στόματος ή αν θα πρέπει να τον υποβάλουν πρώτα σε πολύωρη πλαστική επέμβαση αποκατάστασης, με την παρουσία ειδικών πρωκτολόγων από το εξωτερικό. Κουράγιο στους ανθρώπους και ζωή σε μας!

 

*απόσπασμα μυθιστορήματος το οποίο δεν έχει γραφτεί ακόμα. Ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις… εντελώς τυχαία.

Γιώργος Μικάλεφ

Μες το Μετρό Γ.Τ.Χ. …του Γιώργου Μικάλεφ

Ο κύριος Αριστείδης, την είχε δει ταξιθέτης του βαγονιού. Έδινε προτεραιότητα σε αναξιοπαθούντες και έκανε χιούμορ τύπου… θέση και 5ευρω. Σαν γνήσιο αρσενικό, πολιορκούσε μια ώριμη κάργια. Οι θέσεις γύρω της πιασμένες από παλικαράκια της ηλικίας του και αυτός όρθιος, έκανε παιχνίδι. Παπάτζας ο Αρίστος. Της έβγαλε πως ήτανε και συγχωριανοί και στο ίδιο το σχολείο. Πολύ το χάρηκε η κυράτσα. Του χάλασαν βέβαια το σίγουρο «φόρτωμα» ο περίγυρος, που χώθηκε στην κουβέντα. Κοίτα να δεις που βγήκαν όλοι κοντοχωριανοί. Μίλησαν για πολιτική, αστυνομία… ακόμα και για την Παναγία.  Ένα «παλικαράκι» μίλησε για τον γιο του τον αστυνόμο και για τους καημένους συναδέλφους του, που τους τυραννάει η αριστερή κυβέρνηση. Πετάγεται τότε ένας νεαρός με κοτσίδα και μούσι από απέναντι και φωνάζει: ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΑΝΕ ΤΟΥΣ ΜΑΣΟΝΟΥΣ!!!

Τότε παρατήρησα τα στόματα τους, που σαν ρυπαρές, ξεχειλωμένες οπές, άρχισαν να οργιάζουν με τις ευλογίες του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Δεν έχει νόημα ποιος έλεγε τι. Κάθε κουβέντα βίαζε τα αυτιά μου, τόσο άγρια που ορκίστηκα στις ψυχές των προγόνων μου για εκδίκηση.

Ο Τσίπρας είναι άθεος άρα αντίχριστος!! Γκρέμισαν την εκκλησία της Παναγίας της Ελευθερώτριας για να φτιάξουν τζαμί οι άθεοι!! ΑΘΕΟΙ, ΜΑΣΟΝΟΙ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ! Ο Κουφοντίνας αλωνίζει ελεύθερος. 11 ανθρώπους σκότωσε! Φαντάσου να ήταν το παιδί σου! Έχουν χαθεί οι αξίες σήμερα! Έχει χαθεί η πίστη! Ο κόκκινος φασισμός. Αυτή η μάστιγα! Αχ, αχ, να σου τον σούρωνα λιγάκι! Τι; Τίποτα, τίποτα, ο Παΐσιος λέγω, είχε απαντήσει όταν ρωτήθηκε για τις εκλογές, ότι οι πολιτικοί είναι του Σατανά και να ψηφίζουμε τους πιο χριστιανούς. Και βγάλαν την αριστερά. Τους αλήτες. Η αριστερά… αυτή η μάστιγα. Θα μπουν φυλακή όλη για προδοσία. Και ο Ρουβίκωνας μπαινοβγαίνει στα υπουργεία και η αστυνομία τουμπεκί. ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΑΡΑ ΜΠΑΤΣΟΣ! Παραφέρεσαι νεαρέ. Εσείς οι νέοι πρέπει να κάνετε κάτι. ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΑΝ ΚΑΝΩ ΚΑΤΙ Ο ΜΠΑΤΣΟΣ ΓΙΟΣ ΣΟΥ ΘΑ ΜΕ ΕΔΕΡΝΕ.. ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΑΝΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥΣ ΜΑΣΩΝΟΥΣ!!! Εμένα ο παππούς μου ήρθε από τον Πόντο κρατώντας μόνο το σπαθί του. Θες να σου χώσω το κρεάτινο, εικασάποντο σπαθί μου; Πως είπατε; Τίποτα, τίποτα. Η αριστερά… αυτή η μάστιγα. Ωχ; σε ποια στάση είμαστε; Παλλήνη. Δεν το πιστεύω! Έπρεπε να έχουμε κατέβει Νομισματοκοπείο. Θα κατέβουμε Παλλήνη και θα γυρίσουμε πίσω. Το επόμενο θέλει σχεδόν μισή ώρα.

Κατέβηκαν στον σταθμό της Παλλήνης. Με το που βγήκαν, ο ήλιος… θαρρείς και τον κατάπιε ο Υμηττός. Σκοτάδι τους αγκάλιασε και μια μυρωδιά έπνιγε τον αέρα… Θειάφι.

Την επόμενη μέρα στην Ελεύθερη Μώρα το πρωτοσέλιδο είχε τα κεφάλια τους κομμένα να σχηματίζουν μια πεντάλφα ,που στο κέντρο της δέσποζε ένα σφυροδρέπανο. Ο τίτλος, με μεγάλα μαύρα γράμματα: ΟΙ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ ΣΑΤΑΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΛΗΝΗΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΗΣΑΝ.

Γιώργος Μικάλεφ

 

Ο Μεφιστοφελής πετά πάνω από την Παλλήνη, 1828, λιθογραφία του Eugène Delacroix. (public domain)

 

*βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

 

Ο Καφετζής …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

*πρόσωπα και γεγονότα της φαντασίας…

Ιούλιος στο νησί, οι τσέπες άδειες. Περίμενα να πλακώσουν τηλεοράσεις στο εργαστήρι για να βγάλω μισό μεροκάματο. Απ’ όταν παράτησα τη μηχανολογία πριν καν την αρχίσω και ξεμπέρδεψα με κάτι προβλήματα υγείας, έκατσα να μάθω την τέχνη του πατέρα μου. Καλοκαίρι έπεφτε η δουλειά και έψαχνα για συμπλήρωμα. Μια ψησταριά στη γειτονιά έψαχνε διανομέα με μηχανή δική του. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η καριέρα μου ως διανομέας πήγε κατά διαόλου. Τελευταία διανομή στις φύλακες. Φυλακές; Ναι. Χτύπα στην κεντρική πύλη. Μια ώρα να ανοίξουν και να βρεθεί ο φύλακας που παράγγειλε σουβλάκια. Βιάστηκα να γυρίσω για να μη γκρινιάζει η κότα που έκανε τα κουμάντα εκεί μέσα. Έφυγα σε μια στροφή… Ό,τι έβγαλα εκεί μέσα τα έδωσα στο συνεργείο. Εγώ γρατσουνιές μονάχα και έγδαρα την καλή μου τη ζώνη. Ευτυχώς ήταν διπλής όψεως, αν και ακόμα απ’ τη γδαρμένη μεριά τη φοράω.

Λίγες μέρες ηρεμίας και μετά απελπισία ξανά. Τα ‘χα ανάγκη τα λεφτά να μη χάσω τη γυναίκα. Έπρεπε να βρω το δρόμο μου, να σταθώ στα πόδια μου. Ώριμες καταστάσεις για άνθρωπο χωρίς χαρτιά σε κορνίζες και δυσπροσάρμοστο προς το στρατιωτικόν κλίμα.

Μια μέρα που έτυχε να γυρνάω με το μηχανάκι μια φίλη απ’ τη δουλειά, μου είπε για ένα καφενείο κάτω απ’ το γραφείο. Ζητούσαν καφετζή και τους μίλησε για μένα. Ζευγάρι, καλά παιδιά με πίστη στο Θεό και τέτοια. Ένα παιδί στην κοιλιά και άλλο ένα να τριγυρνάει στο μαγαζί και να τα κάνει πουτάνα. Δε γαμιέται… καλά τα πάω με τα παιδιά. Πήγα την άλλη μέρα, συστήθηκα, σχολίασα θετικά τη φωτογραφία του γέροντα πίσω από το μπαρ και πιάσαμε κουβέντα για τα θεία. Αποδείχθηκα διαβασμένος.

Δικιά μου η δουλειά, καλό το μεροκάματο και ο εργολάβος ας πάει να γαμηθεί. Το ‘χα πάρει απόφαση… αντιπαροχή δεν… οπότε εργάτης τιμημένος. Εκεί που ήλπιζα πως θα ‘χω λεφτά και σπίτι να κάνω το ζωγράφο και να μπορώ και να πηγαίνω στους γιατρούς χωρίς να το σκέφτομαι, έρχεται το ίδιο σου το αίμα που βαστούσε τότε εξουσία στο νησί και σε πατάει στο λαιμό… «Εισοδηματίας; Όχι ρε πούστη, θα ματώσεις». Τρέξιμο όλη μέρα μες την πιάτσα με τα φρέντα και το μπλουζάκι μουσκεμένο και με ζέστη και με κρύο. Στις καταιγίδες δε, τους έπιανε ο ρομαντισμός τους και θέλανε όλοι εσπρεσάκια. Ομπρέλα, δίσκος και λούτσα ο δικός σου να μη χαλάσει ο καφές. Κόκκινες οι κάλτσες από το αίμα στο σπίτι αλλά μεροκάματο γερό και καθημερινά στην τσέπη.

Ο κόσμος με συμπαθούσε μπορώ να πω και ήταν ευγενικός. Λίγο μεγάλος και κάπως γνωστικός τούτος εδώ για αυτό το χαμαλίκι. Έβγαζα και κανένα δεκάρικο πολλές φορές απ’ τα τυχερά. Θυμάμαι τον κορνιζά, τον τύπο με τη λέσχη, τη μεσίτρια, τους γιατρούς, κάτι μαλάκες υδραυλικούς, τους ηλεκτρονικούς… ξέρανε και τον πατέρα μου αυτοί. Μάστορας απ’ τους παλιούς. Στις τηλεοράσεις δούλευε και ο συγχωρεμένος ο Γιάννης, πότε ήθελε καφέ με τοστ και πότε το χυμό του. Έλεγε στ’ αφεντικό μου… «αντί να μας φέρεις καμιά γκόμενα, μας έφερες τον Καζούλη».

Ο Γιάννης σκοτώθηκε τρία χρόνια μετά, μια ανεμοδαρμένη μέρα που πήγε για κεραίες. Πιο μικρός από μένα. Έτυχε και ήμουνα στο νοσοκομείο όταν τον φέρανε. Ένας γιατρός βγήκε κλαίγοντας απ’ τον ανελκυστήρα και μας είπε ποιος ήταν ο σκοτωμένος. Μάτωσε η ψυχή μου. Τα ουρλιαχτά της μάνας του θαρρείς και τα ακούω ακόμα. Τρελάθηκα για τούτη την αδικία. Ήπια εκείνο το βράδυ. Στο γυρισμό για το σπίτι ανέβηκα στη μηχανή και έπεσα 100 μέτρα πιο κάτω. Σηκώθηκα, ανέβηκα ξανά. Το είχα ήδη χάσει. Είπαν πως καρφώθηκα με τη μηχανή σε μια κολώνα και με γύρισαν πίσω στο νοσοκομείο μαυρισμένο. Με σπασμούς ως το ξημέρωμα και μια βδομάδα με υπνωτικά.

Πίσω στο καφενείο… πολύ δουλειά, καβγαδάκια, συζητήσεις για τον Θεό και τον Βασίλη τον Παπακωνσταντίνου. Έτσι πέρναγαν οι μήνες. Αν δεν ήταν το ξέκαμα, μια χαρά περνούσαμε. Γυρνούσα σπίτι και μου τραγουδούσε ο Νικόλας ο Κακούργος… «αφού με καταστρέψανε οι συγγενείς και οι φίλοι έκαψα την καλύβα μου να μη με τρών’ οι ψύλλοι…» Τα γούσταρα πολύ τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα, από εκείνο τον καιρό. Μια φορά τη βδομάδα έβγαζα και τη γυναίκα να πάμε να φάμε στου καπετάνιου ή σε καμιά άλλη ταβέρνα. Μου άρεσε αυτή η κατάσταση και ας μου έβγαινε η πίστη. Είχα βλέπεις σίδερα στη μέση από παλιά μου τραύματα και όταν τελικά έφυγα από εκεί, ήμουνα λιγάκι πιο σακατεμένος από τα πριν.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που μου λέει τ’ αφεντικό… «θα πας καφέ στο μπάρμπα σου». Του τα ‘χα πει. Η καρδιά μου χτυπούσε λιγάκι πιο γρήγορα. Μίσος για τον άνθρωπο που γκρέμισε το όνειρο του εισοδηματία. Από καιρό τα σενάρια της εκδίκησης και να που τώρα θα βρεθώ ξανά μπροστά στον άνθρωπο που με έβγαλε από τα ιδεολογικά αδιέξοδα μιας εύπορης ζωής. Βαράω κουδούνι, ανεβαίνω τη σκάλα, χτυπώ την πόρτα… περάστε…
-Έφερα τον καφέ σας.
-Ακούμπησε τον εδώ.
Πού να με θυμάται ο καριόλης από τις φασαρίες στο δημοτικό συμβούλιο… Δεν ζητήσαμε χάρη από το αίμα μας, μα ούτε και μαχαίρι. Το δίκιο μας μονάχα. Όλος ο συρφετός των συμβουλατόρων έλεγε πως είμαστε καρχαρίες απ’ τους μεγάλους… ένα σόι ανθρώπων που μεγάλωσαν δίπλα σε στάβλους και τούτος ο μαλάκας που είχα μπροστά μου, δήλωσε άγνοια περί του θέματος κι ας τον είχαμε δικηγόρο όταν πέφτανε οι υπογραφές με τους εργολάβους… Αφήνω τον καφέ στο γραφείο, μου αφήνει 50 λεπτά ρέστα. Κοιτάω τα χαρτιά, την ακριβή του πένα, τα στυλό, το χαρτοκόπτη… τον αρπάζω και προσπαθώ να τον καρφώσω βίαια στην κορφή αυτού του σάπιου καύκαλου, ουρλιάζει καθώς τον χτύπησα χωρίς να εισχωρήσει η μαλακία στο μεδούλι. Αίματα… προσπαθεί να μου πιάσει το χέρι, δεν τα καταφέρνει, τον χτυπάω ξανά με όλο μου το μίσος… ξανά και ξανά μέχρι που ένιωσα το κρανίο του να σπάει και τέρμα και οι φωνές και οι χειρονομίες. Δεν σταμάτησα. Έκανα ανασκαφή με το χαρτοκόπτη μέχρι να βρω τα σκατά που έκρυβε εκεί μέσα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μακέλεμα μεγάλο…

-Γνωριζόμαστε; ρώτησε με απορία καθώς με παρατηρούσε να χαζεύω το γραφείο του.
-Ε; Όχι με συγχωρείτε. Ευχαριστώ είπα, πήρα το πουρμπουάρ μου και την έκανα. Ήταν η τελευταία φορά που μπήκα εκεί μέσα. Εκείνον… τον τότε δήμαρχο, ακόμα τον βρίζουν στους δρόμους. Εμένα τουλάχιστον μου χαμογελάει και κανένας άνθρωπος.

Γιώργος Μικάλεφ

«ο Σινάτρας, ο Τζίμης & τα Καλά Χριστούγεννα» …του Γιώργου Μικάλεφ

IMG_20151214_0001 (2)smallΤι άνθρωποι κι αυτοί… Ανοίγει η πόρτα μπαίνουν ακόμα δύο νέοι. Ο ένας με μακρύ σακάκι στο χρώμα της ώχρας, μπεζ πουκάμισο, σκούρα γραβάτα. Μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα κότσο και δεξιά χωρίστρα. Καλοαναθρεμμένο γελαδερό. Ο φίλος  του, πιο ώριμος, με μαλλί ολίγον κλαρινάτο και πουκάμισα, γραβάτες και λοιπά… Αμίλητοι κάθονται. Παραγγέλνουν λευκό κρασί, δύο ποτήρια.  Αντάλλαξαν τρεις κουβέντες με τρόπο, με  υψηλή ευγένεια. Το κρασί ήρθε. Έπιαναν τα ποτήρια με χάρη κουνώντας μελαγχολικά τα δάχτυλα τους. Άθλια σκηνοθεσία. Ο κοτσίδας έκανε νεύμα σε μια ψιλογκοθού με σκούφο άγιου Βασίλη που καθόταν στον πάγκο. Εκείνη τον αγνόησε. Εκείνος προσποιήθηκε ότι δεν έκανε τίποτα, επαναλαμβάνοντας το νεύμα και επεκτείνοντας το προς φτιάξιμο των μαλλιών… Μπαίνει ο Δημήτρης στο μαγαζί με φόρα. Έχει πιει τον κώλο του και δεν το κρύβει. Φορούσε ένα λερωμένο πράσινο φουσκωτό μπουφάν. Θα κυλιόταν στο δρόμο, μόνος ή με παρέα. Έκατσε στο τραπέζι τους. Εκείνοι τρόμαξαν… διακριτικά πάντα. Κοιτούσαν με τρόπο εναλλάξ  προς το μπαρ, αλλά κανείς να τους σώσει. Ο Τζίμης τους χαρίζει  ένα μεγάλο χαμόγελο,  αποκαλύπτοντας μια  σάπια οδοντοστοιχία.  Ο μακρυμάλλης κάνει να σηκωθεί. Ο Τζίμης τον πιάνει από τον ώμο και τον καθίζει. Στο μπαρ χαμπαριάζουν τώρα  τη φάση. Ο Τζίμης καταλαβαίνει πως η παράσταση θα είναι σύντομη. Οι «του μαγαζιού» κάνουν κίνηση. Ο Τζίμης ανεβαίνει στο τραπέζι με ένα σάλτο και τον πετάει έξω. Έπρεπε να αδειάσει θεαματικά. Τα δυο παιδιά την κοπάνησαν  κουτρουβαλώντας και όσοι ήταν κοντά τραβήχτηκαν έντρομοι προς τον τοίχο μην τους πάρουν τα σκάγια. Εκείνος ήξερε πως όταν τελείωνε το κατούρημα θα τον σάπιζαν. Ήλπιζε να μην στραγγίξει ποτέ. Γύρναγε γύρω γύρω για κανένα λεπτό σχεδόν και στα τελειώματα γλιστράει μες τη ζάλη του και σαβουριάζεται στις κατουρημένες καρέκλες. Πέσαν όλοι πάνω του και άρχισαν να του μαλακώνουν τα πλαϊνά. Εκείνος στο πάτωμα ξεβράκωτος, μάτωνε, γελούσε, δεν καταλάβαινε πόνο. Προσπαθούσαν με κλωτσιές να βγάλουν έξω το σίχαμα. Ευτυχώς ήταν κοντά στην πόρτα και σε μισό περίπου λεπτό βρισκόταν ανάσκελα στο παγωμένο πλακόστρωτο μισοαναίσθητος. Τα αυτιά του βούιζαν, τα μάτια του βλέπανε κάτι θολά γιορτινά λαμπιόνια στον ουρανό. Ο κόσμος ντυμένος στην πένα  προσπερνούσε το ματωμένο κουρέλι, κοιτώντας διακριτικά την πρησμένη ψωλή του. Από μέσα ο Σινάτρα ευχόταν καλά Χριστούγεννα…

 

Γιώργος Μικάλεφ

«Ένας πίνακας – μία ιστορία» P.S.Mavro/Stavriotis


12193414_723852961049896_6709033387078137239_n
• «Ο Άρχοντας Άλντε-πατε-χα, με τη βοήθεια της «Κυρίας της Τι-χουα-κούλπα», (της ονομαζόμενης Χούα-Άκα-Πούκα) ανέβηκε στο θρόνο των Ίνκας και κυβέρνησε κάτω από τη σκιά της. Aπέκτησε μαζί της πολλές θυγατέρες… αλλά κανέναν γιό.

Το μεγάλο λάθος του, ήταν ότι, επιχείρησε να παντρευτεί μια από αυτές, για να αποκτήσει αρσενικό παιδί από το αίμα του. Παραμέρισε λοιπόν, την «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα»… αλλά αυτή, με δόλο τον ξεγέλασε, τον παρέσυρε στο κρεβάτι της και τον ευνούχισε.

11921620_723853011049891_5622886796430269396_n

Με τη σύμπραξη του κουνιάδου και εραστή της, η «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα», δηλητηρίασε τη θυγατέρα της, ευνούχισε τον Άρχοντα Άλντε-πατε-χα και με τη σύμπραξη του κουνιάδου και εραστή της, τον εκθρόνισε και τον φυλάκισε (για πάντα) μέσα σε ένα υγρό σκοτεινό υπόγειο κελί.

Η «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα» ανέβασε στο θρόνο των Ίνκας, τον κουνιάδο και εραστή της, απέκτησε μαζί του, 5 γιούς και κυβέρνησε (μέσο αυτού – ακόμα και μετα το θάνατό του) ως τα βαθιά γεράματα της, την Αυτοκρατορία».

Ας σημειωθεί δέ, πως… (ακόμα και μετά το θάνατο του εραστή της, σε μεγάλη πια, ηλικία) …τέσσερεις γιούς θυσίασε στη Μεγάλη Πυραμίδα του Μέξικο, μέχρι στο θρόνο των Ίνκας να ανέβει ο μικρότερος και ο πιο αγαπημένος της γιός.

Μόνο τότε, η Κυρία της Τι-χουα-κούλπα, υσήχασε και αφέθηκε να την οδηγήσουν (ζωντανή ακόμα) στον τάφο της, μια και (όπως λένε) ακόμα και ο θεός του θανάτου φοβόταν να την πλησιάσει!

12196036_723853057716553_1959386017130833985_n

Η ονομαστή Χούα-Άκα-Πούκα (η τρομερή «Αφέντρα των Υψηλών Τόπων») ίσως να παραμένει, ακόμα και σήμερα, θαμμένη ζωντανή κάτω από τα ερείπια της παλιάς πόλης Τι-χουα-κούλπα… γι’ αυτό οι αρχαιολόγοι που θα εργαστούν εκεί… θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί…

• Ένας πίνακας – μία ιστορία. Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που δε θα γραφτεί ποτέ.

P.S.Mavro/Stavriotis