Ο δικός μου «κυρ Βασίλης»…του P.S.Mavro

P.S.Mavro/Stavriotis
Zωγράφος – Συγγραφέας

Τώρα που είναι Πρωτοχρονιά, όπως και κάθε Πρωτοχρονιά, είναι συνήθεια (από τα αρχαία χρόνια), οι άνθρωποι να κάθονται γύρο στο τζάκι (ή από την ξύλοσόμπα τους) και να λένε (οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους) παλιές ιστορίες. Ιστορίες που μπορεί, όταν τις διηγούνται τις άλλες ημέρες του χρόνου, να μη μας συγκινούν πολύ… αλλά πάντα όταν ακούγονται τέτοιες εορταστικές ημέρες… ακουμπούν ΟΛΩΝ τις καρδιές.
Έτσι και εγώ, τώρα θα σας διηγηθώ την ιστορία του «κυρ Βασίλη».
Σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, σε κάθε γειτονιά και ρούγα, υπάρχει πάντα ένας «κυρ Βασίλης»! Ακόμα και αν δεν τον λένε «Βασίλη»… πάντα υπάρχει ένας «κυρ Βασίλης»! Σας ακούγεται λίγο παράξενο αυτό… αλλά είναι αλήθεια, παντού και πάντα υπάρχει ένας «κύριος Βασίλης»… ή για να ήμαστε πιο ακριβείς… παντού και πάντα μπορεί να υπάρξει ένας «κυρ Βασίλης»!
Τώρα, θα σας παρακαλέσω να κάνετε για λίγο ησυχία και να δώσετε προσοχή στην ιστορία που θα σας διηγηθώ… Θα σας μιλήσω για το δικό μου «κυρ Βασίλη».

Santa-reindeer-blog

Και ο δικός μου «κυρ Βασίλης», όπως άλλωστε όλοι οι «κυρ Βασίληδες», κάποτε ήταν μικρό παιδί σαν και εσάς. Bέβαια αυτό συνέβενε πριν πολλά – πολλά χρόνια…
Αυτός ο «κυρ Βασίλης», όταν ήταν παιδί, δεν πίστευε καθόλου στο συνονόματό του… Ξέρετε ποιόν εννοώ… Το γνωστό μας τον «Aϊ Βασίλη».
Όταν άκουγε τους συνομηλίκους του να μιλούν για τον «Aϊ Βασίλη», αυτός κρυφογελούσε και μάλιστα, θεωρούσε τουλάχιστον ανόητους, όσους πίστευαν ότι υπάρχει «Άγιος» που φέρνει δώρα στα παιδιά. Και όταν κάποιος μεγαλύτερος τον ρωτούσε… «Τι θέλεις Bασιλάκη να σου φέρει ο Aϊ Βασίλης την Πρωτοχρονιά?» …αυτός εκνευρίζονταν, γιατί καταλάβαινε πως του έλεγαν ψέματα για την ύπαρξη ενός τέτοιου «Αγίου».
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» γνώριζε ότι, όλα τα δώρα την Πρωτοχρονιά, τα φέρνουν οι γονείς στα παιδιά τους, ή κάποιοι κοντινοί συγγενείς.
Γι’ αυτόν, δεν υπήρχαν εκκεντρικοί χοντροί άγιοι, ντυμένοι στα κόκκινα, με λευκές γενειάδες… ούτε έλκηθρα, ούτε τάρανδοι. Ήξερε πολύ καλά ότι, στα κεραμίδια των σπιτιών και στις καπνοδόχους, δεν ανέβαινε κανείς το χειμώνα, με τέτοιο κρύο… ούτε καν οι κεραμιδόγατοι. Aλλά δεν έλεγε και πολλά γιατί όλοι οι συνομήλικοι του… (είτε από αφέλεια, είτε από σκοπιμότητα) …πίστευαν στον «άγιο των δώρων». Δεν ήθελε λοιπόν, να τους χαλάσει το όνειρο.
Ο «μικρός κυρ Βασίλης» μας, μπορεί να μην πίστευε στην ύπαρξη του «Aϊ Βασίλη»… όμως ήταν παιδί με ευαισθησίες και με καλή καρδιά.
Αυτός ήταν τυχερός, γιατί… (ξέχασα να σας το πω) …ο πατέρας του ήταν κάτι σαν… Δήμαρχος στο χωριό… και σαν «κεφαλή» που ήταν, είχε έναν πολύ καλό μισθό, πρόσφερε τα πάντα στην οικογένεια του …και φυσικά ποτέ δεν έλειπαν από τον «μικρό κυρ Βασίλη» τα δώρα. Κάθε Πρωτοχρονιά (και όχι μόνο) ο πατέρας του, του χάριζε ένα σορό παιχνίδια… και ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά από που έρχονταν όλα αυτά.
Τέρμα λοιπόν, τα παραμύθια για τον «άγιο των δώρων»
Όπως είπαμε όμως, ο «μικρός κυρ Βασίλης» είχε καλή καρδιά… και ήξερε πολύ καλά πως… όλοι οι συνομήλικοι του δεν ήταν το ίδιο τυχεροί με αυτόν. Κάποιοι μάλιστα (και δεν ήταν λίγοι αυτοί) περνούσαν στο σπίτι τους πολύ φτωχικά… και γνώριζε πως έρχονταν ημέρες που δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε. Σε αυτά τα παιδιά οι φτωχοί γονείς τους φυσικά, δεν μπορούσαν να αγοράσουν δώρα… πολύ περισσότερο, κανένας ασπρογένης κόκκινοντυμένος «Aϊ Βασίλης» δεν τα θυμόταν.
Παρ’ όλα αυτά, πάντα τα φτωχά παιδιά, (όπως όλα τα φτωχά παιδιά του κόσμου), πίστευαν (άδικα) και ήλπιζαν (μάταια) πως… ο «άγιος των δώρων», αυτή τη φορά θα τα θυμόταν και αυτά… και πως θα τα επισκέπτονταν, φέρνοντας τους κάτι όμορφο…
Αυτή η αδικία στενοχωρούσε πολύ το «μικρό κυρ Βασίλη».
Από τι μία, αυτός είχε τόσα πολλά παιχνίδια… αλλά δεν πίστευε καθόλου – μα καθόλου στην ύπαρξη του «Αγίου των δώρων»… και από την άλλη, οι φίλοι του – τα φτωχά παιδιά του χωριού – πάρ’ όλο που πίστευαν στο Aϊ Βασίλη …σχεδόν ποτέ τους δεν έπαιρναν δώρα.
Kάποια Πρωτοχρονιά λοιπόν, κάτι του πέρασε από το μυαλό. Yπήρχαν τόσα παιχνίδια στο πατάρι του! Δε θα ήταν άσχημη ιδέα να μοιράσει μερικά από αυτά! Πίρε γρήγορα την απόφασή του. Θα χάριζε, στα φτωχά παιδιά του χωριού, μερικά από τα παιχνίδια του!
Nωρίς την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς ανέβηκε στο πατάρι του και ξεχώρισε μερικά παιχνίδια, που από καιρό βρίσκονταν ξεχασμένα εκεί. Ανάμεσα σε αυτά … και ένα πανέμορφο μικρό, σκαλισμένο σε ξύλο, αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Ήταν τόσο όμορφο που, για κάποια στιγμή, σκέφτηκε αυτό να μην το χαρίσει… όμως η καλή του καρδιά, του είπε ότι… δεν είναι σωστό να κρατά για τον εαυτό του τα καλά παιχνίδια… και να χαρίζει μόνο αυτά που δεν του αρέσουν… Έτσι λοιπόν πίρε και το όμορφο ξύλινο κίτρινο αλογάκι, μαζί με τα άλλα παιχνίδια που διάλεξε και τα έβαλε σε ένα κόκκινο σακούλι που βρήκε παρά πεταμένο… Μια χαρά έκανε αυτό το σακούλι για τη δουλειά που το χρειάζονταν.
MerryOldSanta
Το βράδυ, μετά το εορταστικό δείπνο, φίλησε τους γονείς του και τους είπε ότι θα ήθελε να πάει να κοιμηθεί νωρίς. Περίμενε στο δωμάτιο του και όταν μετά από ώρα κατάλαβε πως και οι γονείς του κοιμήθηκαν… αυτός πήδηξε, με το σακούλι του, από το παράθυρό του, έξω. Eυτυχώς η ώρα ήταν προχωρημένη και έκανε τόσο κρύο…  που ακόμα και τα σκυλιά του χωριού δεν είχαν καμία διάθεση να βγουν από την τρύπα τους για να το γαυγίσουν. Ο «μικρός κυρ Bασίλης» έφτασε έξω από το πρώτο σπίτι, όπου έμενε το πιο φτωχό παιδί του χωριού… Γλίστρησε σαν σκιά και στάθηκε εμπρός στην ξύλινη πόρτα, έχωσε το χέρι του στο κόκκινο σακούλι, έβγαλε το μικρό σκαλιστό κίτρινο αλογάκι και το ακούμπησε στο σκαλοπάτι… ύστερα, κτύπησε με δύναμη το μάνταλο και προτού οι αγουροξυπνημένοι ένοικοι ανοίξουν… εξαφανίσθηκε τρέχοντας!
Αυτό το έκανε μερικές φορές ακόμα, σε διαφορετικά σπίτια… και όταν ο σάκος του άδειασε από τα δώρα που είχε διαλέξει για να μοιράσει… γύρισε ήσυχα στο σπίτι του. Eυτυχώς κανείς από τους γονείς του δεν κατάλαβε τίποτα από τη βραδινή εξόρμησή του!
Η άλλη ημέρα στο χωριό ήταν κάπως διαφορετική από τις προηγούμενες.
Οι φτωχοί χωριανοί χαιρετούσαν ο ένας τον άλλων, αντάλλαζαν ευχές και αλληλοκοιτάζονταν με κάποια απορία… Τα φτωχά παιδιά ήταν ιδιαίτερα χαρούμενα… και όλοι (οι καθώς πρέπει νοικοκύρηδες) παραξενεύονταν να τα βλέπουν να επιδεικνύουν τα δώρα, που έλεγαν… ότι τους έφερε ο Aϊ Βασίλης!!!
Μάλιστα, όσο περνούσε η ημέρα άρχισαν και συζητήσεις…  ακούγονταν αφηγήσεις και γίνονταν και περιγραφές για το παράδοξο που είχε συμβεί στο χωριό τους. Το περίεργο είναι ότι, όλοι όσοι δέχτηκαν «επίσκεψη» από τον «άγιο των δώρων» στο σπίτι τους… συμφωνούσαν! Όλοι τους μιλούσαν για έναν ψιλό, παχουλό, ασπρογένη, καλόκαρδο γέροντα, που έκανε πολλά χαρωπά «χωπ – χωπ – χωπ»… που κρατούσε στους ώμους του ένα μεγάλο κόκκινο σακούλι γεμάτο με δώρα… και που οδηγούσε ένα ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν τάρανδοι. Aυτός ο κόκκινοντυμένος ροδαλός χοντρούλης, σταμάτησε (όπως αφηγούνταν) στην αυλή τους, ‘άφησε τα δώρα του, κτύπησε την πόρτα και …εξαφανίσθηκε! Όμως (και εδώ είναι το περίεργο) όλοι όταν άνοιξαν την πόρτα τους… πρόλαβαν και τον είδαν! …και όλοι βεβαίωναν ότι είδαν ακριβός την ίδια φιγούρα που περιέγραφαν!
Φυσικά, ο «μικρός κυρ Βασίλης» πολύ ευχαριστήθηκε με όλα αυτά.
Διασκέδασε… αλλά και καμάρωσε που ήταν υπαίτιος για να λέγονται αυτές η ιστορίες! Ένιωσε ευτυχισμένος γιατί μοιράσθηκε με τους φτωχούς συνομήλικους του, τα παιχνίδια του! Μια απεριόριστη ικανοποίηση τον πλημμύρησε όταν είδε τα «δώρα» του, στα χέρια των φίλων του! Τα φτωχά παιδιά του χωριού ήταν ίσος για πρώτη φορά, (τόσο μα τόσο) ευτυχισμένα, γιατί επιτέλους (όπως πίστευαν) τα θυμήθηκε και αυτά ο «άγιος των παιχνιδιών»!
 …
 Και την επόμενη χρονιά ο «μικρός κυρ Βασίλης» εφάρμοσε το ίδιο σχέδιο… μόνο που το προγραμμάτισε καλλίτερα. Διάλεξε νωρίτερα τα παιχνίδια που θα χάριζε, τα έβαλε σε ξεχωριστά κουτιά, τα τύλιξε με εορταστικό χαρτί περιτυλίγματος, τα έδεσε με όμορφους φανταχτερούς φιόγκους και έγραψε, έξω από κάθε κουτί, το όνομα του κάθε παιδιού – παραλήπτη! Και πάλι τα μοίρασε κρυφά. …και πάλι την επόμενη ημέρα οι φτωχοί συχωριανοί του έλεγαν παρόμοιες ιστορίες, για την επίσκεψη που δέχτηκαν από τον ίδιο καλοκάγαθο κόκκινο ντυμένο χοντρομπαλά «άγιο των δώρων»!
Και την επόμενη χρονιά, πάλι ο «μικρός κυρ Βασίλης» έκαμε το ίδιο… Και την επόμενη…. Και την επόμενη… Και πάντα ένιωθε την ίδια ικανοποίηση και έπαιρνε πάντα την ίδια χαρά! Ο φίλος μας είχε βρει το νόημα της ζωής του. Ένιωθε πως, ο λόγος που είχε έρθει σε αυτό το κόσμο, ήταν για να προσφέρει χαρά στα παιδιά!
Αυτή η γιορταστική μυστική αποστολή, που οικιοθελώς είχε αποδεχτεί, του διαμόρφωσε κατάλληλα σταδιακά και τον χαρακτήρα του. Ο «μικρός κυρ Βασίλης», χρόνο με το χρόνο, συνειδητοποιούσε ότι, εκτός από παιχνίδια… είχε και άλλα πράγματα να μοιρασθεί με τους συχωριανούς του! Έτσι, πάντα εύρισκε τρόπο να μοιράζει (π.χ) τα ρούχα που του περίσσευαν, σε αυτούς που δεν είχαν να ντυθούν… να μοιράσει τα βιβλία του, σε όσους που δεν είχαν να αγοράσουν… να μοιράσει τα φρούτα που του περίσσευαν, από τα δέντρα του κήπου του… Ο «μικρός κυρ Βασίλης», έδινε κάθε τί, που αυτός είχε σε αφθονία… και η άλλοι δεν είχαν.
Πρωτοχρονιά με Πρωτοχρονιά, τα χρόνια περνούσαν και ο «μικρός κυρ Βασίλης»… όπως είναι φυσικό, κάποια στιγμή έπαυσε να είναι «μικρός». Έγινε νεαρός… και μετά, πραγματικός άντρας… και μετά έγινε ώριμος μεσήλικας.
Ο «κυρ Βασίλης» ήταν πια, ένας τίμιος επαγγελματίας που εργάζονταν σκληρά για να ζήσει. Από τα χρήματα που κέρδιζε με τη δουλειά του, πάντα ένα ποσό το έβαζε στην άκρη και το προόριζε για αγορά παιχνιδιών, που τα μοίραζε πάντα (τώρα πια…) σε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του χωριού… Aλλά πάντα κρυφά, όπως και την πρώτη φορά, την Παραμονή κάθε Πρωτοχρονιάς!
…Και ήταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος με την «μυστική αποστολή» του!
…Και ας μην πίστευε ο ίδιος, ότι υπάρχει «Aϊ Βασίλης»!
Μάλιστα είχε πληροφορηθεί, από τα ιερά βιβλία μας, ότι ο δικός μας «Άγιος Bασίλειος» ήταν πραγματικά ένας σεβάσμιος φιλάνθρωπος ιεράρχης, που πριν από πολλά πολλά χρόνια είχε αφιερώσει τη ζωή του στο να βοηθά τους φτωχούς… κτίζοντας νοσοκομεία γηροκομεία και ένα σορό άλλα ιδρύματα… Γνώριζε πως, αυτός ο πραγματικά δικός μας Άγιος Bασίλειος καμία σχέση δεν είχε με τον ξενόφερτο χοντρομπαλά «άγιο» που ξεπήδησε (σαν σχεδίασμα) μέσα από την διαφήμιση ενός πολύ γνωστού αναψυκτικού. Αλλά τί σημασία είχε πια. Ο «άγιος Nικόλαος» τον Καθολικών, ο άγιος Bασίλειος των Ορθοδόξων και ο «άγιος» των… αναψυκτικών… με το πέρασμα των χρόνων, είχαν γίνει ένα… και είχε αγαπηθεί από όλα τα παιδιά του κόσμου… σαν «άγιος» των δώρων και των παιχνιδιών! «Άλλοι καιροί, άλλα πουλιά, άλλα τραγούδια»!
Ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια…) «κυρ Βασίλης», δεν έκανε ποτέ οικογένεια και δεν απέκτησε ποτέ δικά του παιδιά… γιατί δεν είχε χρόνο για τον εαυτό του… Τώρα πια, τον είχαν πάρει και τα χρόνια… και ήταν χρόνια δύσκολα… γιατί μια «οικονομική κρίση»… εμφανίσθηκε και έκανε τους πιο πολλούς ανθρώπους να χάσουν την δουλειά τους. Οι φτωχοί έγιναν ακόμα πιο φτωχοί… και ακόμα πιο πολλοί. Πρωτοχρονιά με την Πρωτοχρονιά τα φτωχά παιδιά του χωριού, πλήθαιναν… και ο «μικρός (αλλά μεγάλος πια…) κυρ Βασίλης» μας, (που σημειώτεον, λόγο της οικονομικής κρίσης, γίνονταν και αυτός ολοένα και φτωχότερος) έπρεπε να βρει ακόμα περισσότερα δώρα…  και πιστέψτε με, τα έβρισκε πια, πολύ δύσκολα… αλλά αυτός πάντα εύρισκε χρήματα, από το υστέρημα του, τώρα πια και εξασφάλιζε τα δώρα που έπρεπε να μοιράσει κρυφά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Santa-reindeer-blog
Σαν αποτέλεσμα της «οικονομικής κρίσης» που όλο και μεγάλωνε, ο «κυρ Βασίλης» έχασε τελικά και τη δουλειά του… αναγκάσθηκε να πουλήσει το κήπο του, τις ελιές του… ακόμα και το πατρικό του σπίτι πούλησε προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα Πρωτοχρονιάτικα δώρα για τα φτωχά παιδιά του χωριού…
Ο φίλος μας, ήταν πια, παν φτωχός, ηλικιωμένος και άρρωστος.
Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα, ο «κυρ Βασίλης» μας, έγινε τόσο φτωχός που… δεν είχε χρήματα ούτε στο γιατρό να πάει ούτε τα απαραίτητα φάρμακα του να αγοράσει…(μια και ήταν άνεργος και ανασφάλιστος…)
Αυτή τη παραμονή, ο «κυρ Βασίλης» μας, κάθονταν, ανήμπορος να σηκωθεί, στη γωνία μιας μικρής αποθήκης που είχε πια για σπίτι… τουρτούριζε μέσα στο κρύο και την υγρασία, χωρίς φωτιά και χωρίς φαγητό… Ήταν πολύ στενοχωρημένος, όχι, γιατί αυτός είχε καταντήσει τόσο φτωχός… αλλά γιατί, μετά από πολλά πολλά χρόνια… δεν είχε τίποτα να χαρίσει στα φτωχά παιδιά του χωριού… Και ήταν και αυτός ο βήχας και αυτός ο πυρετός που τον ταλαιπωρούσε… «Δε θα έρθει ο Aϊ Βασίλης απόψε στο χωριό μας»… έλεγε και ξανά έλεγε και τα δόντια του έτριζαν καθώς έτρεμε από το κρύο. «Aχ, να ήταν αλήθεια και να υπήρχε ο άγιος των δώρων και των παιχνιδιών»… συνέχισε και έβυξε άσχημα… «και τί, δε θα έδινα για να ήταν αληθινός» …σιγοψιθύρισε άπνοα πια.
Η νύχτα της Παραμονής πέρασε χωρίς κανείς να κτυπήσει την πόρτα των σπιτιών του χωριού… Η επόμενη ημέρα, η Πρώτη του Νέου Χρόνου χάραξε και νοικοκύρηδες σηκώθηκαν γεμάτοι περιέργεια και άνοιξαν την πόρτα τους… και… Ώ, τι θαύμα! Εκεί, στο σκαλοπάτι του κάθε σπιτιού, βρίσκονταν από ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με όμορφο εορταστικό περιτυλίγματα… και στολισμένο το κάθε ένα με ένα φανταχτερό φιόγκο! Τα παιδιά ξύπνησαν και αυτά …και με χαρούμενε φωνές άνοιξαν το καθένα το κουτί του. Τι χαρά που ένιωσαν… τρενάκια, κουκλίτσες, μπάλες, κιθάρες, ταμπούρλα, βιβλία, επιτραπέζια ηλεκτρονικά… αλλά και γλυκά… κουραμπιέδες, δίπλες, μελομακάρονα… Ακόμα και όμορφα ρούχα  για τους μεγάλους υπήρχαν μέσα στα κουτιά… τί φορέματα για τις νοικοκυρές, τί κοσμήματα και αρώματα για τις κοπέλες, τί καπέλα, τι ρολόγια και τί όμορφα στολισμένα μπαστούνια για τους άντρες του κάθε σπιτιού… για όλους υπήρχε μέσα στο κουτί από κάτι! Αυτοί τη χρονιά, τα δώρα που έλαβαν όλοι, από τον Aϊ Βασίλη ήταν περισσότερα και ομορφότερα και ακριβότερα από κάθε χρονιά… Μόνο… που… αυτή τη φορά το Άγιο δεν τον είδε κανένας τους… και αυτό είναι αλήθεια πως τους φάνηκε πολύ περίεργο… όμως μέσα στην πολύ χαρά τους, δεν έδωσαν και τόση σημασία…
Η πρώτη ημέρα του χρόνου στο χωριό (αν και πολύ κρύα) κύλισε ευχάριστα…Όλοι (φτωχοί και λιγότερο φτωχοί) ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα δώρα που έλαβαν. Είχαν αποκτήσει ξανά τη χαμένη αισιοδοξία τους και έδειχνα να πιστεύουν πως ο Νέος χρόνος θα ήταν καλλίτερος από το παλιό. Το απόγευμα μάλιστα άρχισαν και τις επισκέψεις… πήγαιναν από εδώ… πήγαιναν από εκεί… και αντάλλασσαν ευχές και φυσικά πρώτα από όλα τα παιδιά του χωριού… παρ’ όλο το κρύο, με τα καινούρια παιχνίδια στο χέρια τους, το διασκέδαζαν αφάνταστα στους δρόμους του χωριού!
Aργά, λίγο προτού φύγει η πρώτη ημέρα και προτού έρθει η πρώτη νύχτα του νέου χρόνου… μια παρέα χωριανών στάθηκαν έξω από την αποθήκη όπου έμενε, τον τελευταίο καιρό, ο «κυρ Βασίλης»… τότε συνειδητοποίησαν ότι τον «κυρ Βασίλη» είχαν μέρες να τον δουν να περπατά στους δρόμους… ήξεραν ότι ήταν άρρωστο και όμως μέσα στη φασαρία των ημερών των είχαν ξεχάσει. Πλησιάζοντας στην πόρτα της αποθήκης διέκρινα ένα εορταστικό κουτί… «Mπα έκανε δώρο και στον κυρ Βασίλη ο Άγιος?» …αναρωτήθηκαν και έσκυψαν να το σηκώσουν. Φώναξαν το όνομα του φίλου μας… μα, απόκριση δεν πήραν. Έσπρωξαν την πόρτα της αποθήκης και μπήκαν στο στο εσωτερικό της …στο μισοσκόταδο διέκρινα ξαπλωμένο τον «κυρ Βασίλη». Είχε τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμόταν, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ένα τεράστιο χαμόγελο στόλιζε το γαλήνιο πρόσωπο του. …ένα τριμμένο άδειο κόκκινο σακούλι βρίσκονταν διπλωμένο και ακουμπισμένο προσεκτικά δίπλα του…
Ο κυρ Βασίλης είχε φύγει.
Kάποιος άνοιξε το εορταστικό κουτί και έβγαλε από μέσα το Πρωτοχρονιάτικο δώρο που προφανώς του είχε αφήσει ο «άγιος των παιχνιδιών»… Ήταν ένα πανέμορφο μικρό, σκαλιστό ξύλινο αλογάκι! Ήταν βαμμένο με ένα κίτρινο χρώμα και γυαλισμένο με κάποιο λαμπερό λούστρο! Το ξύλινο αλογάκι έλαμπε μυστηριακά καθώς το φώτιζε το λιγοστό φως του δειλινού, που έμπαινε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Οι χωριανοί ακούμπησαν το ξύλινο κίτρινο αλογάκι στο στήθος του «κυρ Βασίλη» και σταυροκοπήθηκα, φεύγοντας για να πράξουν τα δέοντα.
Πιστέψτε με.
Δεν ήθελα να σας στεναχωρήσω, αλλά, να… δεν έβρισκα καλλίτερο τρόπο για να σας πω ότι, Τελικά υπάρχει ο άγιος των φτωχών, ο άγιος των δώρων, των παιχνιδιών και των παιδιών! Yπάρχει ο Aϊ Bασίλης! …και θα συνεχίζει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν τον πιστεύουμε… Θα υπάρχει για πάντα… όσο υπάρχουν «στις πόλης τα χωριά και τις γειτονιές μας «κυρ Βασίληδες»… σαν αυτόν που μόλις σας διηγήθηκα την ιστορία του… όποιο όνομα και να έχουν αυτοί! Όλοι μας μπορούμε να είμαστε, για τους άλλους, «Aϊ Bασίληδες»! ΌΛΟΙ μας!
Εσείς τί λέτε? Υπάρχει ο Aϊ Βασίλης?
P.S.Mavro/Stavriotis
Zωγράφος – Συγγραφέας

ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

Η ΝΥΧΤΑ ΣΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ
ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΨΙΑ ΜΙΑΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΣΑΣ
ΚΑΘΕ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΚΟΥΝΙΕΤΑΙ
ΑΠΟΨΕ ΚΡΥΒΕΙ ΘΑΝΑΤΟ
ΚΑΘΕ ΘΑΜΝΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ
ΑΠΟΨΕ ΚΡΥΒΕΙ ΘΑΝΑΤΟ
ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΟΛΟΓΙΟΜΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ
ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ
ΑΝ ΚΛΕΙΣΕΙΣ ΤΑ  ΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΘΑ ΤΑ ΝΟΙΩΣΕΙΣ
ΘΑ ΝΟΙΩΣΕΙΣ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ  ΜΑΣ
ΝΑ ΤΟΝ ΞΕΣΚΙΖΟΥΝ ΜΕ ΜΑΝΙΑ
ΝΑ ΕΚΣΤΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΣΤΑΓΟΝΑ ΑΙΜΑΤΟΣ
ΝΑ ΜΑΣ ΞΕΡΙΖΩΝΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
ΕΦΙΑΛΤΗΣ…
ΟΧΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΣΟΥ
ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΝΙΕΡΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ
ΠΑΡΑΦΥΛΑΝΕ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΥ ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

-ΜΗΝ ΠΑΜΕ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΦΟΒΑΜΑΙ
ΕΙΠΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΙΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΔΡΟΜΑΚΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ.
-ΤΙ ΦΟΒΑΣΑΙ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ? ΠΑΜΕ, ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΑΠΟ ΕΔΩ ΠΕΡΝΑΜΕ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ
ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΜΕ ΜΙΑ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΔΟΣΗ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ.
-ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ. ΑΛΛΑ ΑΝ ΜΑΣ ΒΙΑΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΜΗΝ ΜΑΘΕΥΤΕΙ ΠΑΡΑΕΞΩ
ΕΙΠΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΡΑΒΗΞΑΝ ΠΡΟΣ ΕΚΕΙ. ΗΤΑΝ ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ. Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΗΤΑΝ 22 ΧΡΟΝΩΝ, ΓΕΡΟΔΕΜΕΝΟΣ, ΜΕ ΞΑΝΘΑ ΣΓΟΥΡΑ ΜΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΜΕΡΑ ΦΟΒΗΤΣΙΑΡΗΣ. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΙ ΗΤΑΝ 21 ΠΙΟ ΜΙΚΡΟΚΑΜΩΜΕΝΟΣ, ΜΕ ΜΙΑ ΧΩΡΙΣΤΡΑ ΠΟΥ ΘΥΜΙΖΕ ΤΟΝ ΑΔΟΛΦΟ. «ΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ ΣΟΥ ΛΕΙΠΕΙ» ΤΟΥ ΦΩΝΑΖΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΝΕΥΡΙΑΖΕ, ΑΛΛΑ ΜΕΤΑ ΚΡΥΦΟΓΕΛΟΥΣΕ. ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΕΥΡΙΚΟΣ.
ΚΑΘΩΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΕΝΑ ΔΡΟΣΕΡΟ ΑΕΡΑΚΙ ΕΚΑΝΕ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΝΑΡΧΟ, ΡΥΘΜΙΚΟ ΧΟΡΟ. Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΕ. ΦΟΒΟΤΑΝ ΑΛΛΑ ΝΤΡΕΠΟΤΑΝ ΝΑ ΤΟ ΠΕΙ ΞΑΝΑ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΡΟΜΑΚΙ ΤΟΥ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΕ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ. ΗΤΑΝ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΝΟΜΙΖΕΣ ΠΩΣ ΠΕΡΝΟΥΣΕΣ ΑΠΟ ΔΑΣΟΣ.
ΕΝΑΣ ΓΝΩΡΙΜΟΣ ΗΧΟΣ ΣΠΑΕΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ.
-ΑΚΟΥΣΕΣ ΚΑΤΙ? ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΕΤΣΙ?
-ΕΚΛΑΣΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ. ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ ΚΛΑΝΙΑ?
-ΜΕ ΤΡΟΜΑΞΕΣ ΡΕ ΜΟΥΝΙ. ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ ΤΗΝ ΤΥΦΛΑ ΜΟΥ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΓΑΜΟΔΡΟΜΟ ΠΟΥ ΜΕ ΕΦΕΡΕΣ.
ΣΥΝΕΧΙΣΑΝ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ, ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΜΕ ΠΙΟ ΒΙΑΣΤΙΚΟ ΒΗΜΑ. ΕΙΧΕ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΑΙ ΙΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΑΝ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΝ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΔΟΥΝ.
ΕΙΚΟΣΙ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΖΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΔΡΟΜΟ ΩΣΠΟΥ ΕΝΑΣ ΑΠΑΙΣΙΟΣ ΘΟΡΥΒΟΣ ΤΟΥΣ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ.
-ΑΡΡΡΡΡΧΧΧΧΧΧ…     ΦΦΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ…
ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΣΑΝ ΓΑΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ ΚΑΙ ΧΤΥΠΙΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ ΟΥΡΛΙΑΖΟΝΤΑΣ, ΔΕΜΕΝΗ ΜΕ ΖΟΥΡΛΟΜΑΝΔΥΑ.
-ΤΙ ΣΤΟ (Μ)ΠΟΥΤΣΟ ΕΚΑΝΕ ΕΤΣΙ?
ΨΙΘΥΡΙΣΕ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΕΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΒΟ.
-ΜΑΛΑΚΑ, ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΥΡΝΑΜΕ ΠΙΣΩ.
ΣΥΝΕΧΙΣΕ.
-ΚΑΤΣΕ ΡΕ ΧΕΣΤΗ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΓΑΤΑΚΙ.
ΕΙΠΕ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΨΥΧΡΑΙΜΟ.
Ο ΑΠΑΙΣΙΟΣ ΑΥΤΟΣ ΗΧΟΣ ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΤΕΝΟ ΣΟΚΑΚΙ, ΓΥΡΩ ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΕΤΡΑ ΔΕΞΙΑ ΤΟΥΣ, ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΤΑΝ ΜΕ ΤΟ ΔΡΟΜΑΚΙ ΠΟΥ ΔΙΕΣΧΙΖΑΝ.
Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙ ΑΛΛΑ ΠΑΓΩΣΕ ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΚΤΗΝΩΔΕΣ ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ ΤΟΥ ΑΠΑΙΣΙΟΥ ΖΩΟΥ. ΑΚΟΥΣΤΗΚΕ ΣΑΝ ΝΑ ΗΛΘΕ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΕΝΟΣ ΚΟΛΑΣΜΕΝΟΥ ΠΟΥ ΒΑΣΑΝΙΖΟΤΑΝ ΓΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ. Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΚΑΝΕ ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΠΙΣΩ.  ΣΤΑΘΗΚΕ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ. ΠΟΛΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΟΥ ΕΣΦΙΓΓΕ ΤΟ ΧΕΡΙ. ΕΤΡΕΜΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ. ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥΣ ΤΑ ΕΝΟΙΩΘΑΝ, ΛΕΣ ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΚΟΠΕΙ.
ΕΝΑΣ ΗΧΟΣ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΝΑ ΣΕΡΝΕΤΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΟΨΕ ΤΟ ΑΙΜΑ. ΤΩΡΑ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΑΝΑΣΑΙΝΑΝ. ΤΟ ΣΥΡΣΙΜΟ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ. ΕΝΑ ΑΙΣΧΡΟ ΠΛΑΣΜΑ, ΚΟΝΤΑ ΔΥΟ ΜΕΤΡA ΣΕ ΥΨΟΣ, ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΚΑΚΙ. ΕΙΧΕ ΜΕΓΑΛΑ ΓΑΤΗΣΙΑ ΠΟΔΙΑ ΠΟΥ ΕΝΩΝΟΝΤΑΝ ΜΕ ΕΝΑ ΕΠΙΣΗΣ ΑΦΥΣΙΚΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΡΜΟ ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΕ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΛΛΑ  ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΑΜΠΟΥΡΙΑΣΤΟ. ΕΙΧΕ ΔΥΟ ΑΠΑΙΣΙΑ ΜΑΚΡΙΑ ΓΑΤΗΣΙΑ ΧΕΡΙΑ, ΜΕ ΦΟΥΣΚΩΜΕΝΟΥΣ ΜΥΕΣ ΚΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΝΥΧΙΑ, ΠΟΥ ΕΞΕΙΧΑΝ ΣΑΝ ΞΥΡΑΦΙΑ. ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΕΝΑ ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΓΑΤΑΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΔΥΟ ΣΟΥΒΛΕΡΑ ΔΟΝΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΑΙΣΙΑ ΠΕΤΑΧΤΑ ΑΦΤΙΑ.
ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΕΣΤΕΚΑΝ ΚΑΙ ΚΟΙΤΟΥΣΑΝ ΤΟ ΜΑΚΑΒΡΙΟ ΤΕΡΑΣ ΣΑΝ ΑΠΟΒΛΑΚΩΜΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΣΟΝΤΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ. ΕΤΡΙΒΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΠΙΖΟΝΤΑΣ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΣΕΙ Η ΟΡΑΣΗ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΤΟΥΣ ΑΠΕΙΛΟΥΣΕ. ΑΥΤΟ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΣΥΝΕΒΗ ΠΟΤΕ. ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΞΕΠΕΤΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΚΑΚΙ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΤΕΡΑΤΑ ΣΧΕΔΟΝ ΙΔΙΑ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ.
Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΦΟΥ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΠΟΥ ΣΤΕΚΟΝΤΑΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥΣ ΑΡΠΑΖΕΙ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΑ ΣΑΝ ΠΑΡΘΕΝΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΞΕΦΥΓΟΥΝ ΑΠΟ ΔΙΑΚΟΣΙΟΥΣ ΙΣΟΒΙΤΕΣ. ΤΑ ΜΟΧΘΗΡΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ ΤΟΥΣ ΝΑ ΦΕΥΓΕΙ ΑΦΗΝΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΥΝΗΓΑΝΕ ΟΥΡΛΙΑΖΟΝΤΑΣ, ΜΕ ΑΤΣΑΛΑ ΜΕΓΑΛΑ ΒΗΜΑΤΑ. Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΗΤΑΝ ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΑΠΟ ΠΙΣΩ ΕΧΟΝΤΑΣ HΔΗ ΛΑΧΑΝΙΑΣΕΙ. ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΠΙΣΩ ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ. ΤΟΤΕ ΑΝΤΙΚΡΙΣΕ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣ ΝΑ ΠΗΔΑΕΙ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΓΕΙΩΝΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΓΡΑΠΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΜΕ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΟΥ. ΕΚΕΙΝΟΣ ΣΩΡΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΒΓΑΖΟΝΤΑΣ ΜΙΑ ΠΝΙΧΤΗ ΚΡΑΥΓΗ. ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΘΩΣ ΤΟΥ ΞΕΣΚΙΖΑΝ ΤΙΣ ΣΑΡΚΕΣ ΓΙΝΟΤΑΝ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ, ΩΣΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣ. Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙ.
ΕΤΡΕΧΕ ΜΑΝΙΑΣΜΕΝΑ ΚΛΑΙΓΟΝΤΑΣ. ΗΞΕΡΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ. ΒΛΑΣΤΗΜΟΥΣΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΚΑΙ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΤΟ ΔΡΟΜΑΚΙ. ΟΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΔΡΟΜΟ ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΦΩΤΟ ΚΟΝΤΟΣΤΑΘΗΚΕ. ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΟΤΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΠΙΑ, ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΥΨΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ. ΗΤΑΝ ΦΙΛΟΙ ΑΔΕΛΦΙΚΟΙ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΣΤΙΓΜΗ, ΟΛΑ ΠΗΓΑΝ ΚΑΤΑ ΔΙΑΟΛΟΥ. ΗΤΑΝ ΛΕΣ ΚΑΙ ΑΝΟΙΞΕ Η ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΗΚΑΝ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ.
ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΟ ΤΡΕΞΙΜΟ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ. ΕΚΑΝΕ ΕΝΑ ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΕΠΕΣΕ ΓΙΑ ΥΠΝΟ. «ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΜΑΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΟΤΑΝ ΕΧΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΚΕΦΙΑ» ΑΥΤΟ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΙ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ.
ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΛΕΞΗ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΓΙΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ. ΗΞΕΡΕ ΟΤΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ, ΟΥΤΕ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΝΕΚΡΙΝΑΝ ΕΠΙΜΟΝΑ, ΟΥΤΕ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΤΡΑΒΟΛΟΓΟΥΣΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΩΣ ΥΠΟΠΤΟ, ΟΥΤΕ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΠΟΥ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ.

Γιώργος

*από το βιβλίο του κώλου

Το χωριό των ζωντανών νεκρών

Κεφάλαιο ένα

αναμνήσεις

Το χωριό φαντάζει στοιχειωμένο τους Χειμώνες. Κάθε φορά που έρχομαι πάντα μου προκαλεί μια έντονη νοσταλγία. Πάντα ήθελα να το θυμάμαι Καλοκαίρι και όχι από τα καινούρια καλοκαίρια, αλλά από εκείνα τα παλιά, που οι αναμνήσεις, σου θυμίζουν ταινία.

Το λεωφορείο σταμάτησε στη στάση. Ήταν μεσημέρι. Σηκώθηκα και καθώς κατέβαινα τα σκαλιά κοίταξα την εκκλησία απέναντι… ανεπηρέαστη στο χρόνο και στο θάνατο. Πήρα τα πράγματα μου. Δυο μεγάλους σάκους. Φαινόταν πολλά για τη μια βδομάδα που θα καθόμουν, αλλά για μένα ήταν λίγα για την δουλειά που είχα να κάνω. Βλέπεται είμαι ζωγράφος… έτσι θέλω να λέω τουλάχιστον.

Το λεωφορείο έφυγε και εγώ το κοίταξα να απομακρύνεται λες και περίμενα να με χαιρετήσει, ώσπου χάθηκε στη στροφή. Σήκωσα τα πράγματα μου και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Τα μάτια μου έπεσαν στην ταμπέλα που υπήρχε ακόμα στο παλιό καφενείο-παντοπωλείο… «το σταυροδρόμι» έγραφε. Θυμήθηκα τον καημένο τον Χαρίλαο που πέθανε πριν από δέκα χρόνια. Ήταν καλός θυμάμαι. Κανείς δε μου ‘πε κακιά κουβέντα για αυτόν. Η αδερφή του έμενε στο  σπιτάκι πίσω από τη στάση. Είχε τρελαθεί από έρωτα μου ‘παν, στα νιάτα της. Και εμείς ένα καλοκαίρι από εκείνα τα παλιά, την ακούσαμε βράδυ μετά τα μεσάνυχτα να τσακώνεται με τον εαυτό της. Μιλούσε με δύο διαφορετικές, τρομακτικές φωνές. Στο μυαλό μας τότε σκεφτόμασταν πως τσακωνόταν με κάτι το διαβολικό και τρομάξαμε. Τώρα τα δύο αδέρφια μιλάνε από εκεί που είναι και θυμούνται τα παλιά και τα γελάνε.

Λίγα μέτρα πιο κάτω και το καφενείο του Τσιρλάκη.  Από τη μία ήταν κάποτε το μαγαζί και από την άλλη μεριά του δρόμου είχε καρέκλες και τραπέζια κάτω από μία περγουλιά. Εκεί πήγαινε ο μπάρμπας μου ο Δημολέοντας, όπως μου τον είχε πει μια φορά ο κουρέας, και έπινε κάνα ποτηράκι πριν αρρωστήσει και πεθάνει. Πρέπει να πήγαινε και  ο πάππους μου εκεί αλλά πέθανε όταν ήμουν μικρός και δεν θυμάμαι ποιο καφενείο προτιμούσε. Πέρασα από το κουρείο «το σικ» και θυμήθηκα τον Τσιρλάκη που περνούσε από αυτόν το δρόμο με τις ξύλινες πατερίτσες του και τα δυο του γόνατα να λυγίζουν προς κάθε απίθανη κατεύθυνση. Έκανε μισή ώρα να πάει από το καφενείο στο σπίτι του και ας ήταν μόνο λίγα μέτρα μακριά. Δεν το έβαλε κάτω… μέχρι το τέλος. Η γυναίκα μου είχε στενοχωρηθεί πολύ όταν πέθανε ο Τσιρλάκης. Τον είχε συμπαθήσει και έλεγε τότε… «ο κακομοίρης ο Τσιρλάκης, γιατί να πεθάνει αυτός ο καλός γέρος? Γιατί?». Αλλά στο τέλος πέθαναν σχεδόν όλοι όσοι ήξερα από τους παλαιούς.

Το σπίτι με περίμενε πάντα μοναχό τα τελευταία χρόνια. Κάποτε έμπαινα μέσα και έβλεπα τη γιαγιά να με περιμένει στο ντιβάνι βλέποντας τηλεόραση με αναμμένη τη ξυλόσομπα. Ή πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ασυναίσθητα έκανα να πιάσω το κλειδί πίσω απ’ το ρολόι του ρεύματος, εκεί που μας το άφηνε η γιαγιά όταν πήγαινε στο χωράφι, αλλά δεν ήταν εκεί. Έβγαλα το κλειδί από την τσέπη μου και άνοιξα. Η τραπεζαρία ήταν πιο παγωμένη από τον αέρα έξω. Τη διέσχισα και άνοιξα την πόρτα της κουζίνας. Κοίταξα τη γιαγιά μου στη φωτογραφία. Κάποτε με το που έμπαινα εκείνη σηκωνόταν και με φιλούσε όλο χαρά και με ρώταγε αν έκοψα τα μαλλιά μου… Ζαλίστηκα και τα μάτια μου άρχισαν να θολώνουν… Έκατσα σε μια καρέκλα.

Όλα ερχόταν στο κεφάλι μου. Αναμνήσεις από παντού. Ο γιατρός είπε να μην σκέφτομαι το παρελθόν, να μην σκέφτομαι τις χαρούμενες μέρες γιατί θα γίνω χειρότερα και πρέπει να είχε δίκιο. Το ‘χα καταλάβει από παλιά. Οι αναμνήσεις των παλιών ημερών με τρέλαιναν άσχημα. Αλλά η μνήμη δεν λέει να ξεχάσει.

Πριν δύο χρόνια τέτοια εποχή ήμουν μέσα. Κάποια μορφή σχιζοφρένιας είπαν. Παλιά τις βάφτιζα κρίσεις πανικού και οι παραισθήσεις μου νόμιζα πως ήταν μηνύματα από τους άλλους… οι κρίσεις όμως επιδεινώθηκαν και τα βράδια μου είχαν γίνει μαρτύριο. Η γυναίκα μου με άφησε στον πρώτο μήνα της νοσηλείας μου. Δεν άντεξε την ντροπή και γύρισε πίσω στους γονείς της μαζί με το παιδί. Δεν τη κατηγορώ. Της είχα πει να φύγει από τον καιρό που κατάλαβα πως χειροτέρευα. Μιλάμε συχνά όμως στο τηλέφωνο και αν όλα πάνε καλά θα γυρίσει τον άλλο μήνα. Δοξάζω τον θεό που τα οικονομικά μας προβλήματα λύθηκαν από καιρό.

Παρόλα τα λεφτά που υπήρχαν, ήθελα το σπίτι της γιαγιάς να μείνει όπως ήταν. Βγήκα πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Χαιρέτησα τη θεια τη Μαριγούλα που τάιζε τις κότες. Ανατρίχιασα γιατί είχα την εντύπωση πως είχε πεθάνει. Εκείνη με καλοδέχτηκε γιατί είχε να με δει καιρό πολύ. Με πληροφόρησε για τα τελευταία νέα και μετά συνέχισε τις δουλειές της. Εγώ πήγα για κατούρημα. Εννοείται πως η τουαλέτα ήταν εξωτερική. Δεν ήθελα να φτιάξω άλλη μέσα και ας γκρίνιαζε η γυναίκα μου. Ήθελα να μείνουν όπως είχαν όλα. Καθώς κατούραγα, χάζευα τους ατμούς να ανεβαίνουν στον κρύο αέρα της τουαλέτας. Η λεκάνη δίπλα ήταν γεμάτη με νερό. Απόρησα ποιος να την είχε γεμίσει. Γέμισα τον κουβά και τον άδειασα στη λεκάνη της τουαλέτας. Κάποτε είχαμε βάλει καζανάκι, αλλά η τεχνολογία σε αυτό το σπίτι δεν σήκωνε και χάλασε αμέσως. Για μπάνιο χρησιμοποιούσαμε μια λεκάνη και ένα κύπελλο. Νερό ζεσταίναμε στην κουζίνα. Δεν το θεωρούσα παράξενο γιατί έτσι μεγάλωσα. Πρώτη φορά που έκανα μπάνιο σε μπανιέρα ήμουν δέκα χρονών.

Γύρισα στην κουζίνα και άνοιξα τον ένα σάκο με τα σύνεργα τις ζωγραφικής. Έβγαλα από μέσα τα τελάρα και τα ακούμπησα στο τραπέζι. Έλπιζα να μου έφταναν οι λαδομπογιές. Στο χωριό δεν είχα μέσο να μετακινηθώ και δεν είχα και ιδέα που και σε ποιο χωριό θα έβρισκα χρώματα. Βλέπεται εδώ ερχόμουνα πάντα για να ζωγραφίσω. Το διαμέρισμα στην πόλη, όσες ανέσεις κι αν έχει, δεν με βοηθάει καθόλου.

Κάποτε μια φίλη μου είχε την ιδέα που μας έκανε αυτή τη στιγμή να ζούμε άνετα και χωρίς σκοτούρες για τα λεφτά. Σκέφτηκε λοιπόν να παριστάνει τη manager ενός καλλιτέχνη που κανείς  δεν θα έβλεπε ποτέ γιατί θα ήταν ένας σχιζοφρενής που θα ζούσε απομονωμένος και το μόνο που θα έκανε, ήταν να ζωγραφίζει. Η φίλη μου θα παρίστανε κάποια παλιά ερωμένη του, που τον βοηθάει να ζει πουλώντας τους πίνακες του και εγώ θα έκανα τον τρελό καλλιτέχνη. Ειρωνεία ε? Μεγάλη. Η ιδέα αυτή όταν έγινε πράξη μας έφερε απρόσμενα κέρδη τα τελευταία δέκα χρόνια, αλλά η ταυτότητα μου πρέπει να μείνει κρυφή γιατί αλλιώς θα μας κυνηγάνε…

Στον δεύτερο σάκο είχα μερικά ρούχα και ένα μπουκάλι ουίσκι, που με βόηθαγε στην έμπνευση μου. Το πήρα κρυφά από τη φίλη μου, που μένει μαζί μου τον τελευταίο καιρό, γιατί θα με σκότωνε αν το ‘ξερε. Βλέπεται στην αρρώστια μου δεν συνίσταται αλκοόλ, ειδικά σε συνδυασμό με τα βαριά ψυχοφάρμακα μου. Γι’ αυτόν τον λόγο άφησα τα ψυχοφάρμακα πίσω στο σπίτι. Η φίλη μου που σας έλεγα προηγουμένως έχει αναλάβει από τότε που έμεινα μόνος να με φροντίζει. Την έχω ακούσει να κλειδώνει τα βράδια σαν κοιμάται.

Άναψα τη σόμπα με μια ξεχασμένη εφημερίδα  και μερικά ξερόκλαδα και έριξα δύο ωραία ξύλα μέσα. Πριν προλάβει να ζεστάνει πολύ η κουζίνα, πήγα μέχρι το mini market του χωριού για να αγοράσω άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι, προτηγανισμένες πατάτες, λάδι έχουμε, ψωμί, λουκάνικα, νερό και δέκα σοκολάτες αμυγδάλου τις μεγάλες. Στο δρόμο αντάλλαξα χαιρετούρες με έναν μπάρμπα και δυο θειες. Τον μπάρμπα τον ήξερα, τις θειες όχι. Σκέφτηκα να πάω μια βόλτα από το νεκροταφείο, πίσω από την εκκλησιά, να δω τον παππού και τη γιαγιά αλλά το κρύο ήταν ενοχλητικά τσουχτερό και μου άλλαξε γνώμη. Το mini market είναι στριμωγμένο δίπλα από το νεκροταφείο το οποίο λόγο υπερπληθυσμού έπαψε να υποδέχεται νέους κατοίκους. Στο μαγαζί ο Μήτσος με κοίταζε καχύποπτα γιατί δεν θυμόταν ποιανού ήμουν και εγώ δεν μπήκα στον κόπο να του εξηγήσω. Πήρα τις δυο σακούλες και ξεκίνησα για σπίτι. Ήταν ακόμα μέρα αλλά όχι για πολύ.

Έβαλα να πιω ένα ποτήρι και αμέσως ένιωσα τη διαφορά. Άναψα την παλιά τηλεόραση αλλά εκείνη αντί να ανοίξει, άρχισε να βαράει σμπάρα και να μυρίζει άσχημα. Η υγρασία την είχε κάνει καινούρια… μαλακία. Δεν είχα τι να κάνω. Ούτε υπολογιστής, ούτε τηλεόραση, ούτε καν ραδιόφωνο. Τηλεφώνησα στη γυναίκα μου για να περάσει λίγο η ώρα. Μίλησα και στην κόρη μου. Το Κατερινάκι είχε μεγαλώσει και πήγαινε νηπιαγωγείο αλλά εγώ είχα χάσει πολλά επεισόδια. Σύντομα όμως θα μείνουμε όλοι μαζί ξανά. Το μόνο που ευχόμουνα ήταν να μην πάρει τίποτα από μένα. Μου πε για το σκυλάκι που της πήρε η μαμά της και για την καλύτερη της φίλη στο σχολείο και για την καινούρια της τσάντα με τον Bob τον Σφουγγαράκη και μετά μου έδωσε την μαμά της. Μου πε πως της είχα λείψει και πως με άκουγε όλο και καλύτερα. Το τηλέφωνο όμως κάποια στιγμή έπρεπε να κλείσει και εγώ θα επέστρεφα στην κουζίνα ξανά.

Γέμισα άλλο ένα ποτηράκι και κατέβηκε σχετικά γρήγορα. Η ιδέα στο μυαλό μου είχε είδη έρθει καθώς ξετύλιγα το τελάρο από τη ζελατίνα του. Τα ‘θελα πάντα έτοιμα συσκευασμένα. Έβαλα νεύτη σε ένα κομμένο πλαστικό μπουκάλι και έβγαλα το ξύλινο κουτί με τα λάδια και τα πινέλα μου. Μέχρι στις 10 το βράδυ έπινα και ζωγράφιζα ασταμάτητα. Τα μόνα διαλείμματα που έκανα, ήταν δύο φορές για τουαλέτα και άλλες δύο για να φροντίσω τη φωτιά. Κάποια στιγμή πρέπει να χτυπούσε και το τηλέφωνο αλλά ο πίνακας μου με εμπόδιζε να το σηκώσω.

Όταν τελείωσα είχα μπροστά μου το κεφάλι μιας γριάς με παραδοσιακή μαντίλα να με κοιτάζει μες τα μάτια. Δεν ήταν η γιαγιά μου αυτή. Ήταν μια αρρωστημένη φιγούρα με αλλόκοτα χρώματα και παιδικές πινελιές. «Το κατάλληλο στυλ για έναν τρελό, αντικοινωνικό καλλιτέχνη» σκέφτηκα και χαμογέλασα. Καθώς κατέβαζα μερικές γουλιές από το φαρμάκι στο μπουκάλι, μου φάνηκε πως άκουσα καμπάνες να χτυπάνε τρελά. «Τι διάολο» σκέφτηκα «γάμος τέτοια ώρα? Αλήθεια τι ώρα να ‘ναι?» δεν μπορούσα να διακρίνω καθαρά αλλά ήταν περασμένες 10. Μια αναγούλα μ’ έπιασε και με έκανε να ξεχάσω τις καμπάνες. Έβγαλα από το ψυγείο τα λουκάνικα, αλλά την ώρα που έψαχνα να βρω το τηγάνι στα ντουλάπια, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα καθόλου όρεξη  για φαγητό. Η σκέψη και μόνο με έκανε να θέλω να ξεράσω. Κρατήθηκα…

Ακούμπησα το κεφάλι μου πάνω στο τραπέζι και δεν σηκώθηκα παρά μόνο για να κατουρήσω. Ακούμπησα το ένα χέρι στον τοίχο για να κρατάω ισορροπία και με το άλλο τον έβγαλα έξω και σημάδεψα. Βλαστήμησα την Παναγία καθώς το κάτουρο λέρωσε τον τοίχο και το παντελόνι μου, πριν βρει το δρόμο του για την λεκάνη. Εκείνη την ώρα ήμουν σίγουρος πως άκουσα από μακριά ουρλιαχτά γυναικεία, αλλά περίμενα να τελειώσω το κατούρημα για να σιγουρευτώ. Τον τίναξα και μετά σταμάτησα ακόμα και να αναπνέω αλλά δεν άκουσα τίποτα άλλο παρά ένα ενοχλητικό σφύριγμα στα αυτιά μου. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν και από το μυαλό μου… πράγμα συνηθισμένο…

Ευτυχώς όταν πίνω οι αναμνήσεις μου παύουν να με ταλαιπωρούν και αν και λιώμα ένοιωθα πολύ καλύτερα από όταν είμαι νηφάλιος. Αποφάσισα να ξαπλώσω. Τα υπνοδωμάτια ήταν στον πάνω όροφο. Σιγουρεύτηκα πως η φωτιά ήταν εντάξει, πήρα το μπουκάλι με το ουίσκι που κόντευε να τελειώσει και το έβαλα στην τσάντα με τα ρούχα. Έβαλα και το δεύτερο μπουκάλι μέσα και πήρα τα κλειδιά. Έκλεισα το φως και βγήκα ξανά στο κρύο. Ανέβηκα την εξωτερική σκάλα μετά από μεγάλη προσπάθεια και κάμποσες σκονταψιές και χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στην καρέκλα με το δεύτερο μπουκάλι ανοιχτό στο τραπεζάκι μπροστά μου να ακούω ένα βουητό ανάμικτο με κραυγές και πολύ σαματά. Τότε κατάλαβα πως δεν έπρεπε να πιω άλλο. Έπεσα στο κρεβάτι με τα ρούχα, σκεπάστηκα με τρεις κουβέρτες και αφού ξέρασα στο ξύλινο πάτωμα κατάφερα να κοιμηθώ…

Κεφάλαιο δύο

Το σάπιο χωριό

Είδα όνειρο παράξενο και ανώμαλο. Ήμουν λέει στον καμπινέ του σπιτιού στο χωριό, μαζί με τις τρεις αγαπημένες της ζωής μου. Ξαπλωμένοι και οι τέσσερεις πάνω στο καπάκι της τουαλέτας. Μην με ρωτάτε πως χωρέσαμε αλλά ήταν πολύ βολικά. Η πρώτη αγάπη βγαίνει έξω για να επιστρέψει καβάλα σε μια αρκούδα που την καθοδηγούσε η κορούλα μου. Μετά πήγε έξω η δεύτερη αγαπημένη και την ακολούθησε και η τρίτη. Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ένας γυμνός μασκοφόρος λύκος και άρχισε να αυνανίζεται. Τότε η αρκούδα του ξέσκισε τα γεννητικά όργανα με τα νύχια της. Ξύπνησα από τις φωνές του λύκου… όχι δεν ήταν οι φωνές του λύκου. Ήταν φωνές ανθρώπινες. Τινάχτηκα από το κρεβάτι. Το κεφάλι μου ήταν σε τραγική κατάσταση. Οι φωνές ακουγόταν ακόμα, αλλά αυτή τη φορά ήταν πιο άρρωστες και πιο απελπισμένες. Τρόμαξα πολύ. Έπρεπε να σιγουρευτώ πως οι φωνές δεν ήταν απλά δημιούργημα του άρρωστου μυαλού μου.

Βγήκα από το δωμάτιο στον διάδρομο. Κοντινές φωνές ακουγόταν ακριβώς έξω από την πόρτα, σαν κάποιος να υποφέρει. Πλησίασα δισταχτικά. Έλεγξα αν ήταν κλειδωμένη. Δόξα τον άγιο Σπυρίδωνα, την είχα κλειδώσει. Κάποια δύναμη δεν με άφησε να ορμήσω έξω και να βοηθήσω τον άνθρωπο που βαρυγκωμούσε. Έχω δει πολλές ταινίες τρόμου και έχω διαβάσει πολλά βιβλία για να κάνω ένα τόσο τραγικά θανάσιμο λάθος. «Ποιος είναι έξω» φώναξα. Η απάντηση που πείρα ήταν ένα αρρωστημένο μουγκρητό ανθρώπου που υποφέρει… με έκανε να παγώσω. Αυτό το πλάσμα, που τώρα φώναζε απόκοσμα, χτυπούσε πάνω στην πόρτα. Δεν ήταν και τόσο βίαια τα χτυπήματα, αλλά όταν είδα τη ματωμένη παλάμη να κολλάει στο γυαλί της πόρτας, μου κόπηκε η ανάσα.

Έτρεξα στο τέλος του διαδρόμου και προσπάθησα να ανοίξω την συρτή μπαλκονόπορτα. Είχε κολλήσει η γαμημένη. Είχε καιρό να ανοίξει. Πίσω τα γυαλιά της πόρτας σπάσαν και ένα φριχτό πρόσωπο φανερώθηκε πίσω από τα κάγκελα. Πρέπει να ‘ταν κάποιος που γνώριζα. Μα τώρα το πρόσωπο του έμοιαζε με σάπιο κρέας και το μυαλό του φαινόταν πιο σαλεμένο από το δικό μου. Σκέφτηκα τη νύχτα των ζωντανών νεκρών και γέλασα νευρικά. Μα ναι… ήταν ο μπάρμπας ο Μήτσος. Τον γαμημένο… σκέφτηκα, έγινε ζόμπι… και απ’ ότι φαίνεται πρέπει να υπάρχουν πολλά. Ο εφιάλτης των ανθρώπων έγινε πραγματικότητα. Ήρθε το τέλος του πολιτισμού. Τα μάτια μου χάζευαν τον σαπισμένο μπάρμπα και το μυαλό μου έκανε όνειρα για έναν καινούριο κόσμο… και τότε τα σκουριασμένα κάγκελα της πόρτας υποχώρησαν και εγώ ξύπνησα από τα όνειρα και σκέφτηκα την γυναίκα μου και το Κατερινάκι…

Όρμησα στο δωμάτιο που ‘χε παράθυρο με θέα στο δρόμο. Αμέσως έκλεισα πίσω μου την πόρτα και την ασφάλισα με τον σύρτη. Ο μπάρμπας ακούστηκε να σέρνετε στο διάδρομο και άρχισε να χτυπάει με δύναμη την πόρτα. Άνοιξα απότομα το παράθυρο και πήδηξα έξω στο στενόμακρο μπαλκόνι, θαμπωμένος από το φως της μέρας. Κοίταξα τότε στο δρόμο… κανείς. Αλλά όχι… τα μάτια μου συνήθισαν το φως… στο βάθος στην εκκλησιά απ’ έξω, σαν να ήτανε γιορτή, δεκάδες άνθρωποι μαζεμένοι σερνόταν πέρα δώθε. Κάποιος ψηλός γέρος κοίταξε προς το μέρος μου και με μια αποκρουστική κραυγή, άρχισε να σέρνεται προς το σπίτι. Με μυρίστηκε ο πουστόγερος, σκέφτηκα. Πίσω μου η πόρτα κόντευε να σπάσει. Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, πήδηξα από κάτω στην περγουλιά. Μπερδεύτηκα στα σύρματα σα μαλάκας. Θα μπορούσα να είχα κατέβει πιο ομαλά, αλλά ο πανικός δεν μ’ άφησε. Πιάστηκα προσεχτικά με τα χέρια μου από το πιο κοντινό σίδερο και αφού κρέμασα το σώμα μου, έπεσα στην αυλή.

Τώρα δεν ερχόταν από το δρόμο μόνο ένα ζόμπι, αλλά μια λιτανεία από δαύτα και όλα θέλανε εμένα. Αν έμπαινα στο σπίτι σπάζοντας το παράθυρο θα εγκλωβιζόμουν και δεν θα είχα ελπίδα καμιά. Κατέβηκα τα σκαλάκια και βρέθηκα στο δρόμο. Η φυσική μου κατάσταση ήταν πολύ καλή και μου επέτρεπε να τους ξεφύγω και να βρω βοήθεια. Έτρεξα προς την αντίθετη κατεύθυνση όπου δεν φαινόταν κανένα σημείο ζωής. Μόνο η θεια η Αμαλία ήταν στην αυλή της. Πήγα να την φωνάξω αλλά το θέαμα που αντίκρισα όταν γύρισε προς το μέρος μου, ήταν απερίγραπτο… τότε θυμήθηκα…  η θεια είχε πεθάνει πριν χρόνια. Ένα ψηλό σώμα από κόκαλα και λίγες σάρκες ντυμένο με κουρελιασμένα, παραδοσιακά, επίσημα ρούχα, με κοίταζε μέσα από τις άδειες κόγχες των ματιών του. Έτρεξα χωρίς να χάσω κι άλλο χρόνο και σκέφτηκα πως στο διάολο να με κατάλαβε? Ήταν σχεδόν μόνο ένα μάτσο κόκαλα. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Έτρεξα μέχρι το τέλος του δρόμου. Οι σάπιοι ήταν σε αρκετή απόσταση. Γύρω μου στην μικρή πλατεία δεν ήταν κανείς, ζωντανός ή πεθαμένος. Τα μάτια μου πέσανε πάνω σε έναν μεταλλικό, υδραυλικό σωλήνα ανάμεσα σε κάτι μπάζα έξω από το σπίτι του Μπάμπη που ήταν υπό κατασκευή. Τον άρπαξα αμέσως.

Δεν είχα πολύ χρόνο να σκεφτώ. Ο  σάπιος γέρος πλησίαζε και πίσω του μια μακάβρια συνοδεία. Δίπλα του, ο σκελετός της θειας της Αμαλίας.  Ο δρόμος που οδηγούσε στις ελιές φαινόταν καθαρός. Έχανα χρόνο άλλα ήθελα να τσεκάρω τις δυνάμεις τους.  Σήκωσα από τα μπάζα ένα γεμάτο τούβλο και το εκτόξευσα με δύναμη κατά πάνω τους. Προσγειώθηκε στο κεφάλι μιας γριάς και το άνοιξε στα δύο. Κοντοστάθηκε για δυο στιγμές και συνέχισε να προχωράει. Έριξα άλλες δύο άσκοπες βολές όταν άκουσα πίσω μου βήματα. Γύρισα ενστικτωδώς και χτύπησα την απειλή με το σίδερο στον κρόταφο. Το ζόμπι σωριάστηκε κάτω. Τότε κοίταξα καλύτερα για να δω αν το είχα εξουδετερώσει. Βλαστήμησα την Παναγία δυνατά. Ήταν ο κουλουράς και σίγουρα δεν ήταν ζόμπι. Το μόνο περίεργο σημάδι πάνω του ήταν μια πληγή στο κεφάλι που αιμορραγούσε.

Βογκούσε… ζήτησε βοήθεια. Τα ζόμπι ήταν στα είκοσι μέτρα. Πήγα να τον σηκώσω αλλά είχε παχύνει πολύ τελευταία και δεν τον έσωνα. Τι στο διάολο να έκανα? Τον άφησα εκεί και έφυγα τρέχοντας χωρίς τύψεις. Τι ήθελε ο μαλάκας και με τρόμαξε? Θα μπορούσε να μου μίλαγε. Γύρισα να ρίξω μόνο μια κλεφτή ματιά πίσω, όταν άκουσα τα ουρλιαχτά του. Είχαν πέσει όλοι πάνω του και του ξέσκιζαν τις σάρκες. Στενοχωρήθηκα αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Έτρεχα να ξεφύγω από το χωριό των σάπιων. Ο μαλάκας… ξέχασα το σίδερο…

Κεφάλαιο τρία

Παράξενη  κοπέλα

Έτρεχα μες τις ελιές δίχως να κοιτάξω πίσω μου. Προσπέρασα ένα διαμελισμένο γαϊδαράκο. Δεν φαινόταν φαγωμένος. Απλά τον σκότωσαν τα αρχίδια. Τότε συνειδητοποίησα ότι και μέσα στο δάσος δεν θα ήμουν ασφαλής. Όλο και κάποιος θα βρισκόταν εδώ όταν… όταν τι? Πως στο διάολο έγιναν όλοι έτσι? Ίσως η κόλαση νε γέμισε και οι κολασμένοι να σκόρπισαν έξω… αλλά αυτό το άκουσα σε έργο. Κάποιος ιός, λύσσα? Αλλά άκυρο και αυτό. Πως ένας σκελετός βγαίνει από τον τάφο και αντιλαμβάνεται τι γίνετε γύρω του δίχως όργανα? Της γριάς της άνοιξα το κεφάλι και όμως συνέχισε να περπατάει…

Περπατούσα προσεχτικά τώρα με πολύ καχυποψία για κανέναν κρυμμένο εχθρό. Κουράστηκα. Είχα ιδρώσει αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω να περπατάω, ούτε να σταματήσω να σκέφτομαι σενάρια για τους ζωντανούς νεκρούς. Πρέπει να είχε σχέση με δαιμόνια. Δεν εξηγείτε αλλιώς. Δευτέρα παρουσία ίσως. Αλλά μαλακία μου ακούγεται. Προσπαθούσα πάντα να είμαι ορθολογιστής παρά την τρέλα μου, αλλά οι τελευταίες ώρες ήταν πέρα από κάθε λογική. Σκέφτηκα τον καημένο τον κουλουρά και άρχισα να νοιώθω ενοχές. Δεν του άρεσε να τον λένε έτσι. Δεν πουλούσε κουλούρια ποτέ και δεν ξέρω ποιος του έβγαλε αυτό το παρατσούκλι. Τώρα βέβαια δεν έχει σημασία…

Μετά από αρκετό δρόμο και αφού δεν είδα κανέναν σάπιο στο δρόμο μου, αντίκρισα ένα θέαμα φρικιαστικό και παράλογο. Από απόσταση άκουσα τα ουρλιαχτά. Ουρλιαχτά, ανθρώπινα και γυναικεία. Κρύφτηκα πίσω από τον κορμό μιας ελιάς και κρυφοκοίταξα. Μια κοπέλα, γυμνή μέσα στο κρύο να μαχαιρώνει μανιασμένα και ουρλιάζοντας από χαρά, ένα μικρό παιδί ή ότι είχε απομείνει από αυτό. Το θέαμα έκανε τα πόδια μου να ανατριχιάσουν. Είχα παγώσει από τον τρόμο τόσο πολύ, που είχα μείνει να μετράω μαχαιριές και όταν οι μαχαιριές και τα ουρλιαχτά σταμάτησαν και εκείνη άστραψε το βλέμμα της σε μένα, εγώ έμεινα εκεί να την κοιτάω. Τα μαύρα μακριά της μαλλιά, έκρυβαν το τρυφερό πρόσωπο της. Στα ατάραχα μάτια της, εκείνη τη στιγμή, δεν είδα καμιά παράνοια, παρά μόνο αγάπη. Δεν μπορούσα να κοιτάξω το γυμνό κορμί της… είχα μαγνητιστεί από το σαγηνευτικό της βλέμμα. Φαινόταν τόσο αγνή παρά τη φριχτή της πράξη. Θα μπορούσα να την χάζευα για ώρες αν δεν μεταμορφωνόταν ξανά μπροστά στα μάτια μου.

Η μορφή της πήρε την όψη της φόνισσας και η φρίκη σκοτείνιασε απότομα το πρόσωπο της. Άρχισε να τρέχει σαν παλαβή προς το μέρος μου κρατώντας το μαχαίρι απειλητικά με το αριστερό της χέρι. Πριν το σκεφτώ, είχα είδη σκαρφαλώσει στο δέντρο. Ήμουν αρκετά κουρασμένος για να τρέξω. Εκείνη έκανε το ίδιο, άρχισε να σκαρφαλώνει κρατώντας το μαχαίρι στο στόμα. Την ώρα που είχε και τα δύο της χέρια απασχολημένα με την αναρρίχηση, πήρα την ευκαιρία και την κλώτσησα δυνατά, κατεβάζοντας το πόδι μου με δύναμη στο όμορφο πρόσωπο της. Έπεσε κάτω ουρλιάζοντας… τώρα όμως από τον πόνο. Έτρεχε αίμα από το στόμα της και τη μύτη της. Της είπα «σταμάτα και δεν θα σε πειράξω» μα εκείνη ούρλιαζε, χωρίς όμως να βγει από το στόμα της λέξη ανθρώπινη. Κλωτσούσε με το γυμνό της πόδι τον κορμό της ελιάς μέχρι που μάτωσε άσχημα. Άρχισε να μου πετάει πέτρες αλλά ευτυχώς δεν ήταν πολλές εκεί γύρω και μόνο μία με πήρε λίγο στα πλευρά και με γάμησε στον πόνο.

Θα κατέβαινα να την αντιμετωπίσω αλλά πάντα φοβόμουν τα μαχαίρια και τις υστερικές γυναίκες. Όταν οι πέτρες τελείωσαν δοκίμασε για δεύτερη φορά να σκαρφαλώσει. Τώρα κρατούσε το μαχαίρι στο χέρι της. Εγώ είχα ανεβεί όσο πιο ψηλά μπορούσα και για ακόμα μια φορά βρήκα την ευκαιρία και την κλότσησα με δύναμη στο πρόσωπο. Αυτή τη φορά, την πέτυχα με ακρίβεια στη μύτη. Έπεσε άτσαλα στο χώμα με έναν απαίσιο θόρυβο. Ήταν το χέρι της που απέκτησε μια νέα κλείδωση. Το κρατούσε σφιχτά ξαπλωμένη κατάχαμα και έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Την λυπήθηκα. Το πρόσωπο της φάνηκε αθώο ξανά και αγνό. Αν συναντιόμασταν υπό άλλες συνθήκες θα την πλησίαζα και τις μιλούσα. Θα τις μίλαγα και θα της ζητούσα το νούμερο της για έναν καφέ. Αν δεχόταν στο πρώτο μας ραντεβού θα της πρότεινα να τη ζωγραφίσω ολόγυμνη, για να μην διαφθείρουν τα υφάσματα των ανθρώπων την αγνότητα της. Αυτή θα μου άστραφτε ένα χαστούκι και θα έφευγε. Χαμογέλασα καθώς την κοιτούσα και το μυαλό μου έπλαθε σενάρια… το βλέμμα μου έπεσε σε μια μάζα από σάπιους χωρικούς που κατέφταναν με συρτά βήματα βογκώντας και φωνάζοντας κατάρες σε μια ανίερη γλώσσα . Με κοίταξε με παράπονο και με έκανε να νοιώσω ενοχές. Εκείνη άπλωσε τα χέρια της σαν να περίμενε μια τρυφερή  αγκαλιά… «πάρε με μαζί σου» μου είπε κλαίγοντας και εγώ πήδηξα από την ελιά και προσγειώθηκα  πατώντας με δύναμη στο στομάχι της. Έτρεξα για ακόμα μία φορά χωρίς να κοιτάξω πίσω μου.

Κεφάλαιο τέσσερα

Ο θερμοσίφωνας

Δεν ήξερα προς πια κατεύθυνση πήγαινα αλλά μετά από ένα δεκάλεπτο βγήκα σε έναν δρόμο. Εκεί αντίκρισα σε απόσταση πενήντα μέτρων ένα αυτοκίνητο. Όταν το πλησίασα  αρκετά είδα αίματα στο δρόμο που έσταζαν από ένα χέρι που έχασκε απ’ την ανοιχτή πόρτα. Έκανα ακόμα δυο βήματα και σταμάτησα καθώς είδα το χέρι να πέφτει ακρωτηριασμένο στην άσφαλτο. Άρχισε να κινείτε προς το μέρος μου με τα δάχτυλα του να τρέχουν αστεία αλλά απειλητικά. Το πάτησα αρκετές φορές με μανία, πριν προλάβει να με αγγίξει. Πρέπει να θρυμμάτισα κάθε κοκαλάκι του αλλά αυτό ακόμα κινούταν σπαστικά. Τα πάνινα παπούτσια μου είχαν γεμίσει με αίμα. Μου ήρθε αναγούλα και ξέρασα.

Στο αυτοκίνητο δεν υπήρχε κανένας, ούτε καν ο ιδιοκτήτης του χεριού. Στο βάθος του δρόμου άκουσα τον θόρυβο μιας μηχανής αυτοκινήτου. Επιτέλους, σκέφτηκα, γλίτωσα… κάποιος ζωντανός. Σήκωσα τα χέρια μου καθώς πλησίαζε και ο οδηγός άρχισε να κορνάρει με χαρούμενο ρυθμό. Όταν κατάλαβα ποιος ήταν, έμεινα με ένα χαμόγελο στο στόμα. Ήταν ο καλός μου ξάδελφος, ο θερμοσίφωνας. Τον έλεγαν έτσι γιατί είχε σώμα θερμοσίφωνα. Κατέβηκε και μου φώναξε «ξάδερφε», τον φώναξα και εγώ ξάδερφο και αγκαλιαστήκαμε από χαρά. «Πως έφτασες ως εδώ?» τον ρώτησα, «τι συμβαίνει στην πόλη?» «Γέμισαν οι δρόμοι με αυτουνούς» μου είπε, «σκοτώνουνε ότι βρούνε και το τρώνε με λαιμαργία. Βγήκανε από τα νεκροταφεία… βρικολακιάσανε όλοι οι πεθαμένοι. Χαμός μεγάλος γίνετε. Γυρνάω από το λιμάνι. Μας είπαν πως μόνο από εδώ φεύγουν καράβια για απέναντι, αλλά είναι όλα γεμάτα πεθαμένους». «Και το λιμάνι στην πόλη…» του είπα με απορία. «Εκεί μην τα ρωτάς. Δεν μπορεί να πλησιάσει άνθρωπος.»

Καθίσαμε για λίγο μέσα στο αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ήταν ένα παλιό φιατάκι. Είχε φέρει φαγητό μαζί του… κάτι ταπεράκια με κρέας από χτες και μπόλικα μπισκότα και πατατάκια και άλλα τέτοια, που είχε αρπάξει το πρωί από το super market που καιγόταν. Μου εξήγησε πως γινόταν μεγάλος σκοτωμός και ότι ολόκληρη η πόλη καιγόταν . Εγώ όμως είχα ένα προαίσθημα ότι η γυναίκα μου και το Κατερινάκι θα ήταν ασφαλείς. Το ραδιόφωνο δεν λειτουργούσε και όλες οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας ήταν νεκρές μου εξήγησε. Η καταστροφή του πολιτισμού γινόταν με ταχείς ρυθμούς.

Εκεί που τρώγαμε ακούστηκαν τα βαριά βήματα κάποιου τεράστιου ζώου που έτρεχε. Κοίταξα από το τζάμι και είδα έναν ελέφαντα να τρέχει να ξεφύγει από μια μάζα σαπίλας που είχε γραπωθεί με νύχια και με δόντια από το σώμα του. θα πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά από αυτά τα ζόμπι. Το θηρίο κατάφερε να απελευθερωθεί και ποδοπατούσε τώρα με μανία τους νεκρούς. Ο θερμοσίφωνας δίπλα μου έτρωγε λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Εγώ βγήκα έξω και τότε αντίκρισα μια μορφή στην ράχη του ελέφαντα. Όταν σταμάτησε η μάχη με την πολτοποιημένη πια σαπίλα, ο ελέφαντας με πλησίασε και τότε είδα ξεκάθαρα τον παράξενο καβαλάρη. Κατέβηκε με ένα μεγάλο σάλτο και μου έδωσε το χέρι του. Ήταν ο άνθρωπος ελέφαντας. Το σώμα του ήταν σχεδόν ανθρώπινο μα το κεφάλι του ήταν ίδιο με εκείνη την παλιά ταινία. «Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω και από κοντά άνθρωπε ελέφαντα», του είπα. Εκείνος υποκλίθηκε αλλά δεν μου μίλησε. Χάιδεψε τον ελέφαντα του με το περίεργο χέρι του και απομακρύνθηκε από κοντά μας γύρω στα τριάντα μέτρα. Ο ελέφαντας με αγκάλιασε με την προβοσκίδα του και με ξάφνιασε. Εγώ τον χάιδεψα και εκείνος δάκρυσε και κοίταξε το αφεντικό του.

Ο θερμοσίφωνας βγήκε από τα αυτοκίνητο κρατώντας φιστίκια και άρχισε να ταΐζει το θηρίο. Και οι τρεις τώρα κοιτάζαμε με απορία τον άνθρωπο ελέφαντα νε στέκετε και να κοιτάει τον ήλιο κατάματα. Η μόνη κίνηση που έκανε ήταν έξι λεπτά αργότερα, όταν έβγαλε ένα περίστροφο από την τσέπη του, το έβαλε στο περίεργο στόμα του και τράβηξε τη σκανδάλη.

Ο ήλιος είχε πια πέσει όταν καταφέραμε επιτέλους να παρηγορήσουμε τον ελέφαντα. Τα δάκρυα του είχαν δημιουργήσει μια μεγάλη λιμνούλα στην άσφαλτο. Τότε πρότεινα στον ελέφαντα να τον πάρω μαζί μου και να τον υιοθετήσουμε. Σκέφτηκα πως αν πήγαινα σπίτι μαζί με τον ελέφαντα, η γυναίκα μου θα με αγαπούσε για πάντα. Αλλά έπεσα έξω… ο ελέφαντας ήταν αποφασισμένος να πάει στο λιμάνι και να περάσει απέναντι. Έτσι  κανόνισε με τον θερμοσίφωνα να πάνε μαζί ως το λιμάνι και να δώσουν μάχη με τις ορδές των ζωντανών νεκρών. Μαζί είπαν πως θα μπορούσαν να τα καταφέρουν. Εγώ τους είπα πως είναι τρελοί κι οι δυο τους και συνέχισα το δρόμο μου.

Περπάτησα για καμιά ώρα χωρίς να δω ψυχή, παρά μόνο κάνα φαγωμένο πτώμα εδώ και εκεί. Τουφεκιές ακουγόταν στα δεξιά μου, αλλά ήταν πολύ μακριά και εμένα δεν μου άρεσαν τα όπλα. Ευτυχώς εκεί που είχα αρχίσει να απελπίζομαι βρίσκω στην άκρη του δρόμου ένα πεταμένο ποδήλατο. Ο ιδιοκτήτης του ήταν ένα νεκρό κοριτσάκι. Δεν  μου άρεσαν ποτέ τα νεκρά κοριτσάκια. Το πήρα χωρίς τύψεις αφού σε εμένα θα ήταν μάλλον πιο χρήσιμο. Ο δρόμος ήταν κατηφορικός και σύντομα έφτασα σε ένα χωριό που δεν γνώριζα. Ήξερα πως μπορεί να μου πεταγόταν από παντού οι σάπιοι, αλλά εγώ έκανα τη βόλτα μου ψάχνοντας για ζωή.

Κεφάλαιο πέντε

Μπαλκόνι με θέα

Τη Ζωή τη συνάντησα σε μια σούδα. Ήταν μια νεκρή τσιγγάνα που διάβαζε το χέρι. Κάποτε είχε διαβάσει και το δικό μου αλλά αρνήθηκε να μου το πει και θα ορκιζόμουν πως την είδα να δακρύζει. Ούτε λεφτά δεν μου ‘χε πάρει. Την αναγνώρισα από το κεφάλι της που είχε μια μεγάλη ουλή. Το γέρικο κορμί της ήταν γυμνό και φαγωμένο. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά. Της τα ‘κλεισα.

Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα περικυκλωμένος από τσιγγάνες. Φόραγαν ρούχα καλά και χόρευαν όλες με τον ίδιο ρυθμό και τραγουδούσαν «τις έκλεισες τα μάτια, θα σε κάνουμε κομμάτια, θα σε κάνουμε κομμάτια, θα σου ξεσκίσουμε τα μάτια». Το τραγούδι γινόταν φωνές και οι φωνές τσιρίδες, ο χορός γύρω μου να γίνετε όλο και πιο γρήγορος, με όλο και περισσότερο πάθος και ένταση, τα αυτιά μου να βουίζουν, ίδρωσα όλος… το τραγούδι άλλαξε… «ξεσκίστε του τις σάρκες, και βγάλτε του τα χέρια, κόφτε το κεφάλι, και δώστε το στα αστέρια, κόφτε το κεφάλι, με κοφτερά μαχαίρια». Έπεσα στα γόνατα και κρατούσα το κεφάλι μου που ήταν έτοιμο να σπάσει. Τότε ακούστηκαν τα ουρλιαχτά τρόμου των μελαμψών γυναικών καθώς μια πολική αρκούδα βγήκε από την πόρτα ενός σπιτιού και άρχιζε να ακρωτηριάζει τις τσιγγάνες μία-μία. Χέρια, πόδια και κεφάλια σκορπούσαν γύρω μου. Ένα κοριτσάκι εμφανίστηκε ντυμένο ινδιάνος. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και φακίδες. Μου έδωσε το χεράκι της και με βοήθησε να σηκωθώ. Την ευχαρίστησα. Η αρκούδα αφού τελείωσε τη δουλειά της ανέβασε την μικρή στην πλάτη της και έφυγαν για τον Βόρειο πόλο.

Μπήκα στο σπίτι απ’ όπου βγήκε η αρκούδα. Το μόνο φως ήταν αυτό του φεγγαριού και ότι μπορούσε να φέξει ο μικρός φακός που είχα στα κλειδιά μου. Σιγουρεύτηκα πως το σπίτι ήταν αδειανό και ασφάλισα την πόρτα με το σύρτη. Ανέβηκα στον πάνω όροφο, στο δωμάτιο που είχε μπάνιο. Κλείδωσα την πόρτα και έσυρα και την ντουλάπα μπροστά της για μεγαλύτερη ασφάλεια. Έκανα ένα πολύ σύντομο μπάνιο με παγωμένο νερό. Μετά κοίταξα για ρούχα. Βρήκα καθαρά εσώρουχα στην ντουλάπα. Μόνο κάλτσες πήρα, γιατί οι δικές μου είχαν αίματα πολλά. Πήρα και ένα τζιν και ένα χοντρό πουλόβερ. Έπλυνα τα παπούτσια μου στην μπανιέρα να φύγουν τα πολλά αίματα και τα κρέμασα να στεγνώσουν έξω στο μπαλκόνι όταν θα έβγαινε ο ήλιος. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και νεκρώθηκα αμέσως. Πάντα μου άρεσε να πέφτω για ύπνο όταν είμαι διαλυμένος από την κούραση. Μόνο τότε απολάμβανα πραγματικά τον ύπνο.

Το πρωί με ξύπνησαν φωνές ανθρώπινες. Αφού έπλυνα τα μούτρα μου και κατούρησα, βγήκα στο μπαλκόνι. Τα παπούτσια μου δεν είχαν στεγνώσει τελείως. Κάτω στο δρόμο είχε μαζευτεί μια μάζα από κουμουνιστές. Πρέπει να ήταν γύρω στα εκατό άτομα. Φώναζαν συνθήματα ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό και άλλες μαλακίες. Μπήκα μέσα απελευθέρωσα την πόρτα και κατέβηκα στην κουζίνα. Ευτυχώς δεν μου χτυπούσε κανείς την πόρτα σήμερα. Πήρα ένα κρουασάν και ένα χυμό πορτοκάλι και ανέβηκα ξανά πάνω. Έβγαλα στο μπαλκόνι μια καρέκλα και έκατσα να φάω το πρωινό μου βλέποντας το θέαμα.

Απέναντι από το σπίτι ήταν ένας λόφος γυμνός από δέντρα που στο βάθος κατέβαιναν ορδές νεκροζώντανων. Οι κουμουνιστές άρχισαν να τους πετάνε γιαούρτια, αβγά και πέτρες και να φωνάζουν συνθήματα… «ένας είναι ο εχθρός, ο ιμπεριαλισμός». Είχε τρελό γέλιο. Δυστυχώς δεν είχα κάμερα μαζί μου. Οι σάπιοι σύντομα ήρθαν μούρη με μούρη με τους κουμουνιστές και άρχισε μια μάχη μεγαλειώδης. Οι κουμουνιστές να χτυπάνε τα ζόμπι με καδρόνια και τα ζόμπι να τους δαγκώνουν και να τους κόβουν κομμάτια. Ούτε δυο λεπτά  δεν περάσανε και σκάνε μύτη οι μπάτσοι από τα αριστερά του δρόμου, όπως τον έβλεπα εγώ απ’ το μπαλκόνι… καμιά πενηνταριά ματατζήδες με όλα τα αξεσουάρ τους.  Τότε ένας νεαρός κουμουνιστής φώναξε στα ζόμπι… «σύντροφοι ας ενωθούμε να χτυπήσουμε τον κοινό εχθρό»… αλλά τα ζόμπι δεν χαμπαριάζανε. Ένα άρπαξε τον νεαρό και του ξερίζωσε τη γλώσσα και ένα άλλο του πίεσε το κεφάλι ώσπου πετάχτηκαν τα μάτια έξω. Γαμώτο, τέλειωσε το κρουασάν και πεινούσα κι άλλο.

Στα δεξιά εμφανίζονται καμιά πενηνταριά αναρχικοί. Και αυτοί είχαν όλα τους τα αξεσουάρ. Η πρώτη μολότοφ έπεσε μαζί με το πρώτο δακρυγόνο ακριβώς στη μέση της συγκρουόμενης μάζας. Δύο ζόμπι άρπαξαν φωτιά και ένας κουμουνιστής έγινε φλαμπέ. Οι μπάτσοι τώρα έβγαλαν τα γκλοπ και όρμησαν στο πλήθος χτυπώντας όποιον και ότι έβρισκαν. Τα κεφάλια των σάπιων άνοιγαν σαν καρπούζια, τα κεφάλια των κουμουνιστών δεν έλεγαν να ανοίξουν και για αυτό τα χτυπούσαν πιο δυνατά. Πήρα μια γερή ρουφηξιά από το χυμό μου. Ένας κουμουνιστής έριξε δυο κλωτσιές σε έναν μπάτσο και αυτός του ανταπέδωσε τρεις πυροβολισμούς. Τότε έπεσε ομοβροντία πυρών και πολλοί έπεσαν. Οι αναρχικοί πρόλαβαν και έσκυψαν και σηκώθηκαν απαντώντας με ομοβροντία από αναμμένα μπουκάλια με βενζίνη. Φλεγόμενοι μπάτσοι έτρεχαν χοροπηδώντας. Οι πιο ψύχραιμοι τους έσβηναν με μικρούς πυροσβεστήρες. Τα ζόμπι δεν καταλάβαιναν Χριστό από μολότοφ και έτρωγαν συνεχώς κρέας από όλες τις παρατάξεις. Δέκα ζόμπι είχαν πέσει με τα μούτρα σε έναν κουμουνιστή που είχε ψηθεί για τα καλά. Η επόμενη ομοβροντία πυρών έπεσε ταυτόχρονα με μια ομοβροντία μολότοφ. Κανείς δεν απέμεινε όρθιος εκτός από τους σάπιους που έκαναν γερό φαγοπότι. Για μένα δεν νοιαζόταν κανείς. Το ψητό κρέας ήταν ότι καλύτερο για αυτούς.

Ο χυμός μου τελείωσε σχεδόν ταυτόχρονα με το θέαμα. Ένας θόρυβος ακούστηκε πίσω στο δωμάτιο. Ήταν ένας γυμνός άντρας με μια μάσκα λυκανθρώπου. Άρχισε να αυνανίζεται. Τρόμαξα καθώς με πλησίαζε και προσπαθώντας να του ξεφύγω, παραπάτησα και έπεσα από το παράθυρο. Το αριστερό μου πόδι γύρισε με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο σαν καλάμι που σπάει. Οι σάπιοι τώρα όρμησαν πάνω μου και εγώ ούρλιαζα και χτυπιόμουνα. Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν ότι πιο φρυχτό είχα δει τις δύο τελευταίες μέρες. Ο αηδιαστικός επιδειξίας με τη μάσκα του λύκου στεκόταν στο μπαλκόνι και κοιτούσε την αποτρόπαιη σφαγή μου και τον έπαιζε.

Κεφάλαιο έξι

Το λευκό δωμάτιο

Ξύπνησα σε ένα δωμάτιο λευκό. Ήμουν ζωντανός αλλά δεμένος με μια λευκή μπλούζα με λευκά λουριά. Χτυπιόμουν για να λυθώ αλλά τίποτα. Οι τοίχοι ήταν όλοι επενδυμένοι… με λευκά μαξιλάρια υπέθεσα. Μου φάνηκε τόσο αστείο. Τουλάχιστον ήμουν αρτιμελής. Κάποιος πρέπει να με έσωσε. Αλλά γιατί με έδεσαν εδώ μέσα? Τι έκανα λάθος? Το λευκό δωμάτιο είχε μια λευκή πόρτα με ένα κομμάτι τζάμι αρκετά ψηλά. Δύο μάτια με κοιτούσαν επίμονα πίσω από το τζάμι. Πλησίασα κοντά. Τα κοίταξα και εγώ. Ήταν γυναικεία και δακρυσμένα. Τα  ‘ξερα αυτά τα μάτια. Ήταν τα μάτια της γυναίκας μου. Πήγα να ανοίξω το στόμα μου να μιλήσω αλλά πριν προλάβω είχαν φύγει… Δεν πειράζει, παρηγορήθηκα, θα ξανάρθει. Αφού τον άλλο μήνα θα γυρίσει σπίτι και θα ‘μαστε μια ευτυχισμένη οικογένεια όπως παλιά…

Γιώργος Σάπιος

μπορείτε ακόμα να διαβάσετε από το blog μας τα παραμύθια του Γιώργου… «μάνα μπορώ να πάω έξω και να σκοτώσω σήμερα?» & «ο δράκος: η μανία του λυκανθρώπου» και τα παραμύθια της Ελένης… «a fairy tale» & «ο μαλάκας της παρέας»

το παραμύθι «το χωριό των ζωντανών νεκρών» μπορείτε να το κατεβάσεται σε pdf για την ηλεκτρονική σας βιβλιοθήκη από εδώ

a Fairy Tale by Helen (Ferry)Boat

I’ll always remember the day I visited that old watermill by the river bank. At first I was excited because my friends, Tory, Phil and George, were with me. We were wandering around the park and ended in the deep, dark forest. We had been there before, so it felt alright.

It was almost midday and Tory said we should stop wandering and find a place to eat our lunch-just some toasts were available and water as well. Phil thought that the old watermill would be great, so we went there. We had lunch and made much noise but, who could ever be bothered? We were alone, right?

George had that stupid idea! He dived in the river while he knew he just had lunch! He couldn’t get out of the water even though he was close to the surface. I dived too, to rescue him, but he seemed very upset when he saw me coming for him. Finally, we pulled him out of the water. He felt cold and had a strange look in his eyes. “What happened to you?” Tory asked. “Goblins, fairies, everywhere…” he answered “They‘re all around us! Can’t you see them? Now they’re coming for me!” he shouted and tried to leave. Phil stopped him. “I think you drank too much water” Phil told him.

It was strange because I started to see weird shapes and figures behind leaves and stones, too but I thought it was my imagination. Fairies do not exist. Soon after that we realized we couldn’t calm George down. He was truly upset! He begged us to return to the city. We agreed. Another strange thing was that some of our things were missing: Phil’s car key, Tory’s cup and my mobile phone. We searched the whole area, but they were gone. Even inside the watermill we searched, though we knew we hadn’t been there.

Anyway, we made it to our homes by afternoon and George calmed down a bit. It was I that felt weird now. I heard a voice singing, coming through the wall: “Fairy’s bath, fairy’s bath, fall inside and see the path…” “I think I’m crazy” I told myself. But the voice kept on singing the whole night. Of course I couldn’t sleep. The next morning, I went to school and told my friends what I had heard. George said he couldn’t sleep either because a strange tiny fairy had been jumping on his forehead all night! “He’s flipped!” Tory commented.

By 11 o’ clock I had discovered that if you dive in a lake or river where a fairy takes its bath, you can see the fairies all around you, hear their voices and talk to them! I talked to my friends and we decided to go back to the old watermill and try to stop those fairies from torturing us!

It was early midday when we arrived, and the sun was burning us, so Tory and Phil were brave enough to dive in the river. When they started to see what George and I could see, they finally believed our words. Different kinds of fairies were all around us. Fairies with wings, with wood-like skin, leaves instead of hair, with pink, green or deep blue eyes!

A winged fairy approached us and whispered in George’s ear: “Give your hair to our Lady and she will forgive you!”

“But I’ve done nothing wrong!” George complained.

“Do it!” the tiny fairy pitched.

Suddenly, all the fairies formed a circle around us and kept coming closer. “Now you all owe something to our Lady…You, the red-haired girl,” said the fairy and pointed to Tory, “Give my Lady some of your eye lashes now!”

“What’s with you and hair?” asked Phil. “Is your lady bold?” We all laughed our heads off, but those creatures were strangely transformed into vicious goblins who wanted some pay back for our lame words. “OK that was a joke.” I explained.

All of a sudden, forks, knives, needles and other deadly weapons appeared in their hands! They were attacking us! I don’t want to remember the pain I suffered, and neither do my friends.

They forced us to give way to the river bank and we were absolutely panicked! A bunch of microscopic flies could make us surrender to their will! What could a larger fairy do to us? We didn’t want to think about that possibility. There, without a reason, our persecutors pulled back and disappeared. What was happening? We were supposed to be able to see those creatures. Some water dropped on my back. I turned around to see what was going on.

“AAaaa…” that was all I could say. My companions turned around… We saw the ugliest image ever, standing before us!  “Hhellooo mmy frrieendss!” that thing said. It was a tall fairy, with pale skin full of spots and scratches. Its hair was a mix of rotten grey grass, broken branches and messed differently colored hair. A huge mouth full of dirty, yellow teeth was doing its best to give us a smile.

Of course we ran as fast as our feet could take us, but that fairy’s long arms grabbed us and pulled us close to it. “Ii need your help. Mmy nname is Claudy. Ii used to be the mmost beautiful ffairy.” “What can we do about it?” Phil complained. “You’re going to kill us, I know that” he continued, certain about the fairy’s reply. Claudy laughed! “I only need you to give me some things to undo the spell” “Yeah? Like what?” George asked her furiously. He really loved his ‘dreadlock rasta’ hairstyle.

“Some of your hairrrr would do” said Claudy and reached for his hair. George had no time to react! The fairy took out of the river her scissors and cut a dreadlock off his hair. She did the same to Tory’s eyelashes. “Yes, ivvorrry black and gingerrr hhair!” Claudy blared! My friend’s hair grew up in an instance. “Now you!”. She turned to me. “Your skin…”I froze. The fairy held a knife. She grabbed my arm violently and forced the shinning blade in my skin! I was surprised to find out it felt like a soft and gentle touch. No pain was there. I recovered immediately and so did Phil, since the fairy had pulled out some of his teeth.

“Are you the tooth fairy?” he asked ironically.

“Well, you know I used to be” Claudy answered. She had that miserable look in her cruel and nasty eyes. We almost felt sorry for her. “Why do you think that the last 30 years almost every child had to wear braces? It’s not only because of cakes and sweets! They’ve always been available! Braces were invented because I was missing! Why do you think the fairy never came for your teeth?” she continued.

From that moment on, I convinced myself I started losing it. To tell the truth, I was absolutely certain! “I don’t get the spell and I don’t get you! Why on earth did you do this to us and why the hell do you exist?” I yelled! Claudy didn’t react to my words. She obviously couldn’t understand the meaning of the word ‘hell’. She finally spoke. “I didn’t mean to hurt anyone of you. You accidentally swam in my bath. It was an opportunity for me to undo the spell. As you can tell, nobody ever comes here for a swim. Please put me out of my misery!” she begged.

“You know, Claudy, we can’t trust you that easily. How can we be sure you won’t harm anyone?” George stated. “You must explain to us what happened to our belongings and why you need to use our hair!”

“Well,” the fairy started, “as you see I have no hair. I used to have long, dark hair. That’s why I took some of your ivory hair. My eyelashes were as red as the burning fire. My skin was clear and shinning and I had a bright smile and wonderful teeth. A wicked pixie cursed me. He really loved iron and every kind of metal. He was the one who helped this doctor invent braces! You see, everything was against me! First I lost my beauty and then my job! I’m extremely ugly and unemployed!” Claudy cried. Her tears fell like the rain on a homeless person’s butt. That was pathetic.

We all felt some sort of compassion for that poor, ugly fairy, so we thought she should be free. After a while the tiny fairies appeared before us and gave us back our things. “You will be fully rewarded for helping our Lady. Follow us and she will come.” One of them said to us. Hesitatingly, we followed them. They led us to a wonderful garden, full of wild roses, laurels, daffodils, blue bells, other kinds of flowers and bushes. Claudy came a few minutes later but she had totally changed. Our eyes could see one of nature’s wonders walking among us, tall, divine, a true beauty. “You can’t judge a book by its cover” I mumbled.

“This is my home children. You’re welcome any time here” she said. “What happened to the evil pixie?” Phil dared to ask. “Oh, he died a few years ago. That’s why I didn’t need any human sacrifice to break the spell” she kindly explained. “He had an accident. He was trying to help the doctor with his teeth, but believe me, he never had a gentle touch. The doctor overreacted because of the pain he felt, and hit the pixie which ended up in the toilet. As a result, its wings were wet, it couldn’t fly. A young boy, that could be you,” she pointed to George, “came in the toilet, peed and flushed his urine along with the pixie.”

“Poor creature! What a miserable way to die!” Tory told herself, out loud. We looked at her with the eyes of a predator about to catch its game. “If that pixie was alive…” I started but I never spoke the rest of my thoughts before that fairy. Soon after that, Claudy decided she wanted to be left alone and focus on her current problems. She had to be back on the game and search for the next tooth lying under the pillow.

“What about our reward? You promised!” George asked angrily the winged fairy we had already met. “Your reward is that! Our Lady is back! That should be a reward for everyone!” was the reply. “You ugly, little fraud!!” George screamed and caught the fairy in his hand so tight, that it was almost squeezed to death. “Enough! You humans deserve a huge reward for what you did. Go back to the water mill and dig a hole as deep as you can out of the front door. Your reward will be there. I’m afraid your ‘gift’ must be taken back.” Claudy said and everyone calmed down. George released the fairy. “Thank you” Claudy said.

She and her companions started to fade away, until they became transparent and then disappeared. Our gift, the ability to see fairies was gone for ever. I don’t think we will ever miss it! We did as Claudy said. We dug a hole one meter deep and two wide.  Nothing was there. By sunset it was miraculously filled with gold, diamonds and silver! We were the happiest people on the earth!

We went back home with a huge smile on our faces. The next day we quit school. Tory took her share and became a famous explorer. She presents her own shows on TV. She’s been everywhere on this planet.

Phil went out to be one of the world famous dare devils and has starred in countless movies. He lives in Hollywood now and makes 1.000.000.000.000 dollars a year. He now owns 15 studios and Warner Bros as well.

George started his own cult in Mexico. A few thousands have converted to this new religion. Mostly they are people who believe in supernatural phenomena. They pay huge sums of money to take part in the rituals and they have founded the “Tooth Fairy Institute” which manufactures braces.

As for me, I bought some land and built houses, factories, ports and boosted the local economy by allowing visitors into one of my houses, the Great Pyramid. I also have my cute little army which makes sure visitors come and go safely in my land. I also do some trade with aliens from planet 9. They usually buy condoms and sand.

There is no moral in this story. Just take the money whenever you can and spend it on whatever you want.

The end

Ελένη

διαβάστε την ιστορία της Ελένης «Ιός»

*κατεβάστε το παραμύθι της Ελένης για την ηλεκτρονική σας βιβλιοθήκη και διαβάστε το πιο άνετα από εδώ

“ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ”

Ήταν πρωί στο νησί του Πάσχα. Όλα τα πρόβατα μαζευτήκαμε και πήγαμε να σκοτώσουμε τον βοσκό πριν μας σκοτώσει και μας σουβλίσει όπως έκανε πέρσι στους γονείς μας. Καθώς βελάζαμε ομαδικά στο δρόμο, ξεπρόβαλαν δύο πρόβατα με κόκκινο μαλλί στην ομοιόμορφη μάζα μας. Οι περισσότεροι  συνοδοιπόροι μας τα γνώριζαν και έδειξαν αμέσως τον θαυμασμό τους κρατώντας κόκκινες σημαίες με άγνωστα σε εμάς εργαλεία. Άρχισαν να μιλούν για αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, τον δυϊσμό και τον πληθυσμό. Τα περισσότερα πρόβατα συμφώνησαν και αγόρασαν κουπόνια για κάποιο διαγωνισμό χωρίς δώρα. Εγώ και άλλα δέκα πρόβατα δεν καταλαβαίναμε τι σόι διαγωνισμός είναι αυτός χωρίς δώρα. Επίσης ξέραμε ότι ο στόχος μας ήτανε ο βοσκός και όχι ο ισμός. Τελικά μετά από μια βόλτα την οποία καθοδήγησαν αρκετοί λύκοι ανοίγοντας μας το δρόμο, βρεθήκαμε μπροστά στο αρχηγείο του βοσκού όπου το περιφρουρούσαν αρκετοί λύκοι, κάποιοι ήταν με πολιτικά. Αφού βελάσαμε μερικές τελευταίες φορές, τα κόκκινα πρόβατα και οι ακόλουθοι τους, άρχισαν να φεύγουν ξεχνώντας τον σκοπό μας: να σκοτώσουμε τον βοσκό. Τότε εμείς τα έντεκα πρόβατα επιτεθήκαμε στο αρχηγείο με πέτρες και ξύλα. Αμέσως όρμησαν πάνω μας όχι οι λύκοι, αλλά κόκκινες νεαρές προβατίνες, που με κάποια ασύλληπτη γλώσσα προσπαθούσαν να μας αποτρέψουν, εμποδίζοντας ταυτόχρονα την πορεία μας προς τον στόχο. Τελικά απογοητευμένοι, πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το μαντρί. Ξαφνικά ο Μπέκος πέταξε μιαν ιδέα: γιατί δεν το σκάμε στην εξοχή; Πέντε πρόβατα από τα έντεκα τον αποκάλεσαν ηλίθιο και επέστρεψαν στο μαντρί. Αυτά τα πέντε ήταν τα πρώτα που σφάχτηκαν την Κυριακή του Πάσχα. Ακολούθησαν δέκα ανεξάρτητα τρία με ψυχολογικά προβλήματα και ένα που ήταν μαύρο. Όσο για εμάς τα υπόλοιπα έξι, ζούμε στην εξοχή με τους απογόνους μας τα έξι τελευταία χρόνια.

Γιώργος Μικάλεφ  (2007)

Μάνα, μπορώ να πάω έξω και να σκοτώσω σήμερα?

Ο Βλαδίμηρος στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του δωματίου του εδώ και δεκαεφτά λεπτά. Ο καθρέφτης είχε πάνω σχέδια της disney, με την μικρή γοργόνα. Οι φωνές ακουγόταν και σήμερα… και μάλιστα αρκετά έντονα, από κάποιο μέρος που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Σκέφτηκε πως θα πρέπει να φταίει το άρρωστο μυαλό του τελικά…

«Βλαδίμηρε έλα που είσαι τόση ώρα? Περιμένει η μανούλα.»

«Ναι μητέρα έρχομαι. Αλλά… μήπως είμαι λίγο μεγάλος για να με κάνεις μπάνιο?»

Η γυναίκα χαστούκισε το γιο της με αρκετή δύναμη ώστε να αφήσει ένα μεγάλο σημάδι στο τροφαντό του μάγουλο. Τον κοίταξε με διαπεραστικό βλέμμα λες και τον υπνώτιζε.

«Ποιος σου τα ‘μαθε αυτά, μπορείς να μου πεις? Αχ… αυτές οι ταινίες που βλέπεις, θα σε καταστρέψουν! Τι τις θέλεις μπορείς να μου πεις? Αφού έχουμε σε κασέτες όλα τα επεισόδια από το μικρό σπίτι στο λιβάδι… Αλλά βέβαια, η αχαριστία σου δεν έχει όρια. Να δω όταν θα πεθάνω ποιος θα σε φροντίζει, γιατί εσύ θα με πεθάνεις, να δω τι θα κάνεις τότε…»

«Μανούλα μη λες τέτοια σε παρακαλώ. Θα σ’ αγαπάω για πάντα. Συγγνώμη που ήμουν κακό παιδί. Θα επανορθώσω για όλα στο υπόσχομαι. Έλα τώρα να με κάνεις μπανάκι και να δούμε την αγαπημένη μας σειρά.»

Έτσι και έγινε. Η μάνα τον πήρε από το χέρι στο μπάνιο και όταν τελείωσε, τον σκούπισε με την αγαπημένη του πετσέτα, του έβαλε ένα παιδικό μπουρνούζι και έκατσαν μαζί με τον πατέρα στο σαλόνι να δουν την αγαπημένη  τους σειρά στο βίντεο. Ο πατέρας κάθισε δεξιά, η μάνα αριστερά και ο Βλαδίμηρος στη μέση. Ήταν μόλις 25 χρονών.

Σαββάτο βράδυ. Η πλατεία “Ληστών” γεμάτη. Κόσμος πηγαινοερχόταν όπως πάντα στο πλακόστρωτο. Άλλοι απλά έκαναν γύρες και άλλοι, οι πιο φιλόδοξοι, είχαν επιδοθεί στην ανεύρεση άδειου τραπεζιού. Μια παρέα από μικρά αγόρια στη γωνία, είχε καρφωθεί σε δυο αγγλίδες που σουλατσάρανε και που τα λευκά φορέματα τους, δεν άφηναν πολύ χώρο στην φαντασία. Ο αρχηγός τους πήγε να τους μιλήσει με τα πενιχρά αγγλικά που γνώριζε, αλλά εκείνες του χαμογέλασαν και συνέχισαν τη βόλτα τους, ώσπου ένας ξυρισμένος/λαδωμένος τύπος με σχεδόν ανοιχτό πουκάμισο, ξεκίνησε το καμάκι με επιτυχία. Δυο-τρεις κάγκουρες στο πεντοφάναρο μαρσάριζαν με μανία, σπάζοντας τα νεύρα αρκετών. Αραιά και που, περνούσε και κανένα emo, προκαλώντας τα σχόλια των θεατών… “είσαι σαν την μνηστή του Frankenstein”  είπε εύστοχα ένας trendakias που καθόταν αραχτός σε ένα καναπεδάκι κάτω από τα βόλτα και η ροζ γκόμενα του γέλασε υπερήφανη. Πρέπει να ‘τανε σινεφίλ… η κοπέλα με το περίεργο κούρεμα, που για να βλέπει μπροστά της έπρεπε να γέρνει το κεφάλι της πίσω, λόγο της φράντζας, αποκαλύπτοντας έτσι τα καταγάλανα μάτια της, κρατήθηκε να μη γελάσει… ήταν από της αγαπημένες της ταινίες.

Την κοπέλα τη λέγανε Νανά και ήταν δεκαέξι χρονών, μικροκαμωμένη με βαριές δερμάτινες μπότες, μαύρο φουστάνι και ένα μαύρο λεπτό μακρυμάνικο μπλουζάκι που άφηνε το αφάλι της μαζί με την κατάλευκη μεσούλα της έκθετη. Απ’ το λαιμό της κρεμόταν μία ανάποδη πεντάλφα… λάθος το σύμβολο των HIM ήταν, το heartagram… φορούσε ακόμα ένα σωρό από περίεργα βραχιόλια στα χέρια. Είχε ένα σκουλαρίκι στο δεξί ρουθούνι και άλλα δέκα μοιρασμένα στα αυτιά. Την είχε πιάσει μια τρομερή φαγούρα στο κεφάλι από τη ζέστη σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες των υλικών διάπλασης εκκεντρικών χτενισμάτων, αλλά δεν τόλμησε να ξυστεί και να προσφέρει ευχαρίστηση στους γύρω της. Πιο πολύ βέβαια την έτρωγε το μουνί της που ήταν φρεσκοξυρισμένο… αλλά αυτό κι αν τολμούσε να ξύσει δημόσια… θα πήγαινε στον Τάκη, το αγόρι της ή κάτι τέτοιο, και ήθελε να κάνει εντύπωση…

Ο Βλαδίμηρος βγήκε έξω να πετάξει τα σκουπίδια… μια από τις ελάχιστες δραστηριότητες που του επέτρεπαν να βγαίνει από το σπίτι. Το σπίτι στο λόφο ήταν αρκετά απομονωμένο. Το μόνο κτίσμα εκεί κοντά ήταν μια εγκαταλειμμένη βίλα στο πίσω μέρος του δασώδους λόφου, λίγο πιο πάνω απ’ τη λίμνη. Στους πρόποδες του λόφου υπήρχαν μερικά σπίτια όπως αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με τις γειτονιές των προαστίων με τους ωραίους κήπους και τους καλούς γείτονες. Κάπου εκεί βρισκόταν και ένα video club… η άλλη αιτία που τον έκανε να βγαίνει στον έξω κόσμο. Αυτή ήταν η συμφωνία. Κάθε δεύτερη μέρα θα βγαίνει για να πετάει τα σκουπίδια και μια φορά τη βδομάδα θα νοίκιαζε μία ταινία. Ο κόσμος, έλεγαν οι γονείς του, ήταν αρκετά επικίνδυνος γεμάτος αδίστακτους κλέφτες και φονιάδες, μικρόβια και αρρώστιες, γυναίκες δολοφόνισσες και πειρασμούς μακριά από τον δρόμο του Θεού. Έτσι, καθώς ο κόσμος άρχισε να γίνετε ολοένα και πιο επικίνδυνος, σύμφωνα πάντα με τους γονείς του, αναγκάστηκαν να τον βγάλουν από το σχολείο, όταν πήγαινε ακόμα έκτη δημοτικού και να τον προστατεύουν στο σπίτι.

Φορούσε τις παντόφλες του, τις πιτζάμες του και από πάνω το μπουρνούζι του. Ο κάδος ήταν στα δέκα μέτρα από το πορτόνι του κήπου. Πέταξε τις δυο μαύρες πλαστικές σακούλες και καθώς γυρνούσε είδε κάτι να γυαλίζει μες  στο σκοτάδι… εκεί στην άκρη του δρόμου. Έκανε δυο βήματα και τότε αντίκρισε μια κασέτα πεταμένη στα χόρτα. Γονάτισε και την σήκωσε. Στο χάρτινο εξώφυλλο ήταν ζωγραφισμένο ένα παράξενο πρόσωπο με μούσια, μακριά μαλλιά και έναν αγκυλωτό σταυρό στο μέτωπο. Ήταν μια πρόχειρη ζωγραφιά με μαύρο στυλό.

Η εξώπορτα ακούστηκε να ανοίγει και η μάνα του βγήκε έξω ανήσυχη.

«Τι κάνεις τόση ώρα εκεί έξω νυχτιάτικα? Έχασες το δρόμο αγόρι μου?»

«Συγγνώμη μαμά. Αφαιρέθηκα.»  Απολογήθηκε ο Βλαδίμηρος ανοίγοντας το πορτόνι και κατευθυνόμενος προς το σπίτι.

«Μπες αμέσως μέσα και άλλη φορά να κλειδώνεις το πορτόνι.» Είπε αυστηρά η γυναίκα και πήγε να κλειδώσει…

Η Νανά ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι του Τάκη περίμενε πότε θα επιστρέψει από την τουαλέτα. Είχε μείνει με τα εσώρουχα… ένα μαύρο κιλοτάκι και ένα μαύρο φανελάκι που κάλυπτε το σχεδόν ανύπαρκτο στήθος της. Ποτέ της δεν συμπάθησε τους στηθόδεσμους αλλά πάντα ζήλευε τις κοπέλες με τα μεγάλα στήθη. Στα αγόρια αρέσουν τα μεγάλα βυζιά, σκεφτόταν συνέχεια και εκείνη ήθελε πολύ να αρέσει στα αγόρια. Κοίταξε μια αφίσα με την Jameson στον τοίχο… φορούσε μαύρα εσώρουχα και κρατούσε μια κιθάρα… την κρατάει λες και κρατάει κανέναν πούτσο… πάντως αν είχα ένα ζευγάρι από δαύτα θα έπεφταν όλοι στα πόδια μου, σκέφτηκε και χαμογέλασε στην ιδέα. Τι κάνει και ο άλλος ο μαλάκας εκεί μέσα… μινάρει? Μύρισε τις μασχάλες της να δει αν βρωμάνε… περπάτησε πολύ και με όλα αυτά που φορούσε είχε ιδρώσει αρκετά. Έξυσε το μουνί της με μανία καθώς την έπιασε μια τρομερή φαγούρα πάλι… ούτε μουνόψειρες να ‘χα…

Παρατηρούσε το δωμάτιο… της άρεσαν οι αφίσες στους τοίχους, αν και κάπως ξεθωριασμένες. Ειδικά αυτή με τον Morrison να είναι καταζητούμενος είχε γίνει κώλος. Η ηλεκτρική κιθάρα του Τάκη ήταν ακουμπισμένη στο γραφείο δίπλα στην ντουλάπα. Έγραφε πάνω Dean και είχε και δυο φτεράκια. Πρέπει να ήταν ακριβή σκέφτηκε αλλά ποτέ δεν μου ‘παιξε κάτι. Όταν την πρωτοείδε πριν δυο βδομάδες που πήγε πρώτη φορά εκεί, πολλά πέρασαν από το μυαλό της… μέχρι πως θα της έγραφε και τραγούδι, που θα γινόταν τρελή επιτυχία σαν το Angie ή το Julia. Τώρα θυμήθηκε ξανά αυτές τις σκέψεις και μαζί θυμήθηκε και το τραγούδι του Ρακιντζή, αυτό που λεγόταν Νανά… το είχε ακούσει πρώτη φορά από έναν μεγαλύτερο φίλο της που της το τραγουδούσε όποτε την έβλεπε… Μα είναι τόσο καλή… η μικρή μου η Νανά… που έχει μάτια γαλανά… μα ποτέ κανείς δε θέλησε να τα προσέξει…

Η πόρτα με την αφίσα των Motorhead άνοιξε προς τα μέσα και ο Τάκης μπήκε στο δωμάτιο. Δεν φορούσε μπλούζα και οι γυμνασμένοι κοιλιακοί του σε συνδυασμό με το μαλλί του που της θύμιζε τον Ville Valo, την ερέθιζε αρκετά. Είχε και tattoo. Κάτι tribal παπαριές κάτω από τον αφαλό, αλλά καλυπτόταν αρκετά από τις πυκνές του τρίχες, πράγμα που δεν της άρεσε καθόλου.

«Άργησα? Δεν άργησα.»

«Τι έκανες τόση ώρα? Έπαιζες το πουλάκι σου?»

«Και αν σου πω ναι τι θα κάνεις? Θα με τιμωρήσεις?» Η Νανά χωρίς δεύτερη κουβέντα σηκώθηκε από το κρεβάτι και του ξεκούμπωσε το μαύρο τζιν που φορούσε… το κατέβασε και είδε αμέσως τον πούτσο του να σηκώνετε αυτόματα μέσα από το σώβρακο. Εκείνος την έριξε στο κρεβάτι και ξάπλωσε από πάνω της ανοίγοντας της τα πόδια… το γαμηστήρι του, καθώς ήρθε σε επαφή με τη ζεστασιά που έκρυβε η Νανά ανάμεσα απ’ τα πόδια της, δάκρυσε από συγκίνηση. Η σπηλιά της Νανάς άρχισε να δακρύζει και αυτή με μια μικρή καθυστέρηση. Της έβγαλε το φανελάκι και άρχισε να της γλύφει τις ρώγες καθώς εκείνη αναστέναζε και του έμπηγε τα νύχια της στην πλάτη. Κατέβασε το χέρι της χαμηλά και του έπιασε τα τριχωτά του παπάρια… τα έσφιξε… τα έσφιξε πολύ…

«Ηρέμησε… γιατί τα πέρασες? Πονάνε…» διαμαρτυρήθηκε ο Τάκης και εκείνη θυμήθηκε τις φορές που την είχε πονέσει εκείνος και συνέχισε να τα σφίγγει. Ανέβηκε εκείνη από πάνω ζεσταίνοντας του τον κρεάτινο σωλήνα. Ελευθέρωσε τον πούτσο του από το σώβρακο και κατευθείαν τον έβαλε στο στόμα της. Τον έγλυψε, τον ρούφηξε, τον πιπίλησε για κάνα δίλεπτο ώσπου ο Τάκης την άρπαξε και την έβαλε πάλι κάτω. Πήγε να της σκίσει την κιλότα μα το μόνο που κατάφερε ήταν να την πονέσει και να φάει ένα γερό βρίσιμο… «καλά μαλάκας είσαι? Θα φύγω χωρίς κιλότα?» αλλά δεν το συνέχισε γιατί ήθελε πολύ να γαμηθεί και ο Τάκης είχε ταλέντο. Κατέβασε μόνη της την κιλότα της και εκείνος μπήκε μέσα της με φόρα… «καλά είσαι τελείως μαλάκας? Τι το πέρασες το μουνί μου?» εκείνος απολογήθηκε μουγκρίζοντας χωρίς να σταματήσει το έργο του… μετά από πέντε λεπτά τον έβγαλε και τελείωσε στην κοιλιά της.

«Σοβαρολογείς?»

«Όπως βλέπεις…»

«Τελικά είσαι πράγματι μαλάκας… προτιμάς να μινάρεις στο μπάνιο παρά να γαμάς εμένα.»

«Τι λες μωρέ βλαμμένο? Τι σε έπιασε?»

«Πως με είπες ρε γρηγορογαμίκουλα?»

«Δεν πας να γαμηθείς λέω εγώ…»

«Αυτό ήθελα ρε μαλάκα, αλλά εσύ μόνο να τον παίζεις είσαι ικανός και να λες μαλακίες για ρίχνεις μικρούλες στο κρεβάτι σου… παλιαρχίδι.»

«Δεν σου κακόπεσε όμως. Όταν βόγκαγες προχτές που σε ‘σκισα ήτανε καλά.»

«Προσποιούμουνα ρε μιναρίτα, μπας και σου σηκώνετε που και που για να με γαμήσεις. Έτσι εξηγείτε που δεν έχεις ποτέ μόνιμη γκόμενα ρε μαλάκα… έτσι όπως γαμάς καλύτερα να γινόταν όλες λεσβίες… άχρηστε παπάρα που νομίζεις πως είσαι και κάποιος… κοιτάξτε ρε έναν γαμιά με το μικρό του το ψωλάκι που ούτε σε ξύστρα δεν εφαρμόζει…» Τις τελευταίες της λέξεις της ακολούθησε ένα δυνατό χαστούκι που της ήρθε ξώφαλτσο και που την άφησε άφωνη. Μετά από ένα βουβό λεπτό που ακολούθησε, η Νανά βρέθηκε στο διάδρομο της πολυκατοικίας ολόγυμνη με τα ρούχα της πεταμένα στο πάτωμα. Έβαλε τα κλάματα. Δεν μπορούσε να βρίσει άλλο και αυτή η φαγούρα δεν έλεγε να σταματήσει. Τα μαλλιά της είχαν γίνει κώλος και το μακιγιάζ της μουνί. Η κοιλιά της είχε ακόμα σπέρμα… Ήξερε πως το παρατράβηξε, αλλά στο γαμήσι είχε κάποιες απαιτήσεις που αν δεν τηρούταν από τους συντρόφους της γινόταν ανεξέλεγκτα επιθετική άθελα της. Ήταν και ο Τάκης μαλάκας έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε στην προσπάθεια της να δικαιολογηθεί. Άρχισε να ντύνετε πριν τη δει κανείς…

Ο Βλαδίμηρος είχε πάει για ύπνο στο δωμάτιο του, που είχε την ίδια μωρουδίστικη διακόσμηση εδώ και 25 χρόνια. Τον είχε πάρει ο ύπνος όταν άκουσε και πάλι τις φωνές. Τις άκουγε κάθε βράδυ. Του θύμιζαν τους ήχους που έβγαζαν από τα σάπια στόματα τους οι νεκροζώντανοι στις ταινίες που έβλεπε. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, θυμάται και αυτές τις φωνές. Καμιά φορά σταματούσαν για κάνα δυο μέρες αλλά ποτέ δεν είχαν πάψει για περισσότερο. Η μάνα του έλεγε πως είναι μέσα στο κεφάλι του και πως αν διαμαρτυρηθεί ξανά θα τιμωρηθεί σκληρά.

Καθώς στριφογυρνούσε προσπαθώντας να αποκοιμηθεί, ένοιωσε κάτι σκληρό στην κοιλιά του. Τότε θυμήθηκε την κασέτα… την είχε κρύψει στη τσέπη της πιτζάμας. Σηκώθηκε προσεκτικά και την έβαλε στο μικρό κασετόφωνο που είχε στο κομοδίνο, αφού έβγαλε πρώτα την κασέτα με τον Νταλάρα που του είχε χαρίσει η μάνα του στα γενέθλια του. Πάτησε το play αφού πρώτα χαμήλωσε τελείως την ένταση και η κασέτα άρχισε να γυρίζει. Δυνάμωσε λίγο τη φωνή και κόλλησε το αυτί του στο μεγάφωνο. Το μυαλό του σταμάτησε και άρχισε να παίρνει ανάποδες στροφές (σαν τις στροφές που θα έπαιρνε η κασέτα αν τη γύριζε στην αρχή) και η καρδιά του πάγωσε απ’ αυτό το πρωτάκουστο άκουσμα που άκουσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει και πολύ τους στίχους, εξαιτίας τόσο της χαμηλής έντασης, όσο και της γνώσης του σε αυτήν την ξένη διεφθαρμένη γλώσσα. Όμως κάτι ήταν εκεί μέσα στην ταινία που γύριζε, κάτι που δεν μπορούσε να το χαρακτηρίσει με τα λόγια που είχε μάθει ως τώρα.

Όταν η κασέτα τελείωσε, έστεκε ακόμα εκεί κολλημένος στο μαγνητόφωνο αποχαυνωμένος, ώσπου να καταλάβει δεκαεφτά λεπτά αργότερα ότι η κασέτα είχε σταματήσει. Όταν δοκίμασε να σηκωθεί κόντεψε να σωριαστεί στο πάτωμα απ’ την ζαλάδα. Κατάφερε με κόπο να κάτσει στο κρεβάτι του και να πάρει στα χέρια του το εξώφυλλο που είχε η κασέτα. Ήταν ένα κομμάτι χαρτί που κάποιος το χε ζωγραφίσει με αυτήν την παράξενη μορφή που του θύμιζε κάποιον μεσσία. Το γύρισε ανάποδα μπας και δει κάτι γραμμένο αλλά τίποτα. Μόνο αυτό το πρόσωπο με τα μάτια που μπορούσαν να σε υπνωτίσουν με την ίδια ευκολία που υπνώτισαν τον Βλαδίμηρο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του ύστερα από μισή ώρα αποχαυνωμένης παρατήρησης, με τους λιγοστούς, σκόρπιους στοίχους που είχε κρατήσει (λέμε τώρα) από ένα τραγούδι, να γυρίζουν στο χωρίς λαιμό κεφάλι του.amechanicalmandobestIcanI have… family… mechanical boy… mother’s toy… play at backyard sometimes… mechanical boy… past is illusion… confusion, The future… confusion… illusion… I had a little monkey… sent it to country… fed him on… … a choo-choo knocked my monkey coo-coo… my monkey is dead…

Ο Τάκης ήταν 21 χρονών και τα πρωινά την έβγαζε συνήθως έξω από κάνα λύκειο προσπαθώντας να ψαρέψει κοριτσάκια. Τώρα που ήταν καλοκαίρι, τριγυρνούσε στο “Ληστών” τα πρωινά για τον παραπάνω λόγο και πάλι. Είχε αδυναμία στις παρθένες, μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε πέσει έξω. Η Νανά ήταν αρκετά προχωρημένη για την ηλικία της και είχε και πολλές απαιτήσεις στο κρεβάτι… Τα μεσημέρια ο Τάκης την έβγαζε στο γυμναστήριο και τα βράδια τραγουδούσε που και που σε κάνα μαγαζί. Εκείνος βέβαια διατυμπάνιζε πως είχε συγκροτήματα και πως θα έβγαζε σύντομα και δίσκο… Όλες του οι δραστηριότητες είχαν ως σκοπό το κυνήγι του σχολικού μουνιού. Τώρα την είχε δει ελαφρώς gothic, πράγμα αρκετά γελοίο για κάποιον που τον λένε Τάκη, αλλά έτσι έριχνε εύκολα τις κοπέλες που αυτοαποκαλούταν ψαγμένες και ώριμες καθώς και τις emo, gothic κτλ εξωτερικού, δηλαδή αυτές που ήταν trendy καμουφλαρισμένες. Φαινόταν αρκετά γυμνασμένος και το καλοκαίρι φούσκωνε τα μπράτσα του μυστηριωδώς. Έμενε σε μια γκαρσονιέρα στην πόλη, δώρο των γονιών του που ήταν μασόνοι. Του είχαν αγοράσει στα τελευταία του γενέθλια και έναν πολλών κυβικών μουνομαγνήτη… έτσι αποκαλούσε ο Τάκης τις μηχανές του μπροστά στους φίλους του. Αλλά τώρα για τον Τάκη θα μιλάμε…

Τρεις ώρες φροντιστήριο τη μέρα είναι αρκετά βάρβαρο το καλοκαίρι, ειδικά τις απογευματινές ώρες και ειδικά σήμερα για τη Νανά. Η πείνα επίσης που της έφερνε ένα αίσθημα σαν τάση για εμετό ήταν εξίσου ενοχλητική, ειδικά όταν ήξερε ότι έχει ακόμα δύο ώρες αρχαία χωρίς διάλειμμα. Σήμερα δεν έφτιαξε τα μαλλιά της. Δεν είχε καμία διάθεση να κάθετε μία ώρα στον καθρέφτη μετά την προχθεσινή της ταπείνωση. Η Νανά σήμερα έμοιαζε περισσότερο με gothic παρά με emo. Με τα (βαμμένα) κατάμαυρα μαλλιά να χύνονται στους ώμους της, απελευθερωμένα από τα δεσμά των συνθετικών, ένοιωθε σίγουρα λιγότερη φαγούρα από χθες. Μπορεί η σχέση της με τον Τάκη να περιορίστηκε μόνο σε μερικές μυστικές συνουσίες της συμφοράς, αλλά δεν της άρεσε καθόλου να την ταπεινώνουν. Ας πρόσεχα, σκέφτηκε ήθελα να πουλήσω μούρη… να έχω γκόμενο με συγκρότημα… συγκρότημα της πούτσας… πάρ’ τα τώρα μωρή μαλάκο… αυτό το αρχίδι ο Τάκης θα κοκορεύεται τώρα στους φίλους του που με γάμησε και με πέταξε έξω ξεβράκωτη… ο καριόλης…

«Με προσέχεις καθόλου?»

«Εεεε… ναι, ναι…»

Το χέσιμο το καλοκαίρι ήταν ανέκαθεν φριχτό βασανιστήριο για τους δυσκοίλιους και σήμερα ειδικά για τον Βλαδίμηρο, που είχε να βγάλει κάτι εδώ και τέσσερις μέρες… και είχε πολλά να βγάλει. Το μέχρι σκασμού φαγητό ήταν υποχρεωτικό από τη γέννηση του και τώρα πλέον, δυόμισι δεκαετίες μετά, το είχε συνηθίσει και το απολάμβανε αδιαμαρτύρητα. Πάλι καλά που ήταν μόνο 110 κιλά. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπο του στο περιοδικό με το εβδομαδιαίο πρόγραμμα που κρατούσε. Η φωτογραφία της Μαρίας της άσχημης απέκτησε μια κηλίδα ιδρώτα στο πρόσωπο.

Ο Βλαδίμηρος σκούπισε το μέτωπο του προς τα πίσω χτενίζοντας προς τα πίσω τις αραιές ξανθές του μπούκλες. Μόλις κοίταξε ξανά το περιοδικό είδε το μουσκεμένο πρόσωπο της άσχημης Μαρίας και το μυαλό του δημιούργησε τους πιο παράλογους συνειρμούς. Του φαινόταν πάντα υπερβολικά όμορφη… ίσως γιατί ήταν από τις λίγες σειρές της σύγχρονης τηλεόρασης που τον άφηνε η μαμά του να βλέπει και είχε πέσει και αυτός θύμα της αλλόκοτης γοητείας. Τα επόμενα 33 δευτερόλεπτα του έδωσε να καταλάβει ώσπου η διαπεραστική φωνή της μάνας του…

«θα τυφλωθείς! Σταμάτα αμέσως να κάνεις αυτήν την ποταπή πράξη! Σε διατάζω! Βλαδίμηρε. Σε διατάζω να σταματήσεις!»

«Συγνώμη μητέρα» απολογήθηκε εκείνος κοιτώντας το μάτι που τον παρακολουθούσε από την κλειδαρότρυπα.

«Έτσι και σε ξαναδώ να κάνεις αυτό το απαίσιο πράγμα θα σου κόψω το πουλάκι και θα το πετάξω στις κότες του Τζέμου!»

«Συγνώμη… δεν θα το ξανακάνω…» είπε ο Βλαδίμηρος και ίσως για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, έδειξε σημάδι τσαντίλας στην απολογία του. Σηκώθηκε από τη λεκάνη κρατώντας το περιοδικό με τη φωτογραφία της αγαπημένης του και πήγε στην γωνία του μπάνιου, αριστερά από την πόρτα. Εκεί ήταν ένα μέρος που δεν μπορούσε να τον δει ο μεγάλος αδελφός… γράψε λάθος… που δεν μπορούσε να τον δει η μητέρα του. Εκεί λοιπόν συνέχισε το κατάπτυστο έργο του που όταν τελείωσε, η Μαρία είχε αποκτήσει νέους παχύρρευστους λεκέδες. Ένοιωσε ελεύθερος, ένοιωσε πως πετούσε. Φαντάστηκε τον εαυτό του και την άσχημη στη γωνία του μπάνιου να φιλιούνται και να αλληλοχουφτώνονται με μανία μακριά από τον παντεπόπτη οφθαλμό. Μεταφέρθηκαν σε ένα λιβάδι, σαν αυτό στο μικρό σπίτι στο λιβάδι, και κυλιόταν στο γρασίδι ενώ φιλιότανε παθιασμένα. Της έπιανε τον κώλο και ήταν τόσο σφιχτός σαν τον ζυμαρούλη πριν μπει στον φούρνο. Το στήθος της στη χούφτα του, το αισθανόταν σαν ένα σάκο με καυτή άμμο. Το πρόσωπο του είχε ένα χαμόγελο πρωτόγνωρης ελευθερίας η οποία άρχισε να εξαφανίζετε λίγα δευτερόλεπτα μετά τη βίαιη είσοδο της μάνας του στην τουαλέτα και μετά από τα πρώτα χτυπήματα με το δερμάτινο λουρί…

Όταν επιτέλους τα αρχαία τελείωσαν, η Νανά κατέβηκε σχεδόν τρέχοντας τις σκάλες για να γλιτώσει από την αγάμητη καθηγήτρια της και την εφιαλτική πολυκατοικία που έμοιαζε με προέκταση του εαυτού της. Σχεδόν υπνωτισμένη από την πείνα περπάτησε μέχρι την ψησταριά του θεσσαλονικιού, πήρε μια λαχταριστή πίτα με γύρο κι απ’ όλα και συνέχισε το δρόμο της. Στο στενό δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι της πάτησε ένα πλαστικό αντικείμενο και το άκουσε να σπάει. Ήταν μια κασέτα. Την σήκωσε με το ελεύθερο της χέρι. Την έβαλε στην τσέπη και δάγκωσε την τελευταία μπουκιά της πίτας. Πέταξε στον κήπο του γείτονα το γεμάτο σάλτσες περιτύλιγμα και έβγαλε τα κλειδιά της και άνοιξε.

Το σπίτι ήταν άδειο. Στο ψυγείο βρήκε ένα σημείωμα απ’ τη μάνα της που έγραφε πως θα κοιμηθεί στον Κώστα απόψε και να βολευτεί με ότι υπήρχε στο ψυγείο. Η Νανά έριξε μια ματιά στο ψυγείο, έτσι για να βεβαιωθεί πόσο κλασμένη την είχε. Και πράγματι, εκτός από ένα κουτί γάλα που κάποτε ήταν φρέσκο, κάτι χαλασμένα φρούτα και ένα μισοφαγωμένο γιαούρτι δεν υπήρχε τίποτα. Ευτυχώς που ήταν κι ο πατέρας της κάποτε ζωντανός και στραβώθηκε και την παντρεύτηκε. Είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας. Η μάνα της ερωτεύτηκε τρελά την πολύ μεγάλη του περιουσία και σε ένα χρόνο, τον παντρεύτηκε, γκαστρώθηκε και έμεινε χήρα την ώρα που ίδρωνε από πάνω του.

Πήγε στο στερεοφωνικό του σαλονιού, έβγαλε την κασέτα από την σπασμένη θήκη και την έβαλε μέσα. Το εξώφυλλο που ήταν ένα κομμάτι χαρτί ζωγραφισμένο στο χέρι, είχε μια γνώριμη άσπρη νεκροκεφαλή, με μαύρο φόντο. Το κοίταξε μπάντα κι άλλη, αλλά δεν έγραφε τίποτα. Την γύρισε στην αρχή και την έβαλε να παίζει σχεδόν στο τέρμα… το πρώτο κομμάτι ήταν τόσο δυνατό και γρήγορο που την άφησε με μια έκφραση αποχαύνωσης… diediediemydarlingκαμιά σχέση με τους tokyo motel και τα άλλα gay συγκροτήματα που άκουγε ως τώρα. Στο δεύτερο τραγούδι έπιασε τον εαυτό της να χοροπηδάει και να χτυπιέται στο σαλόνι… weare 138… weare 138… weare 138… στο τρίτο τραγούδι είχε μουσκέψει απ’ τον ιδρώτα και πέταξε την μπλούζα της στο πάτωμα χωρίς να σταματήσει να χτυπιέται σαν βουρλισμένο… Mommy, canIgooutandkilltonightμέχρι το τέλος της κασέτας είχε καταναλώσει όλη την ενέργεια που της είχε απομείνει για σήμερα και έπεσε στο πάτωμα ξερή και αποκοιμήθηκε…

Ο Βλαδίμηρος περπατώντας στις μύτες των χοντρών του ποδιών, έφτασε ως την κουζίνα. Ο πατέρας του και η μάνα του ήταν καθισμένοι στο τραπέζι. “Πρέπει να τελειώνουμε μ’ αυτόν απόψε” είπε η μάνα του και ο πατέρας συμφώνησε, “αν μας καταλάβει τη γαμήσαμε. Αλλά είναι τόσο ηλίθιος που δεν πρόκειται να το προσέξει ποτέ” και ξέσπασαν και οι δύο σε φριχτά γέλια. Ο Βλαδίμηρος που παραμόνευε από την άκρη του τοίχου, σκούντησε με μια άγαρμπη κίνηση το βάζο απ’ το τραπεζάκι και αυτό προσγειώθηκε στο πάτωμα σε 138 κομμάτια. Οι γονείς του αμέσως σηκώθηκαν… “Καλώς τον γιο μας τον μονάκριβο” είπαν ταυτόχρονα και ξέσπασαν ξανά σε γέλια. Τότε ο Βλαδίμηρος κοίταξε την κοιλιά της μάνας του και την είδε τόσο φουσκωμένη, λες και ήταν στον ενδέκατο μήνα. Μετά κοίταξε τα στόματα… “Χριστέ μου” είπε. Είχαν δυο σειρές από σουβλερά δόντια και γλώσσες ερπετού. Τα νύχια τους άρχισαν να μακραίνουν τόσο πολύ που έμοιαζαν με μαχαίρια. Το βλέμμα του τώρα έπεσε στο ραδιόφωνο στο τραπέζι. Ήταν το δικό του ραδιόφωνο, μόνο που τώρα φάνταζε σαν το μοναδικό όπλο που θα μπορούσε να χρειαστεί άνθρωπος για να αντιμετωπίσει δυο τέρατα σαν και τούτα. Τους απέφυγε με δυο ελιγμούς και το άρπαξε. Άρχισε να τους χτυπάει μανιασμένα και καθώς τα χτυπήματα διέλυαν τα κεφάλια τους θαρρείς και ήταν από τσόφλι, πατήθηκε το play και ακούστηκε στο τέρμα η κασέτα… dontdoanythingillegal… ξεκινούσε το κομμάτι και ο Βλαδίμηρος συνέχισε να χτυπάει βίαια τα κεφάλια μέχρι που δεν έμεινε τίποτα απ’ αυτά… μόνο αίμα παντού. Ένα μαϊμουδάκι μπήκε ξαφνικά μέσα στην κουζίνα και άρχισε να χορεύει σαν μαστουρωμένο. Εκείνος το πλησίασε και αυτό του έδειξε την κοιλιά στο πτώμα που ήταν κάποτε η μάνα του. Οι φωνές που άκουγε τόσα χρόνια… ερχόταν τώρα από εκεί μέσα. Άρχισε να φουσκώνει κι άλλο, ώσπου δεν έπαιρνε άλλο. Έσκασε σκορπίζοντας σάρκες και αίματα παντού. Από την κοιλιά ξεπηδούσαν μωρά ζόμπι που γρύλιζαν και τότε τα πάντα πάγωσαν. Ο Βλαδίμηρος άρχισε να πέφτει με τόση φόρα, σαν να κατέβαινε με μια τσουλήθρα στην κόλαση, για να προσγειωθεί στο κρεβάτι του, απ’ όπου και ξύπνησε…

Ήταν πολύ νωρίς. Ο πατέρας του δεν είχε φύγει ακόμα για δουλειά. Πάλι άκουγε τα ζόμπι, όπως συνήθιζε να λέει τις φωνές στο κεφάλι του και του ήρθε στο μυαλό ακόμα πιο έντονα ο εφιάλτης και τα μωρά και του ήρθε και η γεύση του εμετού στο στόμα αλλά το συγκράτησε. Το μισό βράδυ το είχε περάσει ακούγοντας την περίεργη κασέτα και ήξερε πως κάπως σχετιζόταν τα τραγούδια με τον εφιάλτη που είδε. Ένοιωθε μίσος και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Μίσος προς ποιον όμως?

Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, φόρεσε τα ρούχα που του είχε διαλέξει η μαμά του χθες το βράδυ και πήγε να φάει πρωινό. Στο τραπέζι κοιτούσε κάθε τόσο την κοιλιά της μάνας του, μήπως δει κάτι περίεργο, αλλά τίποτα. Συνέχισε πάντως να την παρατηρεί κάθε τόσο…

Τα μπάνια στη θάλασσα για τη Νανά ήταν απαγορευμένη διασκέδαση. Πρώτον γιατί τα μαλλιά της θα χάλαγαν και δεύτερον γιατί δεν ήξερε να κολυμπάει. Μέχρι πέρσι που δεν ήταν emo περιοριζόταν σε καμιά βουτιά στα ρηχά αραιά και που, όταν έκανε ανυπόφορη ζέστη. Απ’ το Χειμώνα και μετά το πείρε απόφαση πως τελείωσαν τα μπάνια για το υπόλοιπο της ζωής της, αφού πλέον είχε βρει αυτό που αναζητούσε. Ήταν πια emo και θα παρέμενε για όλη της τη ζωή.

Αυτά μέχρι χτες. Σήμερα είχαν περάσει 12 ώρες απ’ τη στιγμή που άκουσε την κασέτα. Το punk είχε μπει μέσα της. Δεν ήξερε μέχρι χτες τι ήταν, αλλά σήμερα μόλις σηκώθηκε από το πάτωμα νωρίς το πρωί, έτρεξε πάνω στο δωμάτιο της και πληκτρολόγησε κάποιους στοίχους στο internet και έμαθε πως οι Misfits της άλλαξαν τη ζωή! Μετά  ανακάλυψε τους Sex Pistols, Ramones, Dead Kennedys, Black Flag και δεν συμμαζεύετε… και όλα αυτά σε ταχύτητα road runner. Η emo Νανά ήταν πλέον παρελθόν. Άκουσε τραγούδια που είχαν αρχίδια και αποφάσισε να σκίσει τις αφίσες από τα άλλα τα αρχίδια στον τοίχο. Δεν το πίστευε. Ήξερε πια πως για την υπόλοιπη ζωή της θα ήταν… punk! Προς το παρόν ήθελε να πάει στο video club και να αγοράσει την αφίσα των Misfits με την νεκροκεφαλή. Θυμήθηκε γιατί της φάνηκε γνώριμη αυτή η νεκροκεφάλα… την είχε δει πρώτη φορά στο video club της γειτονιάς, την ώρα που έψαχνε για αφίσες των tokyo hostel. Φόρεσε λοιπόν το πιο λιωμένο τζιν που βρήκε και ένα μαύρο ξώκοιλο μπλουζάκι, ενώ τα μακριά μαλλιά της τα άφησε απείραχτα και σήμερα από χημικές ουσίες. Πήρε λεφτά και έτρεξε έξω με ένα πρωτόγνωρο χαμόγελο για τα δικά της δεδομένα…

Το video club ήταν άδειο εκτός από την υπάλληλο και έναν περίεργο, χοντρό τύπο με αραιά ξανθά μαλλιά που έψαχνε στις ταινίες τρόμου. Η Νανά μπήκε μέσα με φούρια και άρχισε να ψάχνει σαν τρελή τις αφίσες. Δεν την έβρισκε πουθενά και άναψε ακόμα περισσότερο στην ιδέα ότι είχε πουληθεί και κάποιος μαλάκας την είχε στον τοίχο του. Ιδρώτας έσταζε πάνω στις ζελατίνες. Είχε κοκκινίσει τόσο πολύ που μια έκρηξη θα μπορούσε να είναι ένα σοβαρό ενδεχόμενο. Δεν άργησε να έρθει βέβαια, διαφορετικά δεν θα το ‘γραφα… την ώρα που κατευθυνόταν τυφλή από θυμό προς την κοπέλα του μαγαζιού, συγκρούστηκε με ένα ιδρωμένο γουρούνι, όπως τον απεκάλεσε δευτερόλεπτα αργότερα, που πήγαινε προς την ίδια κατεύθυνση.

«Ρε μαλάκα, δεν βλέπεις που πας?» Εκείνος δεν αποκρίθηκε. Της φάνηκε σαν καθυστερημένος. Είχε κοκκινίσει αυτόματα και έσκυψε να μαζέψει την ταινία που του ‘πεσε στο πάτωμα.

«Σου μιλάω ρε βρωμερό γουρούνι. Ούτε συγνώμη δε λες?»

«Σε παρακαλώ να μιλάς καλύτερα. Εδώ δεν είναι σπίτι σου.» Είπε εξαγριωμένη η υπάλληλος.

«Άντε γαμήσου και εσύ μωρή μαλάκο.»

«Τσακίσου έξω ρε κακομαθημένο σκατόπαιδο. Και να μην ξαναπατήσεις εδώ.» Είπε η υπάλληλος, έτοιμη για ένοπλο αγώνα.

«Γαμώ τον Χριστό σας εδώ μέσα. Μια αφίσα ήθελα γαμώ το κωλομάγαζο σας και γαμώ την Παναγία σας» και έφυγε εξαγριωμένη έξω βλαστημώντας. Για μια ακόμα φορά σε αυτό το παραμύθι, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα νεύρα της. Όταν ήθελε κάτι και δεν μπορούσε να το ‘χει άμεσα, καλύτερα να μην βρισκόσουνα μπροστά της.

«Τι θες και συ?» Ούρλιαξε η πωλήτρια στο αμίλητο γομάρι    «Καθυστερημένος είσαι?»

«Όχι… με λένε Βλαδίμηρο… Βλαδίμηρο Καραγιάννη.»

Η Νανά σχεδόν την ίδια στιγμή που έκλεινε πίσω της η πόρτα είχε είδη μετανιώσει για την συμπεριφορά της, αλλά τώρα σκέφτηκε είναι αργά. Να μπω μέσα να ζητήσω συγνώμη? Έγινα που έγινα ρεντίκολο, τώρα να ‘μπαινα και μέσα να απολογηθώ θα με περνούσαν για τελείως βουρλισμένο. Ας περιμένω τουλάχιστον τον χοντρό να του ζητήσω συγνώμη… αλλά μπα… ας την κάνω καλύτερα… αν και δεν φταίω εγώ, αυτός μου έριξε ένα σμπούκιο σαν να συγκρούστηκα με το τραμ το τελευταίο. Δε γαμιέται… πάω να μορφωθώ στο internet.

Φτάνοντας στο σπίτι πέντε λεπτά αργότερα, βρήκε απ’ έξω και το ποζεροαυτοκίνητο του Κώστα, του επόμενου χρηματικού στόχου της μάνας της. Δεν είχε ιδέα τι μάρκα ήταν αλλά ήταν σίγουρη πως μ’ αυτό αγόραζες σπίτι. Τον κωλόγερο, είπε μέσα της, έτσι βγάζει γκόμενες…

Ξημερώματα… Ο Βλαδίμηρος στριφογυρνάει στο κρεβάτι του μη μπορώντας να κοιμηθεί. Σκεφτόταν ότι τα χρόνια περνάνε γρήγορα. Τώρα θα μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του άντρα, όμως ήξερε ότι δεν ήταν. Όταν ερχόταν σε επαφή με τον έξω κόσμο καταλάβαινε πως το κοιτούσαν όπως κοιτούσαν αυτούς τους Amish σε ένα δοκιμαντέρ που είχε δει κάποτε. Κάτι του φράζει το δρόμο, κάτι τον εμποδίζει να μεγαλώσει και να ζήσει σαν τους άλλους… Σήμερα είχε τόσα πολλά νεύρα για ότι είχε συμβεί και στο video club… κατάλαβε πως του ήταν αδύνατο να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ακόμα και από ένα μικρό κορίτσι…

Στέκεται ανάσκελα με τα μάτια καρφωμένα στο ξύλινο ταβάνι. Προσπαθεί να θυμηθεί τι έκανε χθες, τι έκανε προχθές, τι έκανε τον τελευταίο καιρό… τίποτα. Ένα μεγάλο ΤΙΠΟΤΑ! Το πιο σημαντικό που του είχε συμβεί τα τελευταία χρόνια ήταν αυτή η κασέτα και ο τύπος με τα μούσια που προσπαθούσε να του δείξει πράγματα που δεν μπορούσε να αντιληφθεί. Και κάτι άλλο… Ήταν σίγουρος πως οι φωνές που ακούει και αυτή τη στιγμή ακόμα, είναι υπαρκτές και όχι δημιουργήματα του άρρωστου μυαλού του, σαν τους τρελούς στις ταινίες. Εδώ ήταν άλλη ταινία σκέφτηκε. Εδώ κάτι συμβαίνει… όχι… εδώ δεν είναι ταινία. Είναι η ζωή μου και κάτι συμβαίνει… “ποια είναι?” Είπε μια φωνή που αυτή τη φορά ήταν πράγματι απ’ το κεφάλι του.

Τότε συνειδητοποίησε για πρώτη ίσως φορά μέσα σε δυόμισι δεκαετίες, ότι δεν ζούσε στην πραγματικότητα εκείνος αλλά «αυτοί». Ο … δεν έζησε ποτέ. Ο ποιος? «αλήθεια πως με λένε?»  Εκείνη ήταν η πρώτη φορά στη ζωή (του?) που απέκτησε συνείδηση της ύπαρξης του! Ποιοι ήταν «αυτοί» που του έκλεβαν τη ζωή τόσα χρόνια? Ποιοι ήταν εκείνοι που τον μετέτρεψαν σε ένα μηχανικό αγόρι όπως στο τραγούδι? Ήταν αυτοί που τον έκοψαν απ’ το σχολείο και απ’ τους παιδικούς του φίλους. Ήταν αυτοί που τον έκλεισαν στο σπίτι και τον εμπόδισαν να κάνει οτιδήποτε στη ζωή του. Αυτοί που ακόμα και τώρα τον έκαναν μπάνιο, την στιγμή που σε όλα τα έργα οι άντρες στην ηλικία του έκαναν μπάνιο μόνοι τους!

Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι. Είχε ιδρώσει και ήξερε ότι δεν ήταν από τη ζέστη. Θυμήθηκε μια φράση. Μια φράση που είχε ακούσει αρκετές φορές στη ζωή του. «Εδώ μέσα είναι η ζωή σου. Αφού έχεις εμάς. Τι να πας να κάνεις εκεί έξω?» Το βλέμμα του στράφηκε προς την πόρτα. Το κεφάλι του βομβαρδιζόταν από αναμνήσεις.

Από τότε που θυμόταν τον εαυτό (του) «αυτοί» αποφάσιζαν για τη ζωή (του)… τι φαγητό του αρέσει, τι θα δει στην τηλεόραση, τι θα φορέσει, πότε θα μιλάει, πότε θα το βουλώνει, τι θα γίνει όταν ή άμα μεγαλώσει…

Προχώρησε ξυπόλητος προς την πόρτα που ήταν πάντα ανοιχτή, βγήκε στο διάδρομο και συνέχισε την πορεία του. Το πρόσωπο του ήταν χλωμό και ιδρώτας έσταζε στις καλοκαιρινές του πιτζάμες. Είχε μια έκφραση ανατριχιαστική μα ταυτόχρονα αποφασιστική. Τα βήματα του ακουγόταν στο ξύλινο πάτωμα, σαν μονότονη πένθιμη μελωδία που σε συνδυασμό με τις φωνές που είχαν λυσσάξει σήμερα, έφτιαχναν την πιο αρρωστημένη μουσική σύνθεση! Έφτασε στην εξώπορτα ξεκλείδωσε και βγήκε έξω. Κατέβηκε τα σκαλάκια της βεράντας και κατευθύνθηκε προς την μικρή ξύλινη αποθήκη του κήπου. Μπήκε μέσα. Εκεί, στο λιγοστό φως της νύχτας, το αντίκρισε…

Ο Βλαδίμηρος άρπαξε το τσεκούρι, το κράτησε με τα δυο του χέρια και το κοίταζε. Καθώς το παρατηρούσε ήταν λες και εκείνο τον κοιτούσε, λες και εκείνο τον κρατούσε, λες και εκείνο τον έλεγχε… τα χέρια του έσφιγγαν το τσεκούρι όλο και πιο δυνατά. Οι φλέβες διαγράφονταν πια καθαρά πάνω στα χοντρά και άτσαλα χέρια του και στο ιδρωμένο μέτωπο του. Ένα μοχθηρό χαμόγελο έκανε το πρόσωπο του να δείχνει ακόμα πιο αρρωστημένο…

Προχώρησε λίγα βήματα και κοντοστάθηκε μερικά μέτρα μπροστά από το σπίτι που τόσα χρόνια λειτουργούσε ως η προσωπική του φυλακή. Τώρα το έβλεπε καθαρά. Το μυαλό του είχε ξεθολώσει. Τώρα το ήξερε. Ήξερε ποιοι ήταν στα αλήθεια οι άνθρωποι που θεωρούσε γονείς του. Ήταν «αυτοί», οι δεσμοφύλακες της ζωής του, οι ένοχοι, οι εχθροί… και τώρα το αγόρι θα γινόταν ο δήμιος, ο δικαστής. Στα χέρια κρατούσε το όργανο του νόμου. Είχε έρθει η στιγμή που θα απέδιδε δικαιοσύνη.

Έκανε διστακτικά ένα βήμα μπροστά και μετά άλλο ένα και ήξερε από το πρώτο βήμα ότι δεν θα σταματούσε. Το μίσος που το αποθήκευε τόσα χρόνια μέσα του τον καθοδηγούσε και απόψε θα ξεσπούσε.

Ανέβηκε τα σκαλοπάτια κρατώντας σφιχτά στα δυο του χέρια το τσεκούρι. Το μόνο που ακουγόταν αυτή την ώρα ήταν οι φωνές. Πολλές φωνές… Με το πόδι του άνοιξε τη μισάνοιχτη πόρτα του σπιτιού. Διέσχισε το διάδρομο ώσπου έφτασε έξω από το δωμάτιο των γονιών του. Έκανε να ανοίξει όμως η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Χωρίς να το σκεφτεί ρίχνει μια κλοτσιά στην πόρτα, αλλά δεν άνοιξε. Σηκώνει το τσεκούρι ψηλά και το προσγειώνει πάνω της. Ακούει τη μάνα του να ουρλιάζει. Συνεχίζει την μανιασμένη προσπάθεια του να διαλύσει την πόρτα, το ένα χτύπημα πίσω από το άλλο. Την ίδια ώρα ο πατέρας του αρχίζει να απειλεί τον άγνωστο εισβολέα.

«Έχω καραμπίνα μαλάκα, φύγε το καλό που σου θέλω» Ακούστηκε και η μάνα να ουρλιάζει…

«Έχουμε καλέσει την αστυνομία. Άσε μας ήσυχους…» ξεσπώντας σε λυγμούς. Το τσεκούρι προσγειώνεται στην κλειδαριά, ακολουθεί μία κλοτσιά και η πόρτα ανοίγει. Αντικρίζει τους γονείς του έντρομους, γεμάτους απορία και με μία κρυφή αίσθηση ενοχής. Η μάνα του είπε κλαίγοντας…

«Αγάπη μου δε κοιμάσαι?» Την ίδια στιγμή ο Βλαδίμηρος σηκώνει το τσεκούρι και ρωτάει…

«Τι είναι αυτές οι φωνές?»

«Ποιες φωνές?» απάντησε με μια ερώτηση ο μπαμπάς του τρέμοντας και το τσεκούρι κατεβαίνει και καρφώνετε αστραπιαία στο στήθος του πατέρα, αιφνιδιάζοντας τον. Εκείνος γονατίζει προσπαθεί να το ξεκολλήσει από τα στήθος του αλλά μάταια. Πέφτει προς τα πίσω νεκρός στα πόδια της γυναίκας του που δεν σταμάτησε να κλαίει και να φωνάζει «γιατί?» Ο νεαρός φονιάς πατάει την κοιλιά του νεκρού πατέρα του γεμίζοντας αίμα την πατούσα του και με τα χέρια του τραβάει το ματωμένο τσεκούρι από τον θώρακα.

«Ρωτάς γιατί» ούρλιαξε εκείνος. «Απλά πρέπει, δεν μπορώ να σταματήσω. Εσείς γράψατε την ιστορία της ζωής μου και εγώ γράφω τώρα τον επίλογο της δικιάς σας.»  Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που είπε στη μάνα του πριν ξεκινήσει να την χτυπάει με μανία με το τσεκούρι. Σταμάτησε μόνο όταν εξαντλήθηκε. Τότε ήταν που οι φωνές ακούστηκαν δυνατότερα από ποτέ… άναρθρες κραυγές από το… από το πάτωμα!

Πέταξε το κατακόκκινο χαλί στη άκρη και ανακάλυψε μια καταπακτή που οδηγούσε σε ένα κρυφό υπόγειο! Από εκεί κάτω ακουγόταν. Χωρίς φόβο, με ένα αρρωστημένο χαμόγελο ξέροντας για το τι περίπου θα δει, άνοιξε την καταπακτή. Μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε σε μια αμπαρωμένη ξύλινη πόρτα με κάγκελα στο πάνω μέρος. Πίσω απ’ τα κάγκελα κάτι κινούταν… Ήταν τα πλάσματα που άκουγε τόσο καιρό… Δεν ήταν στο μυαλό του. Ήταν στο υπόγειο. Στο σκοτεινό μυστικό υπόγειο που μυρίζει απαίσια. Ξεαμπάρωσε την πόρτα και μαζί με τα πλάσματα, απελευθερώθηκε και η μπόχα τους. Έκανε εμετό όταν ένοιωσε να τον πλησιάζουν οι ανάσες τους. Δεν γύρισε να κοιτάξει παρά μόνο όταν κατάφερε να φτάσει στην κορυφή της σκάλας. Ήταν πολλά. Άλλα σερνόταν και άλλα περπατούσαν. Ήταν όλα τυφλά καχεκτικά ανθρώπινα πλάσματα με άσπρα μακριά μαλλιά, αν και όλα φαινόταν τόσο νέα. Σίγουρα νεότερα απ’ αυτόν! Κάποια ήταν μωρά και άλλα παιδιά, αλλά κανένα δεν ήταν μεγαλύτερο απ’ τον Βλαδίμηρο Καραγιάννη! Η άθλια σωματική τους ανάπλαση και η βρώμα τους, τα μετέτρεπε σε φρικιαστικά πλάσματα που πράγματι έμοιαζαν με τα ζόμπι στις ταινίες του Romero και του Fulci.

Άρχισαν να ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια σκοντάφτοντας. Αυτό που είδε δεν περιγράφετε. Παρέλαση τεράτων! Ένα-ένα τα πλάσματα έβγαιναν από το μπουντρούμι τους, ανέβαιναν και περνούσαν από μπροστά του, τον μύριζαν και συνέχιζαν το δρόμο τους για την ελευθερία. Ήταν τα περισσότερα τόσο αδύνατα… σκελετωμένα και γεμάτα βρωμιές. Κάποια ήταν θηλυκά και κάποια είχαν φουσκωμένες κοιλιές. Ήταν δεκάδες. Ήταν τα αδέρφια του. Το ήξερε… για αυτό δεν φοβήθηκε. Η μαϊμού πήγε να του το δείξει στο όνειρο του, αλλά δεν το κατάλαβε μέχρι αυτήν την στιγμή το τι εννοούσε.

Δυο τρία απ’ τα αδέρφια του, ίσως τα πιο σκελετωμένα γονάτισαν προς τους γονείς του και άρχισαν να τους δαγκώνουν, κόβοντας μεγάλα κομμάτια κρέας απ’ το δέρμα τους. Δεν άντεξε να δει άλλο και τράβηξε κι αυτός προς τα έξω μαζί με τα υπόλοιπα αδέλφια του, αφού πρώτα έβαλε στην τσέπη του την κασέτα του, “την μόνη αλήθεια που βρισκόταν σε αυτό το σπίτι” σκέφτηκε. Εκείνα πρέπει να πεινούσαν πολύ. Αν και τυφλά, βρήκαν το δρόμο προς τα έξω. Είχαν αναπτύξει τις υπόλοιπες αισθήσεις τους τόσα χρόνια εκεί κάτω.

Κατέβαινε τώρα την κατηφόρα του λόφου. Δεν ήξερε που να πάει, απλά περπατούσε ξυπόλητος με τις πυτζάμες κατακόκκινες από το αίμα. Είχε σχεδόν ξημερώσει. Στο βάθος του δρόμου διέκρινε τα πρώτα σπίτια. Τα αδέρφια του κατέβαιναν και αυτά το λόφο παραπατώντας. Κανένα δεν τον ενόχλησε, απλά τον μύριζαν. Αρκετά είχαν είδη φτάσει μέχρι τα σπίτια και είχαν κινήσει την περιέργεια των γειτόνων. Αγουροξυπνημένοι κάποιοι βγήκαν έξω από τα σπίτια τους και το θέαμα που αντίκρισαν τους προκάλεσε τον τρόμο. Ακούστηκαν και κάποια ουρλιαχτά. Ο Βλαδίμηρος όμως δεν νοιαζόταν, απλά κατέβαινε το δρόμο γεμάτος αίματα, με ένα βλέμμα που κοιτούσε στην ενεργό πλευρά του απείρου.

Η στιγμή που ξεκούτιανε ήταν όταν οι σειρήνες ξεκίνησαν να βιάζουν τη σιωπή του πρωινού. Έτρεξε τότε και χάθηκε μέσα στα δέντρα του λόφου. Έτρεχε μη γνωρίζοντας προς τα πού πήγαινε, μέχρι που ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Τότε άρχισε να τρέχει σαν διάολος.

Όταν κουράστηκε και σταμάτησε, είχε φτάσει στην άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί που βρισκόταν εκείνο το μεγάλο σπίτι σκέφτηκε…

Καμιά ώρα πριν την σφαγή στο σπίτι στο λόφο και πριν τα ζόμπι κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνιση τους στο νησί και αρκετή ώρα πριν οι πυροβολισμοί και οι κραυγές σηκώσουν στο πόδι τη γειτονιά και το νησί ολόκληρο, η Νανά κοιμόταν αμέριμνη. Κάτι την έκανε όμως να ανοίξει τα γαλανά της μάτια που όταν δεν γινόταν έξω φρενών και όταν δεν ντυνόταν σαν φρικιό, την έκανα να μοιάζει με άγγελο. Η πόρτα… κάποιος άνοιξε την πόρτα… κάποιος στεκόταν πίσω της. Κάποιος ανεξήγητος λόγος την έκανε να παγώσει και την εμπόδιζε να γυρίσει πλευρό και να κοιτάξει τον νυχτερινό επισκέπτη. Άκουσε βήματα… τέσσερα βήματα. Τώρα είχε σταθεί ακριβώς πίσω της. κρατήθηκε να μην ουρλιάξει. Ένα χέρι άρχισε να την αγγίζει. Της χάιδεψε τη γυμνή της πλάτη και άρχισε να κατεβαίνει προς τα κάτω, ώσπου έφτασε στο εσώρουχο της και προσπάθησε να το παραβιάσει…

Το ξόρκι τότε που την πάγωσε, λύθηκε και η Νανά πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι της και χωρίς να κοιτάξει πίσω, άρπαξε το ρόπαλο του baseball που βρισκόταν δίπλα απ’ το γραφείο της και της το είχε χαρίσει ένας παλιός γκόμενος. Γυρνάει για να αντικρίσει τον βρωμόγερο τον Κώστα με το σώβρακο που είχε μετατραπεί σε αντίσκηνο.

«Μαμααααααά» φώναξε η Νανά με όλη της τη δύναμη και εκείνος της όρμισε αμέσως και πριν προλάβει να τον χτυπήσει, την άρπαξε και της έκλεισε το στόμα με το ένα χέρι ενώ με το άλλο προσπαθούσε να κατεβεί χαμηλά. Εκείνη τον πάτησε δυνατά με τη φτέρνα της στο χοντρό δάκτυλο του δεξιού του ποδιού, με αποτέλεσμα την άμεση απελευθέρωση της.

«Μαμαααααά… που είσαι γαμώ την πουτάνα μου…» ούρλιαξε η Νανά και μόλις είδε τον ανώμαλο να επιτίθεται ξανά του έριξε με το ρόπαλο στο κεφάλι. Τον πήρε πάνω απ’ το δεξί αυτί και το ρόπαλο έσπασε σε δυο κομμάτια. Στα χέρια της Νανάς έμεινε το μικρότερο. Απ΄ τα βαμμένα, ξανθά μαλλιά του επίδοξου παιδεραστή-βιαστή άρχισε να τρέχει αίμα, αλλά το χτύπημα δεν τον πτόησε καθόλου, ούτε η μάνα της μικρής που μπήκε στο δωμάτιο χασμουριώντας  με τα εσώρουχα και έτσι έκανε άλλη μια επίθεση η οποία έλιξε άδοξα για αυτόν… με το αιχμηρό κομμάτι του μπαστουνιού σφηνωμένο βαθιά στο αριστερό του μάτι.

«Τι έκανες γαμώ το Χριστό σου?» Τσίριξε η μάνα της και πετώντας την μικρή στην άκρη, γονάτισε πλάι στο κορμί του γαμιά της που σπαρταρούσε και προσπάθησε μάταια να του κρατήσει το χέρι.

«Θα παντρευόμασταν… με αγαπούσε γαμώ τη Παναγία σου… με αγαπούσε γαμώ το Χριστό σου…» είπε κλαίγοντας, κοιτώντας την κόρη της με μίσος και αμέσως αγκάλιασε το ματωμένο κτήνος που σταμάτησε να σπαρταράει και το μόνο που έκανε πια ήταν να  αιμορραγεί. Το ίδιο συνέβη και στη γυναίκα μετά το γερό χτύπημα που ένιωσε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της από ένα κύπελλο που κερδήθηκε σε εφηβικό πρωτάθλημα τένις.

Η Νανά ντύθηκε και έβαλε γρήγορα στη τσάντα της λίγα ρούχα. Πήγε δίπλα στο δωμάτιο της μάνας της και έψαξε παντού για λεφτά. Βρήκε αρκετά… ένα χοντρό πάκο πενηντάρικα. Πήρε και ότι βρήκε στα ρούχα του μαλάκα και έφυγε τρέχοντας από την πίσω πόρτα. Στο μυαλό της ήρθαν οι στίχοι απ’ το τραγούδι που είχε ακούσει diediediemydarlingκαι άρχισε να το σιγοτραγουδάει με την παράφωνη φωνούλα της.

Όταν έφτασε στα δέντρα που κάλυπταν το λόφο εκατό μέτρα μετά την πίσω αυλή, σκέφτηκε να γυρίσει να πάρει την κασέτα αλλά μετά το ξανασκέφτηκε… δεν γαμιέται μια κασέτα είναι…

Μετά από αρκετό περπάτημα στη δασώδη έκταση του λόφου, μπορούσε να διακρίνει την λίμνη. Κοιτώντας λίγο πιο ψηλά ανατρίχιασε βλέποντας τη θρυλική «βίλα»! Στάθηκε εκεί και την κοιτούσε σαν χαζό. Θυμήθηκε όλες τις ιστορίες που είχε ακούσει απ’ τις γριές τις γειτονιάς…

Ήταν το καλοκαίρι του 1666 όταν το σπίτι στο λόφο το αγόρασε ένας πλούσιος Άγγλος αριστοκράτης μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του, η οποία ασχολούταν με τις απόκρυφες τέχνες. Ήταν νέος και όμορφος και άλλαζε τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, μία κάθε μήνα δηλαδή. Η γυναίκα του Αυγούστου όμως, του φύλασσε μια φρικτή έκπληξη. Μια τόσο απαίσια έκπληξη που αν την ήξερε δεν θα άλλαζε ποτέ το πουκάμισο του Ιουλίου… Την ώρα που την έπαιρνε από πίσω ο κωλομπαράς ευγενής, πράξη που στη νεαρή χωριατοπούλα δεν άρεσε καθόλου, έβγαλε από κάτω απ’ το μαξιλάρι ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι και απ’ τη μια στιγμή στην άλλη ο αριστοκρατικός πούτσος απέκτησε νέο σπίτι στο κωλαράκι της χωριατοπούλας. Ενώ εκείνος ούρλιαζε και αιμορραγούσε, η κοπέλα σφίχτηκε και άφησε άστεγο το ακρωτηριασμένο μέλος… η πράξη συνοδεύτηκε από μια κούφια κλανιά.

Εκείνος έζησε. Εκείνη όχι. Ικέτευε τη μάνα του να κάνει κανένα μαγικό να φυτρώσει άλλο, αλλά τίποτα. Τον τελευταίο μήνα της άθλιας ζωής του τον πέρασε σκοτώνοντας περαστικούς και ακρωτηριάζοντας τους. Όταν σιγουρεύτηκε πως δεν θα φύτρωνε άλλο λουκάνικο, αυτοκτόνησε.

Το σπίτι το κάψανε. Το ξαναχτίσανε μετά από πολλά χρόνια και το ονομάσανε «βίλα». Αλλά πάντα κάτι γινόταν και κανείς δεν έμενε για πολύ. Λένε ακόμα πως είναι στοιχειωμένο…

Ενώ η Νανά σκεφτόταν όλα αυτά συνειδητοποίησε ότι ακουγόταν πυροβολισμοί από μακριά. Άρχισε να τρέχει προς το σπίτι. Στοιχειωμένο-ξεστοιχειωμένο δεν πρόκειται να πλησιάσει κανείς εκεί… Το δρομάκι ήταν γεμάτο βάτα και μέχρι να φτάσει ως την είσοδο, είχε ματώσει αρκετές φορές. Την ώρα που άνοιγε την μεγάλη ξύλινη πόρτα ένοιωσε κάποιον να την παρακολουθεί. Γύρισε και είδε τον τύπο απ’ το video club να την κοιτάζει γεμάτος αίματα.

«Εσένα πυροβολούν?» Τον ρώτησε η Νανά και εκείνος έγνεψε καταφατικά.

«Εκεί θα κάτσεις? Πάμε μέσα. Είναι ασφαλής. Δεν θα σε ψάξει κανείς εδώ.» Έτσι μπήκαν και οι δύο μέσα στο παλιό διώροφο σπίτι. Ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση παρόλο που οι τελευταίοι ένοικοι είχαν φύγει πριν 23 χρόνια. Κάθισαν στο σαλόνι σε έναν μεγάλο καναπέ, αφού έβγαλαν πρώτα το πράσινο σεντόνι που τον κάλυπτε.

«Συγνώμη για χτες» είπε ο Βλαδίμηρος χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια ούτε στιγμή.

«Εγώ θα έπρεπε να σου ζητήσω συγνώμη. Φέρθηκα σαν σκύλα.»

«Δεν πειράζει…»

«Όταν νευριάζω δεν ξέρω τι κάνω…»

«Δεν χρειάζεται να απολογείσαι. Χθες η αντίδραση σου με βοήθησε να καταλάβω κάποια πράγματα.»

«Σε χτύπησαν? Είσαι γεμάτος αίματα.»

«Δεν είναι δικό μου αίμα.»

«Να αρχίσω να τρέχω δηλαδή?»

«Δεν χρειάζεται» της είπε κοιτάζοντας την για πρώτη φορά στα μάτια. Της άγγιξε τις πληγές από τα αγκάθια στα χέρια.

«Δεν είναι τίποτα…» είπε εκείνη, «…δεν είναι τίποτα σε σχέση με ότι έκανα σήμερα… αλλά και εσύ δεν πρέπει να πηγαίνεις πίσω.» Ο Βλαδίμηρος χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη συζήτηση που έκανε με φυσιολογικό άνθρωπο μετά από πολύ καιρό. Επίσης αισθανόταν πως έκανε και κάτι στη ζωή του, σκοτώνοντας τους γονείς του και ελευθερώνοντας τα αδέρφια του απ’ το μπουντρούμι που βρισκόταν…

«Σταμάτα να χαμογελάς σαν χαζός. Με τρομάζεις.»

«Συγνώμη.»

«Καλύτερα να ασφαλίσουμε την πόρτα» είπε και το βλέμμα της έπεσε αμέσως σε ένα μεγάλο μπαούλο που βρισκόταν κάτω απ’ τις σκάλες που οδηγούσαν στο πάνω πάτωμα. Σηκώθηκε και τράβηξε για εκεί… όταν έφτασε στις σκάλες γύρισε και κοίταξε πίσω, απορημένη και κάπως αγριεμένη…

«Περιμένεις να το μετακινήσω εγώ μήπως?» Και αμέσως ο Βλαδίμηρος σηκώθηκε και μετακίνησε το μπαούλο προς την πόρτα, προσπαθώντας συνεχώς να κρύψει το πόσο αδύναμος ήταν παρά την σωματική του διάπλαση. Στο τελευταίο σπρώξιμο τον βοήθησε και η Νανά.

«Εδώ δεν πρόκειται να μας ψάξουν ποτέ… άμα βρουν και την πόρτα αμπαρωμένη δεν πρόκειται να προσπαθήσουν με τίποτα να την ανοίξουν. Το σπίτι είναι στοιχειωμένο βλέπεις… κανείς δεν πατάει εδώ μέσα…»

Στον πάνω όροφο είχε τρία μεγάλα υπνοδωμάτια. Το ένα είχε σάπιο πάτωμα και έτσι προτίμησαν να το αποφύγουν. Βγήκαν προσεκτικά στο μεγάλο μπαλκόνι για να ρίξουν μια ματιά έξω. Ακουγόταν πυροβολισμοί ακόμα. Αλλά ήταν μακριά από τη βίλα. Ξάπλωσαν και οι δύο στο μεγάλο κρεβάτι με τον ουρανό. Το στρώμα ήταν γεμάτο σκόνη αλλά είχαν σημαντικότερα πράγματα να σκεφτούν.

Η Νανά πρώτη ξεκίνησε να αφηγείται τι της είχε συμβεί και όλος τυχαίως ξεκίνησε από την κασέτα που είχε βρει, για να καταλήξει στο διπλό φονικό. Ο Βλαδίμηρος έδειξε αρκετό ενδιαφέρον, αν και η ματωμένη πιτζάμα του είχε μεταμορφωθεί σε αντίσκηνο κάπου στη μέση της αφήγησης. Η Νανά το είχε προσέξει αλλά συνέχισε χωρίς να πει τίποτα, φοβούμενη την πιθανή αντίδραση μια τέτοιας παρατήρησης.

Όταν τελείωσε η Νανά, ο Βλαδίμηρος ξεκίνησε την δικιά του αφήγηση. Και στη δικιά του, χρησιμοποίησε ως αρχή την κασέτα που βρήκε για να καταλήξει και αυτός σε ένα διπλό φονικό. Η Νανά τον λυπήθηκε αρκετά αλλά όταν άρχισε να της λέει για τα αδέρφια του που έμοιαζαν με ζόμπι, δεν κρατήθηκε και γέλασε δυνατά… μέχρι που κυλιόταν κάτω από το γέλιο. Εκείνος νευρίασε και την έπνιξε. Μετά αυτοκτόνησε…

Γιώργος Σάπιος

Ο Δράκος: Η Μανία Του Λυκανθρώπου

Στο ξενοδοχείο σήμερα είχε πολύ κίνηση. Τρία group ήρθανε. Το πρώτο ήταν ένα καπί από την Τρίπολη. Ο Μανόλης κουβάλησε μόνος του σχεδόν όλες τις αποσκευές στα δωμάτια. Δεν τον πείραξε ιδιαίτερα γιατί ήταν αρκετά εύσωμος και δυνατός. Αυτό που του την έσπασε ήταν ότι δεν πήρε φιλοδώρημα από κανέναν ενώ περίμενε να βγάλει και κάτι από τις υπηρεσίες του και την ευγένεια του. Καβούρια στις τσέπες έχουν? σκέφτηκε… γαμημένοι αναξιοπαθούντες, βρωμόγεροι που θέλετε και διακοπές…

Έπιασε διακριτικά κάτω από τον πάγκο της reception την τσάντα του. Πήγε να την ανοίξει αλλά μια φωνή τον απέτρεψε…

-401, είπε μια χαριτωμένη κοπέλα γύρω στα είκοσι. Φορούσε ένα πολύχρωμο παρεό πάνω από το κάτασπρο μαγιό της… Το 401, επανέλαβε…

-Αμέσως είπε ο Μανόλης μόλις κατάφερε να απομακρύνει το βλέμμα του από τα ζουμερά της στήθη που τον κοιτούσαν απειλητικά. Της έδωσε το κλειδί, εκείνη τον ευχαρίστησε και ανέβηκε τις σκάλες. Ο Μανόλης ένοιωσε το πέος του να προσπαθεί να σκίσει το παντελόνι του και να το σκάσει καθώς ανακάλυψε ότι το κάτω μέρος του μαγιό ήταν string. Τα κωλομέρια της κατάφεραν να τον μαγέψουν και να τον κάνουν να τρέξει στην τουαλέτα και να εκτονωθεί. Ήταν η έβδομη φορά σήμερα.

Το τέλος της τουριστικής περιόδου είχε πάντα τις εκπλήξεις του. Έκανε ακόμα αρκετή ζέστη και οι παραλίες του νησιού είχαν αρκετό κόσμο. Ο Μανόλης γύρισε στο πόστο του δέκα λεπτά αργότερα για να έρθει αντιμέτωπος με άλλο ένα group. Άλλο ένα καπί… από τις βλαστήμιες του γονάτισε την Παναγία.

Ήταν αποφασισμένος να την βρει. Την άκουσε στο σαλόνι να μιλάει με τους δικούς της στο τηλέφωνο… θα πήγαινε στα τουριστικά μαγαζιά το βράδυ να ψωνίσει αναμνηστικά, για να έχει να θυμάται τις πρώτες τις διακοπές στην Κέρκυρα. Το πιο σημαντικό που άκουσε ήταν ότι είχε έρθει ολομόναχη… Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να φύγει με το ίδιο λεωφορείο και να την ακολουθήσει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Έλπιζε μόνο να μην φύγει πριν σχολάσει εκείνος.

Περίμενε διακριτικά στην απέναντι πλευρά του δρόμου στο περίπτερο του Διομήδη. Μετά το πρώτο μισάωρο ο Διομήδης φοβήθηκε μήπως προσπαθούσε να τον κλέψει και του ‘λαβε το λόγο. Μετά από μια ώρα και αρκετή κουβέντα είχαν γίνει φίλοι και τον κέρασε και παγωτό. Μετά από μιάμιση ώρα συνειδητοποίησε ότι του την έπεφτε αλλά αποφάσισε να τον ανεχτεί λιγάκι ακόμα. Πέρασαν δύο ώρες… επιτέλους την είδε να έρχεται με ένα λευκό καλοκαιρινό φόρεμα και να κάθετε στη στάση. Όταν το λεωφορείο έφτασε, εκείνος χαιρέτησε τον ανώμαλο περιπτερά, πέρασε βιαστικά το δρόμο και μπήκε μέσα τελευταίος. Είχε αρκετό κόσμο και ήταν αδύνατο να τον καταλάβει. Τους χώριζε μια παρέα από πουτανόγριες και πορνογέροντες, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τα άτομα της πέμπτης ηλικίας.

Κατέβηκαν στην ίδια στάση και εκείνος φρόντισε να κρατήσει την κατάλληλη απόσταση ασφαλείας. Την ακολουθούσε για δύο ώρες από μαγαζί σε μαγαζί. Με δυσκολία έκρυβε το εργαλείο του που άρχισε να υψώνετε ανησυχητικά, πράγμα επικίνδυνο για τα εύθραυστα αγαλματίδια στα ράφια των τουριστικών. Κάποια στιγμή στο δρόμο πίσω από τον Άγιο Σπυρίδωνα του έριξε ένα βλέμμα αλλά  μάλλον δεν πρέπει να τον κατάλαβε. Η αμφιβολία του τον έκανε να σκεφτεί αρκετά να αναβάλει αυτό που είχε στο μυαλό του. Ώσπου να το σκεφτεί (ήταν και λίγο αργός…) κράτησε παραπάνω απόσταση ώσπου την έχασε σε κάτι δρομάκια. Αγχώθηκε μήπως δεν την βρει… όμως την είδε σε ένα στενό πιο κάτω που δεν είχε καθόλου κόσμο… έβγαζε φωτογραφίες με την ψηφιακή της τα απλώματα που ένωναν τα κτίρια με φρεσκοπλυμένα σώβρακα. Ο Μανόλης χαμογέλασε… ήταν η ευκαιρία που περίμενε όλη μέρα. Κρύφτηκε σε μία πόρτα και άνοιξε την τσάντα έβγαλε μια παλιά μάσκα λυκανθρώπου… την φόρεσε και κατέβασε το παντελόνι του…

Βγήκε έξω με μια πρωτόγνωρη σιγουριά και ένα πρωτόγονο συναίσθημα, κρατώντας σφιχτά στο δεξί χέρι, το ορθωμένο του τριχωτό μαρκούτσι. Εκείνη ήταν γυρισμένη πλάτη όταν της σήκωσε το φόρεμα και της τον ακούμπησε με φόρα στο δεξί κωλομέρι. Η κοπέλα έντρομη από το θέαμα του σάτυρου, έβαλε της φωνές και τον χτύπησε με την τσάντα της… εκείνος παραπάτησε και έπεσε χωρίς όμως να σταματήσει στιγμή να τον παίζει. Δίχως να χάσει χρόνο η κοπελιά τράβηξε φωτογραφία τον αποκρουστικό αυνανιστή και άρχισε να τρέχει. Ήταν πιο έξυπνη από ότι μπορούσε το άρρωστο μυαλό του να φανταστεί. Όταν οι νοικοκυραίοι θορυβημένοι από τις φωνές βγήκαν στα παράθυρα να δουν τι τρέχει ο δράκος είχε εξaφανιστεί…

Όταν γύρισε σπίτι ήταν περασμένες δώδεκα και για καλή του τύχη η μάνα του κοιμόταν. Έτσι ξάπλωσε στο κρεβάτι του ανάσκελα και έκατσε να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του να σταματήσει από τότε που ήταν παιδί. Στο δημοτικό είχε κάνει την εμφάνιση της για πρώτη φορά η αρρώστια του ματάκια. Από τότε δεν μπορούσε να το σταματήσει… τα καλοκαίρια επισκεπτόταν συνεχώς τις παραλίες γυμνιστών του νησιού όπου περνούσε την περισσότερη ώρα στην θάλασσα χαζεύοντας τη γυμνή γυναικεία σάρκα και αφιερώνοντας ώρες ολόκληρες σε ενδοπαλαμικές παλινδρομήσεις μέχρι τελικής πτώσεως του πέους. Το χειμώνα την έβγαζε από εδώ και από εκεί. Η μάνα του αποφάσισε να τον πάει σε ειδικό μιναρολόγο μετά από ένα τραγικά δυσάρεστο γεγονός…

Ήταν 18 χρονών και διάβαζε στο σπίτι για τις εξετάσεις της πρώτης γυμνασίου όταν το κουδούνι χτύπησε και η θεία η Μαριώ με τα μεγάλα βυζόμπαλα πέρασε στο σαλόνι. Ενώ εκείνη του μιλούσε για την αξία της μόρφωσης, εκείνος είχε χαθεί κάπου ανάμεσα στα στήθια της, ώσπου ένοιωσε ένα εξόγκωμα στο κάτω μέρος της πιτζάμας του που άρχισε να μεγαλώνει απειλητικά. Για κακή του τύχη ήταν αδύνατο να το κρύψει. Μάταια προσπαθούσε να το καλύψει με το βιβλίο της γεωγραφίας και των μαθηματικών, έτσι αποφάσισε να βάλει τα χέρια στις τσέπες και να παλέψει με το κτήνος μέχρι εκείνο να ηρεμίσει. Η μάχη ήταν άνιση. Η καύλα τελικά τον κυρίευσε ολοκληρωτικά… σηκώθηκε όρθιος και μπροστά στα έκπληκτα μάτια της θείας Μαριώς κατέβασε τα βρακιά του και απελευθέρωσε τον δράκοντα. Τότε ήταν που η αδικοχαμένη θεία αντίκρισε τον τρόμο! Το θηρίο άρχισε να εκτοξεύει ακατάπαυστα υγρό πυρ πάνω στη άτυχη γυναίκα ώσπου η αδύναμη καρδιά της δεν άντεξε…

Τώρα, δέκα χρόνια αργότερα, η ωριμότητα του τον έκανε να πάρει τις κατάλληλες αποφάσεις. Γνωρίζοντας ότι οι ανεξέλεγκτες καύλες του, μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε ποινικά κολάσιμες πράξεις, έπρεπε να πάρει κάποιες προφυλάξεις για να μην τον αναγνωρίζουν. Είχε πάντα μαζί του μια παλιά μάσκα λυκανθρώπου που την είχε αγοράσει από κάποιο πάγκο για κάποιες απόκριες. Την είχε πάντα μαζί του σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης… σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έπεσε στην ανάγκη της! Πρέπει να έφταιγε η πρόσφατη διακοπή της φαρμακευτικής του αγωγής. Πάντως το μπανιστήρι δεν το είχε κόψει ποτέ, ήταν μέρος της αγωγής.

Πριν από λίγες ώρες ανακάλυψε πως η μάσκα τον τροφοδοτούσε με μια πρωτόγονη και ταυτόχρονα μυστηριώδη μαγική δύναμη που τον προστάτευε και τον μετέφερε σε έναν άλλο παράλληλο κόσμο στον οποίο ήταν κυρίαρχος. Λίγα λεπτά μετά την μεγαλειώδη ανακάλυψη… αποκοιμήθηκε αγκαλιά με ένα αυξανόμενο αίσθημα περηφάνιας.

“ανώμαλος επιδειξίας”…

“απόπειρα βιασμού”…

“το κτήνος πίσω από την μάσκα”…

“προβοκάτσια ξένων συμφερόντων”…

Βλέποντας ο Μανόλης τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα, καθώς πήγαινε το πρωί στην δουλειά του με τα πόδια, τον πλημμύρισε ένα νέο κύμα υπερηφάνειας. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι η αρρώστια του θα τροφοδοτούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ένιωσε για πρώτη του φορά σπουδαίος και συνεχώς χαζογελούσε. Καθώς πλησίαζε στο ξενοδοχείο τον κυρίευσε το άγχος… μήπως τον αναγνώριζε η κοπέλα? Αλλά αδύνατον σκέφτηκε αφού τον αντίκρισε μόνο για μια στιγμή και μετά φορούσε και τη μάσκα. Σίγα μην τον θυμόταν από μια φορά που τον είδε στη reception…

Στο ξενοδοχείο επικρατούσε νεκρική σιγή. Όταν ήρθε το αφεντικό τον ενημέρωσε ότι σχεδόν όλες οι κρατήσεις είχαν ακυρωθεί. Αναθεμάτιζε συνεχώς την κοπέλα που έδωσε τόση έκταση στο γεγονός…

-Την πουτάνα πρώτη φορά την ακούμπησε πούτσα στη ζωή της? Έπρεπε να το κάνει βούκινο? Να δω πως θα τη βγάλουμε το Χειμώνα? Τι με κοιτάς σα μαλάκας… δεν άκουσες τι έγινε χτες με το ψωλάκι του 401?

-Ναι το έμαθα πριν λίγο… και η κοπέλα είναι εδώ ακόμα? Ρώτησε ο Μανόλης διστακτικά.

-Έφυγε η ψώλα νωρίς το πρωί… αφού πέρασε το μισό βράδυ με τους μπάτσους και το άλλο μισό με τους δημοσιογράφους. Και αυτός ο μινάρας του κερατά με την καυλομάσκα του, τι στο διάολο ήθελε? Ας πήγαινε σε μια πουτάνα ο βλαμμένος να δώσει. Φέτος θα κλείσουμε πιο νωρίς έτσι σκατά που ήρθαν τα πράγματα… Αποσύρθηκε στο γραφείο του φωνάζοντας και βρίζοντας. Ο Μανόλης κοίταξε την τσάντα και με ανακούφιση ανακάλυψε ότι είχε ξεχάσει την μάσκα σπίτι.

Είχε πια χειμωνιάσει και ο δράκος είχε ξεχαστεί. Ώσπου μια μέρα το κτήνος ξύπνησε και πάλι και δεν έλεγε να ηρεμίσει με καμία μαλακία. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε πίσω από μια στοίβα με παλιά ρούχα του πατέρα του, τη μάσκα. Την φόρεσε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένοιωσε πάλι αυτήν την πρωτόγνωρη δύναμη. Την έβγαλε και την στρίμωξε στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. βγήκε βιαστικός από το δωμάτιο…

-Που πας αγόρι μου με τόσο κρύο έξω?

-Πάω για περπάτημα μάνα. Και βγήκε γρήγορα έξω αποφεύγοντας το παπαροπρήξιμο… ότι χειρότερο για εκείνη τη στιγμή…

Άλλο ένα χειμωνιάτικο απόγευμα και το σκοτάδι είχε απλωθεί στην Κέρκυρα. Το κρύο ήταν τσουχτερό και οι σκύλοι αλυχτούσαν λες και προσπαθούσαν να προειδοποιήσουν την άτυχη γυναίκα για το κακό που θα συνέβαινε… αν μπορούσαν να μιλήσουν, θα της έλεγαν να βάλει μπροστά το αμάξι και να εξαφανιστεί από το σκοτεινό μέρος που είχε παρκάρει…

Το κακό δεν άργησε να συμβεί. Ο Μανόλης περνούσε απ’ το δρόμο και εντόπισε το υποψήφιο θύμα του… ήταν μια γυναίκα μέσα στο αυτοκίνητο της, που προσπαθούσε να καλέσει κάποια φίλη της στο κινητό. Ο δράκος προσπέρασε το αυτοκίνητο και κρύφτηκε πίσω από ένα άλλο, παρκαρισμένο λίγα μέτρα πιο κάτω. Έβγαλε έξω τη μάσκα του λυκανθρώπου και τη φόρεσε. Οι σκύλοι τώρα ούρλιαζαν σαν λύκοι! Αφού σιγουρεύτηκε ότι η γυναίκα ήταν μόνη της, έκανε την κίνηση του.

Τον έβγαλε έξω και όρμησε στο αυτοκίνητο… άρχισε να αυνανίζεται με μανία ουρλιάζοντας σαν λύκος και χτυπώντας το πέος του στο τζάμι! Η γυναίκα μόλις αντίκρισε το φριχτό αυτό θέαμα πάγωσε από τον τρόμο. Ο δράκος άνοιξε βίαια την πόρτα και πριν προλάβει η γυναίκα να αντιδράσει, ένα λευκό υγρό άρχισε να εκσφενδονίζεται στο πρόσωπο της σε μεγάλες ποσότητες. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει και πήδηξε στο διπλανό κάθισμα. Τράβηξε βίαια το χερούλι στην προσπάθεια της να γλιτώσει, με αποτέλεσμα να μείνει με το χερούλι στο χέρι. Ο δράκος που βρισκόταν ακόμα με το πουλί στο χέρι, αφού ξεφορτώθηκε και την τελευταία σταγόνα που του βάραινε τα αρχίδια, χάθηκε στο σκοτάδι ουρλιάζοντας.

Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα έντρομη και κατέβασε τις ασφάλειες. Κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη. Ήταν γεμάτο σπέρμα! Το καθάρισε με τα μανίκια της και κάλεσε την αστυνομία…

Η πόρτα του σπιτιού έτριξε καθώς έκλεινε. Η προσπάθεια του για να περάσει απαρατήρητος ήταν άκαρπη. Η γνωστή υστερική φωνή ακούστηκε από το δωμάτιο.

-Μανόλη… που είσαι Μανόλη?

-Τώρα μητέρα έρχομαι. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Μετά από μια τόσο ένδοξη μέρα, εκείνη θα του κατέστρεφε κάθε διάθεση. Τώρα θα επέστρεφε στην ταπεινωτική του ζωή. Είδη είχε αρχίσει να βλαστημάει θεούς και δαίμονες από μέσα του. Άφησε το μπουφάν με τη μάσκα του μέσα στον καναπέ και μπήκε στο δωμάτιο της μητέρας του.

-Που ήσουνα αγόρι μου?

-Πήγα για περπάτημα μητέρα.

-Πάλι για περπάτημα… πότε θα γνωρίσεις καμιά γυναίκα?

-Πάλι τα ίδια ρε μάνα? Πάλι τα ίδια?

-Βέβαια, σηκώνουμε και μούτρο τώρα… από τότε που μας άφησε ο συχωρεμένος ο πατέρας σου σημασία δεν μου δίνεις… ίχνος σεβασμού. Τι σου ζήτησα? Ένα εγγόνι θέλω να μου κάνεις. Η κυρά-Νίτσα έχει τρία. Τρία… ακούς?

-Παράτα με ρε μάνα… πόσα παιδιά έχει η κυρά-Νίτσα. Αρκετά πια. Δεν αντέχω άλλο… τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα… δεν μου αρέσουν τα παιδιά. Κατάλαβε το!

-Για το καλό σου το λέω αγόρι μου. Για το καλό σου… η γειτονιά βλέπεις, λέει διάφορα… δεν σε έχουν δει και ποτέ και με καμιά κοπέλα… της κυρά-Σοφίας της μπακάλισσας ο γιος, δυο γκόμενες έχει. Μαλώσανε την άλλη φορά εδώ από κάτω… δυο κοπελάρες μέχρι κει πάνω… και ξέρεις πως είναι… σαν μόμολος… και συ που είσαι δύο μέτρα παλικάρι… αυτό λέγαμε με την κυρά-Όλγα στο μαγαζί. Μου έλεγε για της Λίτσας την κόρη… με αφρικάνο τα έμπλεξε! Αράπη! Για αυτό σου λέω αγόρι μου… βρες και συ μία να τη γκαστρώσεις. Λεβέντης είσαι. Φέρ’ την και στην πολυκατοικία να σε δούνε, να μη μας συζητάνε…

-Όταν λες μας συζητάνε… τι λένε δηλαδή?

-Να, θυμάσαι και τον Διομήδη τον τζιναβοτό… δεν το είχαν δει από μικρό ποτέ με γυναίκα… τελικά αποδείχτηκε ότι το παίρνει το γράμμα…

-Ποιος μωρέ? Ο περιπτεράς?

-Ναι αυτός… τον ξέρεις?

-Όχι μωρέ μάνα… μη λες βλακείες…

-Αυτό μας έλειπε…

-Μην ανησυχείς άλλο ρε μάνα. Θα τους δείξω εγώ… θα τους δείξω… Μην σε νοιάζει μάνα.

-Αχ Μανολάκη μου. Μόνο εσένα έχω. Κάνε με περήφανη γιε μου.

-Κοιμήσου μάνα και θα τα πούμε αύριο. Βγήκε κλείνοντας σιγά την πόρτα. Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Έβγαλε ένα κουτί με φρέσκο γάλα… είχε λήξει μα δεν τον ένοιαζε. Ήπιε μονορούφι όσο είχε απομείνει και το πέταξε στα σκουπίδια αφήνοντας ένα κτηνώδες ρέψιμο που ακούστηκε μέχρι το πεντοφάναρο!

Το πολυτελές εστιατόριο “Αναγούλα” ήταν τίγκα και αυτό το βράδυ. Μόνο αν είχες κλείσει τραπέζι αρκετές μέρες πριν μπορούσες να φας εκεί. Στο γωνιακό τραπέζι δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο, καθόταν μια παρέα ώριμων γυναικών και καταβρόχθιζαν ένα ολόκληρο γουρούνι πίνοντας το πιο ακριβό κρασί! Ο Μανόλης εκείνη την ώρα περνούσε απ’ έξω και βλέποντας τες φώναξε… “Ω ρε κάτι ψωλαράδες που σας χρειάζονται” και συνέχισε τον δρόμο του. Οι κυρίες ενοχλημένες χωρίς να σταματήσουν να τρώνε κοίταξαν προς το παράθυρο αλλά δεν είδαν κανένα.

Ο Μανόλης τώρα πλησίαζε τις τουαλέτες δίπλα στην παιδική χαρά της Γαρίτσας. Ήξερε ότι τέτοια ώρα όλο και κάποιον θα πετύχαινε εκεί μέσα. Το αρρωστημένο μυαλό του πλημμύρισε από ευχάριστες αναμνήσεις… τότε που είχε πάρει μάτι μια ηλικιωμένη Αλβανίδα την ώρα που έχεζε… την στιγμή της κορύφωσης κλώτσησε την πόρτα και περιέλουσε την γριά με σπέρμα… μια Μεγάλη Τρίτη είχε αυνανιστεί μπροστά σε δύο κινέζες τουρίστριες ουρλιάζοντας πολεμικές ιαχές από ταινίες καράτε… και άλλα πολλά κατορθώματα της εφηβείας που για να σας τα διηγηθώ πρέπει να φάμε δεκατρία τεύχη και είμαστε μόλις στο τρίτο…

Πάει καιρός από τότε και οι γυναίκες έπαψαν να πηγαίνουν εκεί για τις σωματικές τους ανάγκες. Για μια περίοδο βάλανε φύλακα αλλά δεν τον πληρώνανε και από τότε έγινε στέκι κωλομπαράδων, πούστηδων και κάθε λογής ανωμάλων.

Μπήκε μέσα και κλείστηκε σε μία τουαλέτα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με αισχρολογίες, τηλέφωνα και ανακοινώσεις… Διομήδης ο τζιναβοτός κάθε Σαββάτο 8.30μμ… Αλίκη πίπες 11.30πμ… γαμάω κώλο από 9 με 12 το βράδυ… Η μυρωδιά από κάτουρα και σκατά κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. Ο Μανόλης είχε βάλει σκοπό να κάνει χαλάστρα σε κάθε βρομιάρη πούστη που θα έμπαινε εκεί μέσα. Σεβότανε την διαφορετικότητα αλλά σε αυτήν την περίπτωση τους θεωρούσε υπεύθυνους για τον διωγμό των γυναικών από τον χώρο.

Δύο λεπτά αργότερα και αφού έριξε ένα ζεστό κατούρημα άκουσε βήματα. Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Μανόλης χωρίς να χάσει χρόνο φόρεσε την μάσκα και ένοιωσε αυτόματα τη μανία του λυκανθρώπου να τον κυριεύει. Πίστευε ,εδώ και μία βδομάδα, ότι έπαιρνε την δύναμη του λύκου και του δράκου από τη μάσκα… ο επισκέπτης χτύπησε διακριτικά την πόρτα τρεις φορές… μάλλον συνθηματικό ήταν, σκέφτηκε. Η πόρτα άνοιγε προς τα έξω, έτσι στον δεύτερο χτύπο κλώτσησε με τη μπότα του την πόρτα, που με τη σειρά της χτύπησε στα μούτρα του άγνωστου επισκέπτη. Ο δράκος βγήκε έξω ουρλιάζοντας σαν λύκος αλλά αντικρίζοντας τον άντρα πεσμένο στο πάτωμα και την κηλίδα αίματος που πήγαζε από το πίσω μέρος του κεφαλιού του, αποφάσισε να το σκάσει τρέχοντας έξω διαολεμένα. Θα πρέπει αφού τον χτύπησε η πόρτα, να έπεσε χτυπώντας το κεφάλι του στον νιπτήρα.

“Ο δράκος της Κέρκυρας επιχείρησε χθες το βράδυ να δολοφονήσει τον δήμαρχο της πόλης μας. Ο δήμαρχος κατευθυνόμενος στο σπίτι του, ένοιωσε το κάλεσμα της φύσης και επισκέφθηκε τις κοντινότερες τουαλέτες. Μπαίνοντας μέσα αντίκρισε τον τρόμο στο χυδαίο πρόσωπο του μασκοφόρου δράκου. Ο λυκάνθρωπος προκάλεσε στον δήμαρχο ένα τραύμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ευτυχώς ο δήμαρχος είναι καλά στην υγεία του και νοσηλεύεται για παρακολούθηση σε ιδιωτική κλινική. Η αστυνομία κάνει λόγο για έναν δράκο φονιά, που δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία πιστεύουν ότι είναι ομοφυλόφιλος. Στο τμήμα από το πρωί ανακρίνονται σεσημασμένοι ομοφυλόφιλοι που σύχναζαν στις κακόφημες τουαλέτες…”

“Ο ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ. Σοκ στην τοπική κοινωνία έχει προκαλέσει η δράση του δράκου φάντασμα. Χτες αργά το βράδυ επιχείρησε να βιάσει τον δήμαρχο, όμως δεν τα κατάφερε λόγο πιθανής ανικανότητας και αποφάσισε να τον σκοτώσει. Ο δήμαρχος όπως ισχυρίζεται έδωσε μάχη με τον δράκο και κατάφερε να τον τρέψει σε φυγή…”

“Πράκτορες των Αμερικάνων κρύβονται πίσω από τον δράκο. Ο δράκος χτες το βράδυ αποκάλυψε τις προθέσεις του. Επιχείρησε να δολοφονήσει τον δήμαρχο παρασέρνοντας τον σε δημόσιες τουαλέτες…”

“Δράκος: εχθρός της δημοκρατίας. Τραμπούκος της αντιπολίτευσης…”

Ο καφές ήταν ακόμα καυτός. Ο Μανόλης κάθισε αναπαυτικά στον καναπέ και άκουγε περήφανος τα δελτία ειδήσεων στο ραδιόφωνο. Η μάνα του είχε πάει στο μαγαζί της κυρά-Όλγας και εκείνος απολάμβανε την γαλήνη ενός μοναχικού πρωινού. Κρυφογελούσε με όλες αυτές τις εκδοχές που μετέδιδαν. Ως και κάτι αδελφές σε ένα πρωινό σχολίασαν την επίθεση του δράκου. Σκέφτηκε ακόμα και να πάρει τηλέφωνο σε κανένα κανάλι… τηλεφωνική επικοινωνία με τον δράκο… γέλασε στη σκέψη. Από την άλλη δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι κινδύνευε περισσότερο να γίνει τσακωτός με την έκταση που είχε λάβει το θέμα. Είμαι διάσημος σκεφτόταν συνεχώς… να δούμε τι θα πουν οι γκιόσες της γειτονιάς…

Το μυαλό του (που έπαιρνε ανάποδες καυλοστροφές) άρχισε να πλέκει σενάρια. Ήθελε πάντα να φτάσει ψηλά ή τουλάχιστον να γίνει γνωστός με κάποιο τρόπο και αυτή ήταν η ευκαιρία της ζωής του. Σκεφτόταν ότι μπορούσε να γίνει πιο ξακουστός και από τον Παπαχρόνη, τον ήρωα των παιδικών του χρόνων. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του ότι οι πράξεις του, ήταν πρώτη είδηση σε όλα τα μέσα, από τα λεωφορεία μέχρι την τηλεόραση! Ήξερε όμως ότι για να ολοκληρωθεί το έργο του θα έπρεπε να αποκαλυφθεί… μόνο έτσι θα δοξαστώ ολοκληρωτικά… πρέπει να μάθουν όλοι ποιος είμαι αλλά όχι ακόμα, έχω πολλά να κάνω ακόμα… αυτές ήταν οι τελευταίες του σκέψεις πριν εισβάλει η μάνα του και ξεκινήσει να του λέει για τον γιο της κυρά-Μαρίας που γκάστρωσε την ανιψιά του αστυνόμου Σαΐνη!

Δύο τετράγωνα παραπάνω η μυστική αστυνομία με επικεφαλής τον αστυνομικό Σαΐνη λογομαχούσαν γα το νυχτερινό σχέδιο δράσης. Τη λύση έδωσε η πανέξυπνη ανιψιά του πρώην επιθεωρητή, η μικρή Τασούλα.

Ώρα έντεκα και εικοσιπέντε. Το κρύο θέριζε και σπάνια περνούσε αυτοκίνητο. Μονάχα ένας χοντρός κύριος έπαιρνε το σκύλο του για κατούρημα. Ο Μανόλης τον άφησε να τον προσπεράσει. Ο βραδινός του περίπατος στο πάρκο κόντευε να φτάσει στο τέλος του και τίποτα δεν κατάφερε να του εξάψει την περιέργεια. Πόσο του είχε λείψει το καλοκαίρι. Έκανε σχέδια για το επόμενο… τώρα που γνώριζε τη δύναμη της μάσκας, είχε σκοπό να μην αφήσει καμία τουρίστρια να φύγει χωρίς αναμνηστικό λεκέ.

Η σκέψη του διακόπηκε από τον ήχο των τακουνιών πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι, καμιά δεκαριά μέτρα πίσω του. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί και έριξε μια κλεφτή ματιά. Το θέαμα ενός νεαρού κοριτσιού με κοτσιδάκια και με σχολική τσάντα στην πλάτη, που περπατούσε σε έναν έρημο δρόμο φορώντας τακούνια, τον απογείωσε για τα καλά. Του θύμισε το “πουτανομαθήτριες 3”.

Ο δράκος επιτάχυνε το βήμα και στο σταυροδρόμι λίγα μέτρα παρακάτω έγινε άφαντος. Με γρήγορες κινήσεις φόρεσε τη μάσκα και πετάχτηκε ξανά στο δρομάκι παίζοντας βίαια το δασύτριχο πέος του που το είχε βγάλει έξω για τελευταία φορά στη σύντομη ζωή του… αντί να αντικρίσει το υποψήφιο θύμα του αντίκρισε δέκα αστυνομικούς να τον σημαδεύουν με τα όπλα τους, ένας πίσω από κάθε θάμνο. Έκανε να τρέξει πίσω, αλλά πριν κάνει βήμα το μέτωπο του ήρθε σε επαφή με το περίστροφο του Σαΐνη. Έκανε να σηκώσει το παντελόνι αλλά μια φωνή τον σταμάτησε.

-Τα χέρια ψηλά λύκε. Φώναξε ένας αστυνομικός και εκείνος υπάκουσε τρομαγμένος. Το ίδιο και το καυλί του που ακόμα στεκόταν υψωμένο.

-Γονάτισε κάτω κάθαρμα. Γονάτισε… φώναξε ένας άλλος. Ο Μανόλης γονάτισε και το πέος του άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει.

-Ξάπλωσε μπρούμυτα μπάσταρδε… είπε μια γυναικεία φωνή πίσω του. Ήταν η Τασούλα. Η κοπέλα που έκανε το δόλωμα. Γύρισε να την αντικρίσει και εκείνη τον κλώτσησε με το τακούνι της στην πλάτη σωριάζοντας τον κάτω.

-Στο χώμα δράκε! Είπε και τον κλώτσησε ξανά στα πλευρά.

-Δεν είναι δράκος, είναι λυκάνθρωπος είπε ένας νεαρός αστυνομικός και άρχισε να χαζογελάει. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι με δυνατά γέλια και χαχανητά. Ο δράκος γούρλωσε τα μάτια του. ένοιωσε τις μαγικές δυνάμεις που του πρόσφερε η μάσκα να τον κυριεύουν. Ένοιωσε πιο δυνατός και από τον Captain Planet. Σηκώθηκε αστραπιαία. Το παντελόνι του ήταν ακόμα κατεβασμένο και ο πούτσος του πιο καυλωμένος από ποτέ και γεμάτος χώματα. Επιτέθηκε σαν λυσσασμένο λυκόσκυλο στα όργανα της τάξης αλλά εκείνοι τον σώριασαν κάτω με τη μία. Τον κύκλωσαν και τον άρχισαν στις γρήγορες μέχρι που σταμάτησε κάθε προσπάθεια αντίδρασης.

-Μαλάκα. Αυτό θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου.

-Πρέπει να είναι πολύ ανώμαλος… πριν προλάβει να ολοκληρώσει την κουβέντα του ο αστυνόμος, ένα τριχωτό χέρι με κοφτερά νύχια του έγδαρε τη μούρη μέχρι το κρανίο! Ήταν μια πελώρια αρκούδα!!! Ουρλιαχτά, μουγκρίσματα και πυροβολισμοί έδιναν και έπαιρναν για το επόμενο μισό λεπτό. Στο τέλος είχε μείνει μόνο η αρκούδα και ο Μανόλης που είχε σηκωθεί όρθιος αλλά έτρεμε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να κουνηθεί για να το σκάσει. Η αρκούδα τον πλησίασε περπατώντας στα τέσσερα και κοιτώντας περίεργα το κεφάλι του ανθρώπου που έμοιαζε με λύκο. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής κάτι την τράβηξε στο χαλαρωμένο πέος του λυκανθρώπου. Θα πρέπει να το πέρασε για κάποια λιχουδιά του δάσους και άρχισε να το γλύφει. Ο Μανόλης που σταμάτησε απότομα να τρέμει, άρχισε να καυλώνει για κακή του τύχη. Η αρκούδα διαισθάνθηκε κάποιο κίνδυνο και δάγκωσε το εχθρικό αντικείμενο ακρωτηριάζοντας το από το σώμα του Μανόλη. Στη συνέχεια τον κατασπάραξε ολόκληρο μην αφήνοντας ούτε ένα δείγμα από την ύπαρξη του λυκανθρώπου. Στο άκουσμα της σειρήνας η αρκούδα εξαφανίστηκε στα σκοτεινά σοκάκια της Γαρίτσας…

Από τότε οι Κερκυραίοι μόλις ο ήλιος πέσει και το σκοτάδι κάνει την εμφάνιση του κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους. Ο λυκάνθρωπος όμως δεν εμφανίστηκε από τότε… ούτε για να ικανοποιήσει τις ανώμαλες ορέξεις του, ούτε για να χορτάσει με λαχταριστό ανθρώπινο κρέας. Κάποιες παλιές εξαφανίσεις αποδόθηκαν αμέσως στη μανία του κτήνους. Την νύχτα όποτε ακουγόταν ουρλιαχτά, οι μανάδες αγκάλιαζαν τα παιδιά τους σφιχτά και οι εραστές ορκιζόταν αιώνια αγάπη. Για την αρκούδα που το έσκασε από το τσίρκο κανείς δεν νοιάστηκε…

Γιώργος Σάπιος