«Ένας πίνακας – μία ιστορία» P.S.Mavro/Stavriotis


12193414_723852961049896_6709033387078137239_n
• «Ο Άρχοντας Άλντε-πατε-χα, με τη βοήθεια της «Κυρίας της Τι-χουα-κούλπα», (της ονομαζόμενης Χούα-Άκα-Πούκα) ανέβηκε στο θρόνο των Ίνκας και κυβέρνησε κάτω από τη σκιά της. Aπέκτησε μαζί της πολλές θυγατέρες… αλλά κανέναν γιό.

Το μεγάλο λάθος του, ήταν ότι, επιχείρησε να παντρευτεί μια από αυτές, για να αποκτήσει αρσενικό παιδί από το αίμα του. Παραμέρισε λοιπόν, την «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα»… αλλά αυτή, με δόλο τον ξεγέλασε, τον παρέσυρε στο κρεβάτι της και τον ευνούχισε.

11921620_723853011049891_5622886796430269396_n

Με τη σύμπραξη του κουνιάδου και εραστή της, η «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα», δηλητηρίασε τη θυγατέρα της, ευνούχισε τον Άρχοντα Άλντε-πατε-χα και με τη σύμπραξη του κουνιάδου και εραστή της, τον εκθρόνισε και τον φυλάκισε (για πάντα) μέσα σε ένα υγρό σκοτεινό υπόγειο κελί.

Η «Κυρία της Τι-χουα-κούλπα» ανέβασε στο θρόνο των Ίνκας, τον κουνιάδο και εραστή της, απέκτησε μαζί του, 5 γιούς και κυβέρνησε (μέσο αυτού – ακόμα και μετα το θάνατό του) ως τα βαθιά γεράματα της, την Αυτοκρατορία».

Ας σημειωθεί δέ, πως… (ακόμα και μετά το θάνατο του εραστή της, σε μεγάλη πια, ηλικία) …τέσσερεις γιούς θυσίασε στη Μεγάλη Πυραμίδα του Μέξικο, μέχρι στο θρόνο των Ίνκας να ανέβει ο μικρότερος και ο πιο αγαπημένος της γιός.

Μόνο τότε, η Κυρία της Τι-χουα-κούλπα, υσήχασε και αφέθηκε να την οδηγήσουν (ζωντανή ακόμα) στον τάφο της, μια και (όπως λένε) ακόμα και ο θεός του θανάτου φοβόταν να την πλησιάσει!

12196036_723853057716553_1959386017130833985_n

Η ονομαστή Χούα-Άκα-Πούκα (η τρομερή «Αφέντρα των Υψηλών Τόπων») ίσως να παραμένει, ακόμα και σήμερα, θαμμένη ζωντανή κάτω από τα ερείπια της παλιάς πόλης Τι-χουα-κούλπα… γι’ αυτό οι αρχαιολόγοι που θα εργαστούν εκεί… θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί…

• Ένας πίνακας – μία ιστορία. Απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα που δε θα γραφτεί ποτέ.

P.S.Mavro/Stavriotis

Άλλο ένα Σάπιο Χριστουγεννιάτικο Παραμύθι …του Γιώργου Μικάλεφ  

Μέρες γιορτινές, λαμπρές & λίγο σκοτεινές. Η γειτονιά της κυρά-Ευφροσύνης είχε στολιστεί με λαμπάκια, άγιους Βασίληδες, ταράνδους, πλαστικούς χιονάνθρωπους, καμπανάκια και άλλα στολίδια. Η γριούλα είχε φτάσει τα ογδόντα με μεγάλη δυσκολία και συνεχώς αναρωτιόταν αν θα ξαναζήσει άλλο Πάσχα. Τα εγγόνια της ζούσαν στην Τασκένδη μαζί με τα παιδιά της και ο άντρας της κάπου ψηλά, να πετάει χαρούμενος παρέα με ιπτάμενους αναρχικούς στο νοητό σύμπαν κάποιου δημοσιογράφου.

Μονάχη συντροφιά της, ένα τσούρμο γατιά που αλήτευαν στη γειτονιά. Έβγαινε κάθε πρωί στον κήπο της μικρής γκαρσονιέρας που έμενε και τάιζε τα αιλουροειδή. Τους είχε δώσει ονόματα μεγάλων ζωγράφων. Θεόφιλος, Ζαν Μισέλ, Μπέικον, Μόντι, Φρίντα…  Εκείνα με το που άκουγαν την καλή γιαγιά τους να ανοίγει τα παράθυρα, ορμούσαν στην αυλή γεμάτα χαρά και λαιμαργία και γέμιζαν τις μεγάλες πια κοιλιές τους.

Το φαινόμενο των αδέσποτων γατιών ξένιζε πολλούς στην γειτονιά της γριούλας. Συχνές ήταν οι περιπτώσεις που ο κύριος Βάϊος κλωτσούσε τα γατιά ή τους πετούσε πέτρες με αρκετά αδερφίστικο τρόπο. Μία φορά είχε βρίσει αισχρά την κυρά Ευφροσύνη όταν είδε ότι τάιζε τις ορδές των εχθρών του. Εκείνη δεν έτρεφε μίσος για κανέναν. Σκεφτόταν ότι ίσως ο κύριος Βάϊος να είχε άσχημα παιδικά χρονιά και πουλί μικρού παιδιού.

Οι μέρες περνούσαν και η παραμονή των Χριστουγέννων είχε φτάσει. Τα παιδιά έτρεχαν στη γειτονιά και έλεγαν χαρούμενα τα κάλαντα, άλλο με σκουφάκι άγιου Βασίλη, άλλο με την κιθαρίτσα του, ένας πιτσιρικάς με το τύμπανο του και ένα κοριτσάκι πουλούσε σπίρτα έξω από ένα μαγαζί με κυλόττες. Η καλή γριούλα βγήκε τη βόλτα της και σιγά-σιγά με το μπαστουνάκι της και το καρότσι για τα ψώνια, σύρθηκε μέχρι το σούπερ παντοπωλείο της γειτονιάς. Ψώνισε τα απαραίτητα για το γιορτινό της πιάτο και την καλύτερη γατοτροφή “μιξ πάρτι” για τα γατιά της… έτσι για να τα γιορτάσουν και αυτά τα Χριστούγεννα. Η μέρα εκείνη όμως, της επιφύλασσε μια εφιαλτική έκπληξη…

Στο γυρισμό για το σπίτι, αντίκρισε μία φρίκη που της μαύρισε την ψυχή και ράγισε την αδύναμη καρδιά της. Το χαμόγελο της το γιορτινό, βιάστηκε από κάποιο ανδρείκελο, που αποφάσισε να ρίξει φόλες στη γειτονιά. Το αρρωστημένο θέαμα, περιελάμβανε μια ντουζίνα αιλουροειδών, που ξερνούσαν ξεψυχώντας, τα λιωμένα σωθικά τους… οι γάτες που την είχαν γλυτώσει, θρηνούσαν απελπισμένες τον μαρτυρικό θάνατο των συντρόφων τους. Η κυρά-Ευφροσύνη δεν άντεξε και πριν προλάβει να βουρκώσει λιποθύμησε. Την μάζεψαν κάποιοι Χριστιανοί που την γνώριζαν από την εκκλησία και την πήγαν στο σπίτι. Την έβαλαν να ξαπλώσει σε ένα ντιβάνι και έμεινε μαζί της μια χήρα από την κάτω Αχαγιά μέχρι να συνέλθει…

Σηκώθηκε μισή ώρα αργότερα με μια δίψα για εκδίκηση. Ο κύριος Βάϊος ήταν ο στόχος της και θα τον χτυπούσε εκεί που πονάει… Ήταν σίγουρη πως εκείνος ήταν το τέρας… Καθησύχασε την χήρα ότι είναι καλά και την έδιωξε ευγενικά, πριν προλάβει να της δώσει απόρρητες πληροφορίες για την πουτάνα της γειτονιάς. Πήγε στο αποθηκάκι και πήρε το ποντικοφάρμακο. Είχε μπόλικο… Στρώθηκε αμέσως και έφτιαξε τους πιο λαχταριστούς λουκουμάδες που μπορούσε να φτιάξει, τους έριξε λαχταριστή μερέντα από πάνω, φόρεσε το καλύτερο χαμόγελο της και βγήκε παγανιά…

Τα  τρία παιδιά του κύριου Βάϊου παίζανε στην παιδική χαρά μόνα τους. Θα ήταν πολύ εύκολο σκέφτηκε. Στο μαντρότοιχο πριν την παιδική χαρά, ένα σύνθημα έγραφε “ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΛΑ ΘΑ ΤΗ ΔΩΣΩ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΟΥ”. Δεν ήταν η μόνη που το σκέφτηκε λοιπόν… Πλησίασε περισσότερο προς την παιδική χαρά, κρατώντας στο δεξί της χέρι, ένα μεγάλο πιάτο λουκουμάδες, έτοιμους να αποτελειώσουν τα Χριστούγεννα… Τα παιδάκια του κύριου Βάϊου μυρίσανε τους λουκουμάδες και δειλά-δειλά, σαν υποψιασμένα, νηστικά γατάκια άρχισαν να την πλησιάζουν και εκείνα…

Τότε ήταν που μέσα σε ένα σύννεφο κίτρινου καπνού, εμφανίστηκε ο πατέρας Παϊσιος καβάλα σε ένα ευνουχισμένο, γαλανόλευκο γαϊδουράκι και της είπε: “Παιδιά είναι τούτα μωρή και δε φταίνε. Τούρκοι δεν είναι μα Γραικοί. Το αμάξι να του κάψεις και άσε τα άλλα στο Θεό.” Έτσι και έκανε. Εγκατέλειψε το σχέδιο της και αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή σχέδιο καινούριο και μεταμεσονύκτιο, βασισμένο στη συμβουλή του γέροντα. Όσο και αν ήθελε να πονέσει αυτό το κάθαρμα, τα παιδιά δεν ‘φταιγαν σε τίποτα… τουλάχιστον ακόμα…

Πήρε τέσσερα γκαζάκια και μια παλιά της ρόμπα και τα στρίμωξε όλα μέσα σε ένα χαρτοκούτι. Έβαλε το περιεχόμενο μέσα σε μια γιορτινή σακούλα, πείρε και ένα μπιτονάκι με βενζίνη που είχε για δύσκολες ώρες και βγήκε στο δρόμο σαν άλλος Άγιος Βασίλης, να δώσει ένα και μοναδικό δώρο, σε έναν τυχερό που το άξιζε.

Το αυτοκίνητο του κύριου Βάϊου βρισκόταν στο ίδιο σημείο όπως πάντα. Μια καλογυαλισμένη, μαύρη μερσεντές. Έβγαλε το δώρο από τη σακούλα, το τοποθέτησε κάτω από το αμάξι και άδειασε στο χαρτοκούτι τη βενζίνη. Αφού πότισε καλά το δώρο, το εύφλεκτο υγρό κύλησε στο δρόμο και δημιούργησε ένα υπέροχο υγρό φυτίλι που θα της έδινε λίγο χρόνο να απομακρυνθεί. Άναψε την φωτιά με ένα σπίρτο και σύρθηκε με το μπαστούνι της όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά. Σε λιγότερο από μισό λεπτό ακούστηκε μια δυνατή έκρηξη και το κωλάμαξο του κύριου Βάϊου, τυλίχτηκε στις φλόγες…

Πίσω από τα παραθυρόφυλλα της γειτονιάς, έντρομα μάτια νοικοκυραίων, αντίκριζαν τον εφιάλτη της τρομοκρατίας. Η αστυνομία ήρθε σε λίγα λεπτά. Κανείς δεν ήταν στο δρόμο παρά μία γριούλα με το μπαστούνι της, που τάιζε μερικές γάτες. Δεν θεώρησαν αναγκαίο ούτε καν να τη ρωτήσουν μήπως είδε κανέναν να πετάει…

 Η γριούλα ήξερε πως δεν θα τα κατάφερνε να φτάσει μέχρι το σπίτι της. Είχε πάρει μαζί της γατοτροφή για να ταΐσει τις γάτες που είχαν απομείνει, για ξεκάρφωμα. Όταν έφτασε στο σπίτι της, είχε είδη ξημερώσει. Έφτιαξε ένα ζεστάκι να πιει, έκατσε αναπαυτικά στην αγαπημένη πολυθρόνα και ένα λαμπερό χαμόγελο έφτανε μέχρι τα μαραμένα της αυτιά.

Ο άγιος Βασίλης ήρθε με μια μέρα καθυστέρηση στη γειτονιά της κυρά-Ευφροσύνης. Φορούσε μια όμορφη μαύρη στολή και έπινε μπύρα. Είχε κόψει τα αναψυκτικά γνωστής εταιρίας. “Είναι για τον πούτσο αυτοί οι καριόληδες” έλεγε συνέχεια. Μοίρασε αρκετά όμορφα δώρα, σχεδόν σε όλα τα σπίτια και προσέφερε και στον κύριο Βάϊο ένα γερό εγκεφαλικό απ’ το οποίο δεν επανήλθε ποτέ. Μάλλον ο κύριος Βάϊος δεν ήταν και τόσο καλό παιδάκι…

Γιώργος Μικάλεφ

 

 fb links: george micalef art & εκδόσεις το κόλο

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ*

*εξαιρούνται οι φασίστες και αρκετοί άλλοι

στη μνήμη του Μπασκιά &  των άλλων…

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η ΑΡΚΟΥΔΑ …παιδικές εκθέσεις

Πριν πολλές μέρες είχε πολύ καλό καιρό. Ο θείος μου, μου είπε πως είδε μια αρκούδα στα δέντρα πίσω από το σπίτι μου. Πήγαμε με τον θείο μου πίσω από το σπίτι μου με τα πιστόλια μου. Ο θείος μου δεν είχε δικό του πιστόλι και του έδωσα εγώ ένα δικό μου παλιό αλλά καλό. Ο θείος μου με κρατούσε σφιχτά με τα χέρια του για πολύ ώρα για να με προστατέψει απ’ την αρκούδα, αλλά εγώ δεν έβλεπα την αρκούδα. Ο θείος μου, μου είπε να βγάλω το παντελόνι μου για να δει η αρκούδα το πουλί μου και να τρομάξει και να φύγει. Δεν πρόλαβα να το βγάλω. Η αρκούδα βγήκε από το δέντρο και έφαγε τον θείο μου.

 

Αποστόλης

*απόσπασμα από «Το Πρώτο Μας Βιβλίο». Διαβάστε όλο το βιβλίο εδώ ή κατεβάστε εδώ

η σελίδα του κόλου στο facebook

Σάπιου Μύθοι

I.

Ο σκύλος κάποτε ρώτησε τον γάτο γιατί πίνει και εκείνος απάντησε… Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιω αλλά για κανέναν από αυτούς δεν πίνω. Πίνω μόνο για να ξεχάσω όλους αυτούς τους λόγους που εσύ με τη γαμημένη σκυλίσια ερώτηση σου μου θυμίζεις.

cat dog

II.

Ένας σκύλος έκανε έρωτα με έναν άλλο σκύλο σε ένα συνεργείο. Ένας ομοφυλόφιλος μυοπόταμος τους κοιτούσε με μια δόση ζήλιας που εκείνος δεν μπορούσε να ερωτοτροπήσει όπως οι σκύλοι και με θρασύτητα απερίγραπτη τους πέταξε έναν κουβά νερό. Τότε οι δύο σκύλοι μετά από μερικά γαμοσταυρίδια, έπιασαν το ομοφυλόφιλο ζώο και του έδειξαν πως κάνουν έρωτα οι σκύλοι.

dog fuk dog

III.

Στη λίμνη ένα βράδυ μία πάπια φλέρταρε χυδαία με έναν κάβουρα. Την ώρα που ψήθηκε η κατάσταση και ετοιμαζόταν να πάνε στην καβουροφωλιά να βγάλουν τα μάτια τους, ένας μουνουχισμένος κυνηγός, πυροβόλησε τον κάβουρα στο κεφάλι και τον σκότωσε. Η πάπια πέταξε μακριά και παντρεύτηκε έναν Αύγουστο.

duck

IV.

Ο μυοκάστορας ένα βράδυ τα έπινε μαζί με τον γάτο. Ο γάτος ρώτησε το συμπότη του γιατί πίνει. Ο μυοκάστορας του απάντησε… δεν μας γαμάς ρε γάτε. Και έτσι έγινε…

cat 2

V.

Πριν δέκα χρόνια ο λύκος εγκαταστάθηκε στο χωριό και άνοιξε ψησταριά για χορτοφάγους. Οι μόνοι πελάτες του ήταν ο τράγος και ο μυοκάστορας ο μερακλής που έπινε ρετσίνα με τηγανητές μελιτζάνες και φασόλια. Ένα βράδυ μπήκε στην ψησταριά το χέλι να πουλήσει προστασία. Ο τράγος του είπε «δεν μας γαμάς ρε χέλι…” και ο λύκος το έπιασε και το πέταξε στο καυτό τηγανόλαδο. Εκείνο έσκουζε και φώναζε “την έχετε γαμήσει μπάσταρδοι” την ίδια ώρα που το στομάχι του μυοκάστορα γουργούριζε για τον καινούριο μεζέ…

wolf

VI.

Το τσοπανόσκυλο κόντευε να πνιγεί από το σφιχτό κολάρο και ζήτησε από τον γάτο να του το χαλαρώσει. Ο γάτος του ζήτησε να χαμηλώσει το κεφάλι του για να τον βοηθήσει. Τότε ο γάτος έβγαλε ένα σουγιά και του έκοψε το λαιμό.

Untitled

VII.

Ένας μεγάλος αρουραίος ήταν στην παραλία με τον μυοκάστορα και πίνανε μπύρες. Ο τελευταίος ρώτησε τον αρουραίο γιατί πίνει και του απάντησε… πίνω για να ξεχάσω τα υλικά δεσμά αυτού του κόσμου που κρατάνε το πνεύμα μου σκλαβωμένο στους υπονόμους της ύπαρξης. Ο μυοκάστορας κοίταξε τον αρουραίο και κατέβασε την μπύρα του με ευχαρίστηση… το βγάλαμε το μεροκάματο και σήμερα… σκέφτηκε ενδόμυχα…

rat2

VIII.

Κάποτε την Γαρίτσα την επισκέφθηκε ένας μεγάλος μυοκάστορας όπου κατασπάραξε ένα τσοπανόσκυλο και στραγγάλισε τρεις γάτες. Η αλεπού τον είδε λέει να πετάει από δέντρο σε δέντρο. Αλλά η αλεπού όλο μαλακίες έλεγε…

fox

IX.

Μια φορά και έναν καιρό στου Διαόλου τη μάνα, ζούσε ένα πλάσμα τόσο βρώμικο που ούτε οι νεκρές σαρδέλες δεν άντεχαν να κάτσουν δίπλα του. Αυτό το πλάσμα ζούσε εις βάρος της κοινότητας των γάτων, χρησιμοποιώντας κατάπτυστα παιχνίδια. Μια μέρα ένας σκύλος του ακρωτηρίασε με μια δαγκωνιά τα γεννητικά του όργανα και αφού τα μάσησε, του τα έφτυσε στα μούτρα. Το πλάσμα συνέχισε όμως να κάνει τις βρωμιές του, γιατί έτσι και αλλιώς δεν είχε αρχίδια…

plasma

X.

Πριν δύο μήνες ένας σκαντζόχοιρος  έπιασε στα πράσα τη γυναίκα του να τον απατάει με έναν αρουραίο. Αφού το σκέφτηκε καλά, πλήρωσε έναν ρινόκερο για να κάνει έρωτα μαζί του και φρόντισε να τον δει ο αρουραίος ο οποίος έπαθε μεγάλο σοκ. Την επόμενη μέρα ο κερατάς σκαντζόχοιρος είδε τον αρουραίο στο δρόμο, του έκλεισε το μάτι και του είπε με νόημα… έτσι γαμάνε τα ογκώδη φυτοφάγα θηλαστικά της Αφρικής που στο πάνω ρύγχος τους έχουν ένα ή και δύο κέρατα…

keratas

XI.

 Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα στο μυρμηγκοβασίλειο. Οι δουλειές είχαν παύσει για μεσημέρι και ένα μυρμήγκι μες στην ντάγκλα του, έπινε τον καφέ του και ένα μικρό παιδί, που ποτέ δεν έμαθε την αξία της ζωής, το πάτησε. Από τότε το μυρμήγκι δεν ξαναήπιε καφέ νες. Το παιδί γέρασε και πέθανε.

ant

XII.

Τα χρόνια που ο λύκος έγραφε το βιβλίο του “περί επ’ αναστάσεως λόγοι”, το γουρούνι έγραψε το “μανιφέστο της πουστιάς”, το φίδι έγραψε την “πνευματική αναπηρία στην μετά-Εδέμ εποχή” και οι γλάροι πετούσαν και έπαιρναν μάτι ένα ζευγάρι ανθρώπων να κάνει παθιασμένο έρωτα στην παραλία. Την επόμενη χρονιά το ζευγάρι χώρισε και δεν ξαναέκανε έρωτα στην παραλία. Ήταν η ίδια χρονιά που οι γλάροι έκαναν επανάσταση, η αλεπού άνοιξε γιαουρτάδικο, η αρκούδα ανέβηκε στο βουνό της , εγώ έμεινα εδώ, εσύ εκεί και η ζωή συνεχίζεται…

434

XIII.

Η αρκούδα γυρνούσε στο δάσος και κάποια στιγμή ζαλίστηκε και είπε να βρει ένα μέρος να ξαποστάσει. Βρήκε ένα καφενείο μα η μόνη καρέκλα δίχως κώλο επάνω της, ήταν στο τραπέζι που καθόταν το σαλιγκάρι. Κάτσε αρκούδα, της είπε και εκείνη κάθισε. Τι να κεράσω αρκούδα? Ρώτησε ο σαλίγκαρος… Άντε γαμήσου, απάντησε εκείνη. Ο σαλίγκαρος εκνευρισμένος αλλά αρκετά ψύχραιμος της είπε… Θα σου έκοβα το λαρύγγι με το στιλέτο μου, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 258 παράγραφος 2ε και 2ζ του δασικού κώδικα, απαγορεύεται ο φόνος, η αιχμαλωσία, η κατοχή και η έκθεση σε δημόσια θέα της αφεντιάς σου…

snail

XIV.

Ένα δειλινό του Αυγούστου, ο σκίουρος έφαγε κρεμμύδια και η ανάσα του σκότωσε την αγάπη μας. Ο ασβός ρεύτηκε την τονοσαλάτα που του μαγείρεψε η αλεπού και η χελώνα έπινε υποβρύχια στο στέκι παρέα με την οχιά και η ζωή συνεχίζεται και η ζωή συνεχίζεται…

ryryye

XV.

Κάποτε στο στέκι του καρχαρία, βρέθηκε ένας λύκος, πρώην χωροφύλακας να τα πίνει. Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει, άρχισε να πουλά μαγκιά έχοντας στα μυαλά του τις παλιές ένστολες μέρες του. Μια παρέα ασβών αντιεξουσιαστών, τον έβγαλαν έξω το λύκο με σπρωξιές και τον έσπασαν στο ξύλο. Την ώρα που προσπαθούσε να σηκωθεί, τρώει μια κλωτσιά στα πλευρά από ένα πρόβατο και του πε “σήκω φύγε κερατά… εμείς εδώ δεν γαμάμε τσάμπα το μουνί”.

3325265w

XVI.

Ήτανε σούρουπο και η χελώνα γύρναγε στο σπίτι της πιωμένη. Στο δρόμο συναντάει το  λαγό που ‘τανε σπινταρισμένος και άρχισε να της πουλάει τσαμπουκά. Η χελώνα τότε τον προκάλεσε σε αγώνα δρόμου. Στάθηκαν δίπλα-δίπλα, όρισαν το σημείο τερματισμού και η χελώνα μαχαίρωσε στην πλάτη το λαγό 15 φορές σκοτώνοντας τον και μετά γύρισε στο σπίτι της.

3324252

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Μικάλεφ «Σάπιες ιστορίες» 2013

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο Θάνατος Ήρθε Από Τα Ξένα – Γιώργος Μικάλεφ

ιστορία από το «δεύτερο βιβλίο του κώλου«

Άλλη μια Κυριακή με βρίσκει να κάθομαι στο γραφείο μου και να χαζεύω στον υπολογιστή με τις ώρες. Ο Χειμώνας δεν είναι για έξω και ειδικά όταν έχεις το τζάκι να καίει όλη μέρα. Είχαμε ξενυχτήσει το Σαββατόβραδο στο στέκι, πίνοντας μπύρες με τον Επαμεινώνδα. Ο συγχωρεμένος πια Επαμεινώνδας, ήταν ένας περίεργος τύπος ανθρώπου. Δεν τον έβλεπες συχνά έξω και κανείς στη γειτονιά δεν ήξερε τι δουλειά κάνει. Για κάποιο λόγο που μόνο εκείνος ήξερε, με συμπαθούσε και μια φορά το μήνα πηγαίναμε καμιά βόλτα για μπυροποσία. Εκείνη τη μέρα η γυναίκα μου απουσίαζε για ένα διήμερο σεμινάριο και εγώ ήμουν μόνος και ελεύθερος να πιω χωρίς γκρίνια. Όχι που δεν είχε δίκιο να γκρινιάζει για την υγεία μου, αλλά και εγώ είχα ανάγκη το παυσίπονο μου.

Μόνο που μεσημέριασε και είμαι ακόμα χώμα. Μια λιγούρα με οδήγησε στο ψυγείο και με ανάγκασε να φάω την τελευταία σοκολάτα της Μαρίας. Σκεφτόμουνα μια φράση που έλεγε συνεχώς χθες ο Επαμεινώνδας μετά το πέμπτο υποβρύχιο… είναι τέρατα που πηδάνε, μας γαμάνε και πάνε. Από το περασμένο βράδυ  προσπαθούσα να την ερμηνεύσω… όχι τόσο τη φράση, αλλά τον περίεργο φίλο μου. Η προσπάθεια μου να τον ψυχολογήσω πάντα αποδεικνυόταν άκαρπη. Πιτσιρικάς διάβαζα πολύ τα συνωμοσιολογικά. Ε λοιπόν, αυτός ο τύπος είναι σαν να βγήκε μέσα απ’ τις σελίδες αυτών των βιβλίων. Έριξα δυο ξύλα στο τζάκι και έγειρα στον καναπέ.

Η σοκολάτα ήταν με κομματάκια αμυγδάλου. Την απόλαυσα μαζί με ένα ωραίο γλυκό καπουτσίνο. Από αυτόν δεν είχαμε στο χωριό μου. Ούτε τουαλέτα δεν είχαμε στο χωριό μου. Καιρός να τα απολαύσω λοιπόν. Καναπές, σοκολάτα, καπουτσίνο και αραλίκι.

Με την τηλεόραση κλειστή έχω διαπιστώσει πως το μυαλό μου λειτουργεί περισσότερο. Μπορεί να σκέφτεται περίπλοκα θέματα. Εκείνη την ώρα σκεφτόμουν πώς να παρακολουθήσω τον Επαμεινώνδα και να μάθω τι σκαρώνει εκεί μέσα… Οι συσκευές παρακολούθησης ήταν αρκετά φτηνές και διαθέσιμες με παραγγελία απ’ το διαδίκτυο. Φανταζόμουν τον εαυτό μου με ακουστικά να κοιτάω πολλές μικρές οθόνες και να ανακαλύπτω άκρως απόρρητα κρατικά μυστικά. Σε άλλη εκδοχή ανακάλυπτα πως ο γείτονας ήταν ένας κατά συρροή δολοφόνος και τον χάζευα την ώρα που ακρωτηρίαζε κάποιο από τα θύματα του και συγκεκριμένα την κυρά-Κούλα τη πασοκτζού… το τελευταίο σενάριο που έπλασε η καλπάζουσα φαντασία μου εκείνο το μεσημέρι, ήταν πως ο Επαμεινώνδας ντυμένος ουρακοτάγκος, πηδούσε την Μαρία μου. Εκεί σταμάτησα τα σενάρια. Η φαντασία καμιά φορά σου δημιουργεί εικόνες άσχημες και εμετικές. Για αυτό και άνοιξα την τηλεόραση.

Άλλαζα κανάλια αναποφάσιστα για κάνα πεντάλεπτο. Τελικά κατέληξα να βλέπω τον Ντάνιελ Σαν ντυμένο ντουζιέρα να τρέχει για να γλιτώσει το ξύλο. Αλλά τις έφαγε…

Ο καφές σε συνδυασμό με σοκολάτα και το άστατο στομάχι μου, είχε αρχίσει να επιδράει. Ηχηρές εκκενώσεις αερίων άρχισαν να μολύνουν την ατμόσφαιρα. Διήρκησαν μέχρι τις διαφημίσεις όπου τα δεσμά μου  χαλάρωσαν και ελεύθερος πια μπορούσαν να περάσω το τηλεοπτικό μου διάλλειμα, στην τουαλέτα που τόσο πολύ ονειρευόμουν στα παιδικά μου χρόνια.

Πάντα ένιωθα ηλίθιος όταν προσπαθούσα να λύσω κάποιο σταυρόλεξο. Η Μαρία πάντα φρόντιζε να υπάρχει κάποιο σταυρόλεξο στο μπάνιο. Ίσως για να με κάνει να νοιώθω ηλίθιος. Αυτή η σκέψη άρχισε να με απασχολεί καθώς καθόμουν αναπαυτικά στο κάθισμα της τουαλέτας. Η πόρτα της τουαλέτας ήταν ανοιχτή. Το συνήθιζα όταν ήμουνα ολομόναχος. Η τηλεόραση στο σαλόνι ήταν ακριβώς απέναντι από το μπάνιο. Είχα διαλέξει επίτηδες αυτή τη θέση για να μην χάνω τα αγαπημένα μου προγράμματα για κανέναν λόγο. Ήμουν τραγικός… το ξέρω…

Οι ήρεμες σκέψεις μου διεκόπησαν  από έναν δυνατό κρότο.  Η αλήθεια είναι ότι τρόμαξα αρκετά και τινάχτηκα απότομα. Κανείς εδώ δεν κυνηγά. Τι στον Άι Σπυρίδωνα ακούστηκε? Πρέπει να ήταν από πολύ κοντά και ήμουν σίγουρος πως ήταν πυροβολισμός. Η γειτονιά μας ήταν κάπως απόμερη και έξω από την πόλη αλλά κανείς δεν βαρούσε ντουφεκιές μεσημεριάτικα.

Οι επόμενες σκηνές ξετυλίχτηκαν αρκετά γρήγορα μιας και ο τρόμος δεν δίνει περιθώρια για πολλές σκέψεις. Ένας θόρυβος από γυαλιά να σπάζουν ακούστηκε απ’ το σαλόνι και ένα πελώριο “πράγμα” έκανε ένα γρήγορο αναγνωριστικό πέρασμα μπροστά από την ανοιγμένη πόρτα. Εγώ σηκώθηκα αυτόματα και έκλεισα απότομα την πόρτα του μπάνιου χωρίς δεύτερη σκέψη. Διπλοκλείδωσα ξαφνιάζοντας το πελώριο πλάσμα που άρχισε να χτυπάει με τρομακτική δύναμη την πόρτα, λες και την κλωτσούσαν πέντε άντρες.

Το ένστικτο της καθαριότητας νίκησε το ένστικτο της επιβίωσης και με ανάγκασε να σκουπιστώ χάνοντας ένα πολύτιμο λεπτό από τα τελευταία ίσως της ζωής μου. Τα χτυπήματα καταλάγιασαν και σταμάτησαν. Κοίταξα απ’ την κλειδαρότρυπα και αντίκρισα ένα γκρίζο τέρας που ξεπερνούσε τα δύο μέτρα να περιφέρεται στο σαλόνι μου. Η τηλεόραση μου το ενόχλησε και στηριζόμενο στην χοντρή ποντικίσια ουρά του, σήκωσε το σώμα του και με τα τεράστια πόδια του την κλώτσησε με δύναμη σωριάζοντας της κάτω. Μετά γύρισε προς την πόρτα που μας χώριζε και άρχισε να πλησιάζει με έναν αργό αηδιαστικό τρόπο. Εκείνη την ώρα παρά την ταραχή μου κατάλαβα τι ήταν αυτό το τέρας…

Ήταν ένα καγκουρό από την κόλαση. Καθώς πλησίαζε ο τρόμος έγινε ακόμα μεγαλύτερος. Στον μάρσιπο του δεν υπήρχε κανένα γλυκό μωρό καγκουρό παρά ένα ανθρώπινο κεφάλι. Ήταν το ακρωτηριασμένο κεφάλι του Επαμεινώνδα!  Ο Χριστός και η Παναγία ψιθύρισα και μίσος άρχισε να μολύνει τη ψυχή μου με εκδικητική μανία. Οι κλωτσιές έδιναν και έπαιρναν και η πόρτα δεν θα άντεχε για πολύ. Προσπαθούσα να σκεφτώ πως θα μπορούσα να αντιμετωπίσω αυτόν τον δίμετρο δαίμονα και οι επιλογές μου ήταν ελάχιστες εκεί μέσα. Ήλπιζα μόνο να είχα ξεχάσει τον θερμοσίφωνα ανοιχτό από χθες το βράδυ.

Η πόρτα με ένα τελευταίο χτύπημα του δολοφονικού καγκουρό υποχώρησε. Εγώ μέσα στη μπανιέρα σκυμμένος με το τηλέφωνο του ντους στο χέρι να βγάζει καυτό νερό. Το τέρας μπήκε χυδαία και αναίσχυντα στο μπάνιο μου πατώντας χωρίς κανέναν σεβασμό πάνω στην διαλυμένη πόρτα. Μόλις το διψασμένο για αίμα βλέμμα του συνάντησε το πραγματικά χεσμένο δικό μου, έβγαλε μια ανίερη κραυγή ευχαρίστησης. Δεν περίμενα πολύ… έβαλα την πίεση του καυτού νερού στο τέρμα και το εκτόξευσα ζεματίζοντας το κεφάλι του θηρίου. Εκείνο σοκαρισμένο και με τα μάτια του κλειστά από τον πόνο, έπεσε πίσω στη μπανιέρα. Βρήκα ευκαιρία και έτρεξα στο σαλόνι. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει σαν τρελό… πήγα στην κουζίνα.

Όταν το αιμοβόρο κτήνος βγήκε από το μπάνιο, εγώ είχα εφοδιαστεί με ένα αντικολλητικό τηγάνι και ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι. Εκείνο όρμισε με δυο σάλτα κατά πάνω μου και τότε βρήκα την ευκαιρία να του ρίξω μια τηγανιά στο δόξα πατρί και να το μαχαιρώσω επιφανειακά στο στήθος. Εκείνο στηριζόμενο στην ουρά του πήρε θέση για να με κλωτσήσει. Όμως εγώ την απέφυγα πέφτοντας στο πλάι και βρήκα την ευκαιρία να του μαχαιρώσω την ουρά και την πλάτη.  Μου ανταπέδωσε τα χτυπήματα ρίχνοντας μου μια στα μούτρα με την ουρά του αφοπλίζοντας με και με σώριασε κάτω. Επιχείρησε τότε αμέσως να πηδήξει επάνω μου αλλά ευτυχώς κύλισα προς το τζάκι και το απέφυγα ξανά. Καθώς σηκωνόμουν άρπαξα το σίδερο από το τζάκι για όπλο. Το θηρίο πήδηξε καταπάνω μου με σκοπό να με πετάξει στη φωτιά, αλλά αποφεύγοντας το κατέληξε να ζεματίσει το πόδι του στο τζάκι και να πέσει κάτω σφαδάζοντας. Χωρίς να χάσω την ευκαιρία σήκωσα το σίδερο και άρχισα να χτυπώ τον δαίμονα στο κεφάλι με μανία… σύντομα έχασε τις αισθήσεις του…

Δέκα λεπτά αργότερα τα χέρια μου είχαν πιαστεί και σταμάτησα να χτυπάω το διαλυμένο κρανίο, αφήνοντας το ματωμένο σίδερο στο πάτωμα. Το κεφάλι του καγκουρό είχε γίνει μια μάζα από κρέας, σαν τις μπριζόλες που μου χτυπούσε η γιαγιά μου η Χρυσάνθη. Το κεφάλι του Επαμεινώνδα είχε πέσει κατά τη διάρκεια της μάχης στον καναπέ μου. Το σκέπασα με μια κουβερτούλα. Έριξα μια ερευνητική, ψύχραιμη ματιά στο νεκρό φονιά. Μέσα στον μάρσιπο υπήρχε κάτι ακόμα. Σίγουρα δεν ήταν ανθρώπινο μέλος. Είχε τετραγωνισμένο σχήμα. Έβαλα το χέρι μου μέσα σε αυτή την αηδία και έβγαλα από μέσα ένα μεγάλο βιβλίο βουτηγμένο στα αίματα. Το ακούμπησα στο τραπεζάκι και το άνοιξα. Ήταν χειρόγραφο και έβαζα στοίχημα πως το έγραψε ο Επαμεινώνδας.

Τα όσα διάβασα εκεί μέσα ήταν συνταρακτικά. Στις σελίδες αυτού του βιβλίο ο αδικοχαμένος φίλος, έγραφε για την μεγάλη συνωμοσία των καγκουρό… Το ξέρω πως θα σας φανεί γελοίο. Το ίδιο φάνηκε και σε μένα όταν διάβασα ότι τα καγκουρό σύμφωνα με έναν αρχαίο θρύλο, αν γευτούν το αίμα και τη σάρκα των απογόνων του Αλεξάνδρου, θα κυριαρχήσουν στον κόσμο… Η αλήθεια είναι ότι και εγώ γέλασα όταν το άκουσα. Λίγα λεπτά αργότερα όμως, όταν αντίκρισα έξω από παράθυρο μου εκατοντάδες καγκουρό να τριγυρνούν στη γειτονιά, το χαμόγελο μου πάγωσε…

Ένας πανικός άνευ προηγουμένου επικρατούσε στους δρόμους έξω. Τα καγκουρό-φονιάδες ήταν αμέτρητα και παντού. Σκότωναν και βίαζαν όποιον βρισκόταν στο πέρασμα τους. Εισέβαλαν σε σπίτια σπάζοντας πόρτες και παράθυρα. Όσοι επιχείρησαν να φύγουν βρήκαν τον θάνατο μέσα στα αυτοκίνητα τους… βλέπεται αυτά τα τέρατα όλο το βράδυ είχαν ρουφήξει τη βενζίνη από όλα τα αυτοκίνητα της γειτονιάς. Ήταν πραγματικά πανούργα αλλά εγώ ήμουν ακόμα πιο πανούργος από αυτά τα φριχτά τέρατα…

Την ώρα που τα χτυπήματα στην εξώπορτα μου έδιναν και έπαιρναν, εγώ με το κοφτερό μαχαίρι είχα είδη γδάρει το τομάρι του καγκουρό που είχα σκοτώσει και το είχα φορέσει. Το θέαμα ήταν αισχρό και γελοίο ταυτόχρονα. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουνα όταν το έπραττα, αλλά μετά από τόσο κόπο δεν θα έκανα πίσω. Φόρεσα το δέρμα του ζώου σαν μακάβρια αποκριάτικη στολή. Το δέρμα απ’ την ουρά και τα πίσω πόδια σερνόταν στο πάτωμα, ενώ το κατεστραμμένο κεφάλι ήταν πεσμένο πάνω απ’ το δικό μου σαν  τα κεφάλια του λύκου που είχαν οι μάγοι αν θυμάμαι καλά σε κάποιο έργο…

Βγήκα έξω από το παράθυρο με τη ματωμένη κρεάτινη στολή μου. Απορώ γιατί μου χτυπάγανε την πόρτα και δεν μπαίνανε απ’ το σπασμένο παράθυρο. Αλλά δεν έκατσα να το σκεφτώ και προσποιούμενος το καγκουρό άρχισα να πηδάω σέρνοντας πίσω την ουρά και τα πόδια του θύματος μου. Κανένα καγκουρό δεν αντιλήφτηκε την απάτη μου. Τότε κατάλαβα ότι αυτά τέρατα θα πρέπει να τα έβλεπαν όλα ασπρόμαυρα… Περνούσα δίπλα τους την ώρα που σοδόμιζαν τους γείτονες μου και σφάγιαζαν τα παιδιά τους. Ήξερα πως δεν μπορούσα να βοηθήσω και ότι έπρεπε να σώσω το τομάρι μου για να προειδοποιήσω την ανθρωπότητα.

Μετά από μια ώρα αιματοβαμμένης περιπλάνησης κατάφερα να φτάσω σε έναν λόφο ασφαλή χωρίς αιμοβόρα πλάσματα τριγύρω. Από κει πάνω έβλεπα και το σπίτι μου ακόμα… στο βάθος. Στο δρόμο μου δεν συνάντησα άνθρωπο ζωντανό. Μόνο ακρωτηριασμένα μέλη μισοφαγωμένα και βιασμένα. Ήρθε στο μυαλό μου η γυναίκα μου. Το αεροδρόμιο σκέφτηκα πρέπει να ήταν κλειστό. Κάποιος πρέπει να ειδοποίησε την αστυνομία, τον στρατό, την κυβέρνηση ή όποιον στο διάολο μπορούσε να βοηθήσει. Στεκόμουν στον έρημο λόφο, μέσα στο ζεστό τομάρι του κτήνους και σκεφτόμουν τι να έκανα, όταν ακούστηκε ο θόρυβος από ένα αεροπλάνο που πλησίαζε στο αεροδρόμιο. Πάγωσα… τι θα γινόταν αν η Μαρία ήταν σε αυτό το αεροπλάνο και με το που άνοιγαν την πόρτα την κατασπάραζαν τα τέρατα μαζί με όλους τους επιβάτες? Και αν τα καγκουρό είχαν κυριαρχήσει σε όλες τις πόλεις? Και αν ήμουν ο τελευταίος επιζών αυτού του πολέμου? Και αν τελικά προσποιούταν ότι τα έβλεπαν όλα ασπρόμαυρα?

Η απόφαση που πείρα καθώς το αεροπλάνο  προσγειώθηκε και αποβιβαζόταν μια στρατιά από πηδηχτά τέρατα, ήταν μονόδρομος. Τυλίχτηκα με τη στολή μου και αποφάσισα να συνεχίσω να είμαι καγκουρό μέχρι να έρθει ο στρατός των ανθρώπων… αλλά δεν φάνηκε ποτέ…

Οραματιζόμουν τον εαυτό μου ως τον τελευταίο άνθρωπο στη Γη. Έναν πολεμιστή που σφαγιάζει τις ορδές των τεράτων. Στο φως θα ήμουν απλά ένα καγκουρό που θα πηδούσε όλη μέρα και τη νύχτα θα έπαιρνα την εκδίκηση μου στο όνομα της ανθρωπότητας… Μήπως όμως όλα αυτά να ήταν λάθος. Μήπως έπρεπε να αφήσω τα δύσμοιρα ζώα να κυριαρχήσουν ανενόχλητα όπως εμείς τόσα χρόνια τη Γη. Ίσως αυτά να τα πήγαιναν καλύτερα… Ίσως να έπρεπε να τους δώσω μια ευκαιρία…

Την σκέψη μου την διέκοψε απότομα ένα σκούντημα στον ώμο που αντί να με παγώσει έκανε την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή… η Μαρία με έβρισε γιατί έφαγα την τελευταία της σοκολάτα. Εγώ στον καναπέ κουλουριασμένος και αγουροξυπνημένος την κοίταξα σιωπηλά. Ωραία αντιμετώπιση στην τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας…

Γιώργος Μικάλεφ

 

Σάπιου Μύθοι

*με άπλετο σεβασμό στον Αίσωπο και τον Bierce

«Μέρος Πρώτο»

Ο σκύλος κάποτε ρώτησε τον γάτο γιατί πίνει και εκείνος απάντησε… Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιω αλλά για κανέναν από αυτούς δεν πίνω. Πίνω μόνο για να ξεχάσω όλους αυτούς τους λόγους που εσύ με τη γαμημένη σκυλίσια ερώτηση σου μου θυμίζεις.

 .. . ..

Ένας σκύλος έκανε έρωτα με έναν άλλο σκύλο σε ένα συνεργείο. Ένας ομοφυλόφιλος μυοπόταμος τους κοιτούσε με μια δόση ζήλιας που εκείνος δεν μπορούσε να ερωτοτροπήσει όπως οι σκύλοι και με θρασύτητα απερίγραπτη τους πέταξε έναν κουβά νερό. Τότε οι δύο σκύλοι μετά από μερικά γαμοσταυρίδια, έπιασαν το ομοφυλόφιλο ζώο και του έδειξαν πως κάνουν έρωτα οι σκύλοι.

 .. . ..

Στη λίμνη ένα βράδυ μία πάπια φλέρταρε χυδαία με έναν κάβουρα. Την ώρα που ψήθηκε η κατάσταση και ετοιμαζόταν να πάνε στην καβουροφωλιά να βγάλουν τα μάτια τους, ένας μουνουχισμένος κυνηγός, πυροβόλησε τον κάβουρα στο κεφάλι και τον σκότωσε. Η πάπια πέταξε μακριά και παντρεύτηκε έναν Αύγουστο.

 .. . ..

Ο μυοκάστορας ένα βράδυ τα έπινε μαζί με τον γάτο. Ο γάτος ρώτησε το συμπότη του γιατί πίνει. Ο μυοκάστορας του απάντησε… δεν μας γαμάς ρε γάτε. Και έτσι έγινε.

 .. . ..

Το τσοπανόσκυλο κόντευε να πνιγεί από το σφιχτό κολάρο και ζήτησε από τον γάτο να του το χαλαρώσει. Ο γάτος του ζήτησε να χαμηλώσει το κεφάλι του για να τον βοηθήσει. Τότε ο γάτος έβγαλε ένα σουγιά και του έκοψε το λαιμό.

 .. . ..

Ένας μεγάλος αρουραίος ήταν στην παραλία με τον μυοκάστορα και πίνανε μπύρες. Ο τελευταίος ρώτησε τον αρουραίο γιατί πίνει και του απάντησε… πίνω για να ξεχάσω τα υλικά δεσμά αυτού του κόσμου που κρατάνε το πνεύμα μου σκλαβωμένο στους υπονόμους της ύπαρξης. Ο μυοκάστορας κοίταξε τον αρουραίο και κατέβασε την μπύρα του με ευχαρίστηση… το βγάλαμε το μεροκάματο και σήμερα… σκέφτηκε ενδόμυχα…

Γιώργος Μικάλεφ

Ο Παππούς-Δράκος, η Γιαγιά-Στρίγκλα και… ο Πρωτοχρονιάτικος «Greek Mussakas» …της κ. Λόλας! …του P.S.Mavro

Ένα επίκαιρο Πρωτοχρονιάτικο «παραμύθι»
από τον P.S.Mavro/Stavrioti 
αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά του κόσμου.
Τώρα που είναι Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, είναι συνήθεια οι άνθρωποι να μαγειρεύουν νόστιμα φαγητά, να φτιάχνουν γλυκά, να στολίζουν εορταστικά το τραπέζι τους, να τρώνε όλοι μαζί – οικογενειακά – να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους πίνοντας καλό κρασί, να ανταλλάσουν δώρα και ευχές…(!) αλλά και να αφηγούνται όμορφες ιστορίες!
Φυσικά το «τώρα» (που χρησιμοποίησα σαν πρώτη μου λέξει) είναι τελείως ανεπίκαιρο, μια και στις ημέρες μας -οικονομικά- υπάρχει μεγάλη στενότητα. Τα χρήματα λείπουν από τα περισσότερα σπίτια… γιατί όλοι μας σκεπτόμαστε, αυτούς που είναι ακόμα φτωχότεροι από εμάς!
Μια και λοιπόν, τα τελευταία χρόνια και εγώ δυσκολεύομαι οικονομικά… και δεν μπορώ να κάνω δώρα (ιδιαίτερα στα παιδιά) …σκαρφίζομαι ιστορίες και παραμύθια, που σαν καλός παππούς, πρώτα τα αφιερώνω στις δύο εγγονές μου, τη Λυδία και την Ίριδα, μετά στα ανίψια μου και φυσικά σε όλα τα παιδιά του κόσμου!
Για αυτές τις γιορτές λοιπόν έγραψα μια αλληγορική ιστορία που μιλά για φαγητό (φάτε μάτια – ψάρια, που λένε…) και την ονόμασα…
Ο Παππούς-Δράκος, η Γιαγιά-Στρίγκλα και… 
ο Πρωτοχρονιάτικος «Greek Mussakas» 
…της κ. Λόλας!
Κάποτε ήταν μία εποχή που, αν κάποιος περνούσε έξω από τις κουζίνες και τα παραθύρια του χωριού, θα τρελαίνονταν από τις μυρωδιές! Λογίς λογίς φαγητά μαγειρεύονταν από τις νοικοκυρές. Mπουρδέτο, Mπιάνκο, Σοφρίτο, Παστιτσάδα, Παστίτσιο, Παπουτσάκια…
Iδιαίτερα τις γιορτινές ημέρες, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, όλο το χωριό γέμιζε από τις απίθανες αυτές μυρωδιές! Ο καθένας θα μπορούσε να συλλάβει με τα ρουθούνια του, γαργαλιστικές μυρωδιές από ψητές γαλοπούλες, από γουρουνόπουλο στη σούβλα, από κατσικάκι στο φούρνο! Aκόμα, θα μπορούσε να μυρίσει κεφτεδάκια στο τηγάνι, μπριζόλες, παΐδάκια στη σχάρα… Μα, πιο πολύ από όλα θα του μύριζε ο Πρωτοχρονιάτικος Μουσακάς της κυρίας Λόλας!
Τί μυρωδιά! Eυωδιά θα έλεγα καλλίτερα! Να περνάς από δίπλα από το παραθυράκι της κουζίνας της και να μυρίζει το κρεμμυδάκι που τσιγαρίζετε μαζί με το ψιλοκομμένο κιμά… οι πατατούλες και οι μελιτζάνες που τηγανίζονται… Να μυρίζει η ντομάτα, το σκορδάκι, τα μπαχαρικά… Και όλα αυτά με φρέσκο βούτυρο και σπιτικό λαδάκι! Και σαν επιστέγασμα, να ευωδιάζει η μυρωδάτη κρέμα που «σκέπαζε» τα πάντα… και «έδενε» για τα καλά, όλα αυτά τα θεσπέσια υλικά!!!
Παραδείσιο έδεσμα φάνταζε ο Πρωτοχρονιάτικος Μουσακάς της κυρίας Λόλας!!!!
Tέτοιο φαγητό θα έτρωγαν οι Άγγελοι, οι Άγιοι και οι Δίκαιοι του Θεού στον ουρανό!
«Greek Mussakas»! …όπως τον έλεγαν (και τον ζητούσαν) και οι τουρίστες που έρχονταν στον τόπο μας!
Mετά ήρθε η οικονομική κρίση. Πάνε οι Μπριζόλες, πάνε τα Κεφτεδάκια, πάνε τα Μπουρδέτα… ξεχάστηκαν και τα Παστίτσια… Φυσικά ούτε λόγος να γίνεται για γαλοπούλες, γουρουνόπουλα και κατσικάκια.
Aκόμα και η κυρία Λόλα άφησε κατά μέρος την Πρωτοχρονιάτικη συνήθεια της, να μαγειρεύει δηλαδή «Greek Mussakas». Βλέπετε είναι ένα ακριβό φαγητό και απαιτούνται πολλά υλικά για να γίνει σωστά και να επιτύχει.
Το κυριότερο ήταν ότι και οι νοικοκυρές του χωριού είχαν ξεχάσει από καιρό να μαγειρεύουν τέτοια παραδοσιακά φαγητά γιατί, στον καιρό της ευδαιμονίας και των «παχιών αγελάδων», προτιμούσαν και αυτές, να παραγγέλλουν «ντελίβερι» (που λέμε στα νέοελληνικά) δηλαδή πίτσες, μακαρονάδες, κλαπ σάντουιτς, χάμπουργκερ… και άλλα παρόμοια μοντέρνα έτοιμα φαγητά από την πόλη. Tώρα, πού να βρεθούν χρήματα για τέτοιες πολυτέλειες… μάλιστα, όλοι είχαν φτωχύνει τόσο πολύ που μόνο πατάτες, κολοκυθάκια βραστά και βλίτα μαγείρευαν. Άντε, που και που, κανένας φτηνός γαύρος στο τηγάνι. Mέχρι εκεί και πάλι καλά.
Στο παραμύθι μας όμως.
Στην εποχή της «οικονομικής κρίσης» ζούσε στο χωριό μας ένας ξενομερίτης Παππούς-Δράκος. Κανείς δε θυμάται, όμως, πότε και από που, ήρθε στον τόπο μας.
Ο Παππούς-Δράκος είχε, κατά καιρούς, διάφορες γυναίκες που τον υπηρετούσαν… στο τέλος, όμως πάντα τις έτρωγες και πάντα παντρεύονταν άλλες. Αυτή τη φορά είχε για γυναίκα του μια πραγματική στρίγκλα. Όνομα και πράγμα, που λένε.
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, πεινάω» φώναζε κάθε πρωί ο Παππούς-Δράκος… και αμέσως έτρεχε η Γιαγιά-Στρίγκλα, άρπαζε ένα παιδί από τους δρόμους του χωριού… και το πήγαινε στον άντρα της, το δράκο, να το φάει.
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, πεινάω» φώναζε πάλι το μεσημέρι ο Παππούς-Δράκος. Έτρεχε η Γιαγιά-Στρίγκλα, άρπαζε ένα άλλο παιδί και το πήγαινε στον άντρα της, το δράκο…
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, πεινάω» ξανά φώναζε πάλι, το βράδυ ο Παππούς-Δράκος. Του πήγαινε η Γιαγιά-Στρίγκλα, άλλο ένα παιδί…
Για την ακρίβεια, (στην εποχή της οικονομικής κρίσης) αυτό δε σύμβαινε μόνο στο χωριό μας. Σε κάθε χωριό, σε όλη τη χώρα, υπήρχε και από ένας Παππούς-Δράκος που έτρωγε τα παιδιά του κόσμου… και (πάντα και παντού) υπήρχαν Στρίγκλες, που υπηρετούσαν πιστά τους Δράκους. Για αυτό, οι μανάδες και οι πατεράδες (όπως στο χωριό μας και σε όλη τη χώρια), έκρυβαν τα παιδιά τους, ή τα έστελναν μακριά σε άλλους τόπους όπου, εκεί (πίστευαν πως) δεν υπήρχαν Δράκοι. Πολύ περισσότερο, τα νέα ζευγάρια του χωριού, δεν έκαναν πια, παιδιά, γιατί φοβόνταν ότι και αυτά θα τα πάρει μια μέρα η Στρίγκλα και θα τα δώσει, σαν τροφή στο Δράκο.
Kαταλαβαίνετε ότι στο χωριό είχε πέσει μεγάλη στενοχώρια.
– «Που θα πάει το πράγμα. Σε λίγο θα μείνουμε χωρίς παιδιά. Τί Κόσμος και τι Mέλλων θα είναι αυτό χωρίς παιδιά?» έλεγαν και ξανά έλεγαν, οι κάτοικοι του χωριού.
– «Τί θα μπορούσε να μας σώσει από αυτό τον αχόρταγο Δράκο και τη Στρίγκλα του?» αναρωτιόταν.
– «Του καλαρέσουν τα παιδιά μας, και αυτή η Στρίγκλα, η γυναίκα του, δεν ξέρει να του μαγειρέψει κάτι της προκοπής, να φάει ο άνθρωπος… (συγγνώμη, ο Δράκος, ήθελα να πω)
Iδιαίτερα, αυτές τις άγιες ημέρες των γιορτών (εν μέσο της οικονομικής κρίση) τα πράγματα ήταν πολύ μελαγχολικά στο χωριό.
Η κυρία Λόλα όμως, είχε την λύση έτυμη.
– «Ο Παππούς-Δράκος θα πρέπει να χορτάσει την πίνα του με κάτι πραγματικά νόστιμο και καλό μαγειρεμένο» και είπε μετά από πολύ σκέψη. «Φέρτε μου μελιτζάνες, κρεμμυδάκια, σκόρδα, πατατούλες, φέρτε μυρωδικά, φέρτε μου φρέσκοκομμένο κιμά και μπεσαμέλ για την κρέμα. Θα μαγειρέψω ένα Μουσακά που ο Δράκος θα γλύφει τα δάχτυλα του! Όταν τον δοκιμάσει… δε θα του κάνει πια, καμία όρεξη να ξανά φάει… παιδάκια!» …πρόσθεσε με αυτοπεποίθηση.
– «Μουσακά, τέτοια εποχή και Πρωτοχρονιάτικα? Που τον θυμήθηκε… και θα θυμάται να τον μαγειρέψει, ή θα πάνε άδικα όλα αυτά τα πολύτιμα υλικά?» …αναρωτήθηκα οι γυναίκες του χωριού. Όμως, ο Μουσακάς της κυρίας Λόλας, μπορεί και να ήταν μια κάποια λύση στο πρόβλημά τους. Προκειμένου να σώσουν τα παιδιά τους αποφάσισαν να το δοκιμάσουν. Aμοληθήκαν λοιπόν και άλλοι από εδώ – άλλοι από εκεί, μάζεψαν τα υλικά που απαιτούνταν και τα έδωσαν στην κυρία Λόλα.
H κυρία Λόλα φτιάχνει Μουσακά… (ή, πως να μαγειρέψετε Μουσακά)
• H κυρία Λόλα έπλυνε τις μελιτζάνες, τις έκοψε σε φέτες, τις αλάτισε και τις άφησε στην άκρη για μια ώρα.
• Mετά τις ξέπλυνε, τις σκούπισε, τις βουτύρωσε σε φρέσκο λιωμένο βούτυρο και τις έστρωσε σε μία στρώση στο ταψί της (…που ένιωθε πολύ ευχαριστημένο που δέχονταν στην αγκαλιά του και πάλι, μετά από τόσο καιρό, μελιτζανούλες)
• Έκοψε και πατάτες σε στρογγυλές φέτες και τις έβαλε μαζί με τις μελιτζάνες στο δυνατό φούρνο για μισή ώρα φροντίζοντας να ψηθούν και από τις δίο πλευρές.
Σαν άρχισαν να «μαραίνονται» οι πατάτες και οι μελιτζάνες και μύρισε το βούτυρο, ο Παππούς-Δράκος… (που ας σημειωθεί φορούσε το άγιοβασιλιάτικο σκουφάκι του και κάθονταν δίπλα στο στολισμένο δέντρο του, μπροστά στο αναμμένο τζάκι του) …κάτι έπιασε με τη μύτη του στον αέρα. Ρουθούνισε ξαφνιασμένος και σκέφτηκε… – «Σαν κάτι να μυρίζει εδώ πέρα»…
• Στη συνέχει η κυρία Λόλα έβγαλε από το ταψί τις μελιτζάνες κα τις πατάτες και τις έβαλε στο τρυπητό να σουρώσουν από το βούτυρο.
• Τώρα ήταν η σειρά να τσιγαριστεί (για δύο λεπτά) το ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι. Εδώ να δείτε μυρωδιές και ευωδιές! Ο Παππούς-Δράκος τρελάθηκε!
– «Κάτι-κάπου τσιγαρίζουν…» είπε στη γυναίκα του, τη Γιαγιά-Στρίγκλα, που και αυτή είχε αρχίσει να ανιχνεύει με τη μύτη της τον αέρα.
• Ο μεγάλος «χαμός» έγινε όταν έπεσε μέσα στο κρεμμυδάκι ο φρέσκος κομμένος κιμάς! Όταν αυτός ρόδισε η κυρία Λόλα έριξε μέσα ένα ποτήρι σπιτικό κρασί, αλατοπίπερο μαϊντανό και ψιλοκομμένη σε κύβους ντοματούλα…
Ο Παππούς-Δράκος πια, δεν κρατιόταν «Κάπου – κάτι νόστιμο μαγειρεύουν στρίγκλα…» γρύλισε λιγωμένος και καταράστηκε την ώρα που διάλεξε για γυναίκα του κάποια που δεν ήξερε να μαγειρεύει.
• Η κυρία Λόλα άφησε να βράσουν όλα αυτά τα υλικά για μισή ώρα, μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά και να μείνει ο κιμάς πηχτός.
– «Γιαγιά-Στρίγκλα, κάπου κάτι νόστιμο μαγειρεύουν στο χωριό…» ξανά είπε ο Παππούς-Δράκος που το στομάχι του είχε αρχίσει να γουργουρίζει και το στόμα του είχε γεμίσει σάλια…
• Η κυρία Λόλα έβγαλε από το τρυπητό, τις μελιτζάνες και τις πατατούλες και άρχισε να στρώνει στο ταψί (αρχικά) μια σειρά από μελιτζάνες
• Aπό την κατσαρόλα έβγαλε με ένα κουτάλι τον κιμά και σκέπασε, με μία στρώση, τις μελιτζάνες.
• Έπειτα έφτιαξε μια στρώση με πατατούλες… και πάλι κιμά από επάνω!
• Aνάμεσα στις στρώσεις πασπάλιζε και λίγο τυρί τριμμένο.
Τώρα ήταν η σειρά της κρέμας. 
• Σε μια κατσαρολίτσα η κυρία Λόλα ζέστανε βούτυρο, έριξε αλεύρι και το ανακάτεψε για 2-3 λεπτά.
• Έριξε λίγο γάλα και ανακατεύοντας έριξε μοσκοκάρυδο κανέλα και αλατοπίπερο…
– «Πεινάω, Γιαγιά-Στρίγκλα…» ούρλιαξε τρελαμένος από τις μυρωδιές ο Παππούς-Δράκος.
• Mετά το αλατοπίπερο, η κυρία Λόλα και αφού έδεσε η κρέμα, η κατσαρόλα κατέβεικε από τη φωτιά, έπεσε μέσα ένα αυγό, το υπόλοιπο τυρί και η κρέμα ξανά ανακατεύτηκε για μια ακόμα φορά.
• Όλο αυτό το μίγμα έπεσε πάνω στις στρώσης με τις μελιτζάνες τις πατάτες και το κιμά και το ταψί ήταν έτυμο για το φούρνο!
• Η κυρία Λόλα έτριψε γαλέτα έβαλε μερικά ακόμα κομματάκια βούτυρο – σκόρπια στην επιφάνια – και έβαλε το ταψί στο φούρνο.
Σε 40 λεπτά ο Μουσακάς ήταν έτυμος!
Σε όλο αυτό το διάστημα ανάμεσα στο Παππού-Δράκο και την Γιαγιά-Στρίγκλα είχε ξεκινήσει ένας καυγάς.
– «Άδικα σε παντρεύτηκα» παραπονιόταν ο Παππούς-Δράκος. «Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις τίποτα. Όλο παιδάκια με ταΐζεις»…
– «Να πάω να σου φέρω ένα να το φας…» προθυμοποιήθηκε η Γιαγιά-Στρίγκλα.
– «Όχι, να πας γρήγορα να δεις, σε πια κουζίνα και τί, μαγειρεύουν» πρόσταξε τη γυναίκα του, θυμωμένος ο Παππούς-Δράκος.
Δεν πρόφθασε όμως, να τελείωση την κουβέντα του και να σου, στην πόρτα του η κυρία Λόλα, με ένα ταψί όμορφα στολισμένο εορταστικά, στα χέρια!
– «Για σου Γιαγιά-Στρίγκλα. Έφερα για τον Παππού-Δράκο ένα ταψί Μουσακά, να τον δοκιμάσει, να σταματήσει να τρώει τα παιδιά μας! Είναι Πρωτοχρονιατικο δώρο από όλο το χωριό».
Ο Παππούς-Δράκος γούρλωσε τα μάτια και μαζεύοντας με τη γλώσσα του τα σάλια που έτρεχαν από το στόμα του, άρπαξε το ταψί από τα χέρια της κυρίας Λόλας. Άρχισε να καταβροχθίζει σε κομμάτια το Μουσακά. Κάθε κομμάτι και ένας αναστεναγμός ικανοποίησης έβγαινε βαθιά από μέσα του. Ήταν ολοφάνερο πως είχε καιρό να φάει μαγειρεμένο φαγητό.
– «Αυτό είναι φαγητό! Όχι το ωμό κρέας παιδιών που με ταΐζεις» είπε και έριξε μια αγριεμένη ματιά στη Γιαγιά-Στρίγκλα. «Tέτοιο φαγητό θέλω, από εδώ και πέρα, να μου μαγειρεύεις» πρόσθεσε επιτακτικά.
– «Aλήθεια πώς το λένε?» ρώτησε ο Παππούς-Δράκος στρεφόμενος προς την κυρία Λόλα.
– «Greek Mussakas!» απάντησε αυτή, καταλαβαίνοντας ότι το σχέδιο της μάλλον επέτυχε.
– «Ώστε αυτός είναι ο διάσημος σε όλο τον κόσμο Greek Mussakas?» αναρωτήθηκε ο Παππούς-Δράκος παίρνοντας ένα ακόμα μεγάλο κομμάτι από το ταψί.
– «Aπό σήμερα τέρμα τα παιδάκια. Μόνο Greek Mussakas θα μου φτιάχνεις. Φρόντισε να μάθεις να το μαγειρεύεις γιατί, μου φαίνεται ότι θα φάω εσένα…» ξανάπε στη γυναίκα του τη Γιαγιά-Στρίγκλα που βλέποντας τον άντρα της τόσο πολύ θυμωμένο μαζί της, είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά για την τύχη της.
– «Ξέρω εγώ, άντρα μου, να μαγειρεύω τέτοια φαγητά…» ψέλλισε φοβισμένα.
– «Mην ανησυχείς Γιαγιά-Στρίγκλα» της είπε φιλικά η κυρία Λόλα. «Θα σου μάθω εγώ να φτιάχνεις τον καλύτερο Μουσακά για τον άντρα σου» πρόσθεσε.
Και έτσι έγινε.
Η κυρία Λόλα έμαθε τη Γιαγιά-Στρίγκλα να μαγειρεύει «Greek Mussakas» για το Παππού-Δράκο και αυτός δεν ξανά έφαγε παιδάκια! Μόνο Greek Mussakas έτρωγε, μέχρι που πέθανε από γηρατειά, ευχαριστημένος και χορτασμένος. (Μόνο η Γιαγιά-Στρίγκλα έζησε για πολλά – πολλά χρόνια ακόμα. Βλέπετε έτσι είναι, οι στρίγκλες ζουν για πολλά χρόνια)
Πάντως, οι άνθρωποι του χωριού γλίτωσαν τα παιδιά τους και το παράδειγμα τους, το ακολούθησαν και άλλα χωριά, όπου υπήρχε δράκος, όλη η χώρα μαγείρευε Μουσακά! …και πράγματι, η χώρα έγινε και πάλι φημισμένη για τον «Greek Mussakas» και όλοι έρχονταν από τα πέρατα του κόσμου να τον δοκιμάσουν, αφήνοντας πολλά – πολλά χρήματα στους ντόπιους…
Έτσι – χάρη του «Greek Mussakas» η χώρα πλούτισε και πάλι! …και η Οικονομική κρίση πήγε στο διάβολο και ακόμα παρά πέρα.
P.S.Mavro/Stavriotis
Για τη Λυδία και την Ίριδα… και για όλα τα παιδιά του Κόσμου (μικρά και μεγάλα)… και για όπου υπάρχει Οικονομική Κρίση.