«Περί βλασφημίας κλπ» του Γιώργου Μικάλεφ

Στις φλόγες της κολάσεως

hell1

The Last Judgement, Hell, circa 1431, by Fra Angelico (public domain)

Όταν ήμουν μικρός, κάτι που με σόκαρε πολύ ήταν οι καθημερινές βλαστήμιες «των μεγάλων». Μας πήγαιναν βλέπεις και σε καθολικό κατηχητικό, χρόνια επτά… «Κύριε δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ, μα πες μονάχα ένα λόγο και η ψυχή μου θα θεραπευθεί». Μα τι στο διάολο να έκανε ένα παιδάκι και να μην μπορεί να το δεχτεί ο καλός Θεούλης χωρίς μετάνοιες; Και ‘γώ του μιλούσα του καλού Θεούλη και δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει να εξομολογηθώ σε κάποιον παπά. Και τι να του ‘λεγα; Ότι έσπασα το αγαπημένο βάζο της μαμάς; Ότι είπα κακές λέξεις; Παράλληλα οι μεγάλοι όταν είχαν νεύρα, «γαμούσανε» αβέρτα το Χριστό, την Παναγίτσα και πολλούς απ’ τους Αγίους. Στο παιδικό μυαλό μου, το «γαμώ το Χριστό μου» που έλεγε ο μεγάλος, γινόταν εικόνα και τότε δεν ήξερα καν τι σημαίνει γαμήσι… Σύντομα έμαθα (από τους μεγάλους) και η εικόνα της βλαστήμιας ήταν αυτή: Ο μεγάλος έπιανε τον Χριστό και του έκανε τη δουλειά στα τέσσερα, γιατί είχε νεύρα και ο Χριστούλης έκλαιγε και υπέφερε για τις αμαρτίες του ανθρώπου.

hell2

The Garden of Earthly Delights, inner right wing – Hell (public domain)

Δεν τολμούσα να βλαστημήσω. Μου φαινόταν αδιανόητο. Ήμουν σίγουρος πως θα καιγόμουν αυτόματα στα καζάνια της κόλασης! Θα άνοιγε η Γη την ίδια ώρα και τέρμα!  Μας μάθαιναν στο κατηχητικό για τη φρικτή αυτή κατάληξη των ανθρώπων. Την είχα δει μάλιστα την κόλαση σε ένα κάδρο στο σπίτι του Σπύρου Ψ. Μάλλον Ιερώνυμος Μπος ήταν. Χρειαζόταν μεγάλος αγώνας για μια θέση στο παράδεισο. Δεν αρκούσε να είσαι καλός άνθρωπος, έπρεπε να είσαι και της εκκλησίας… και οι δαίμονες μας κύκλωναν και οι φλόγες μας τύλιγαν και τα μαρτύρια του άρχοντα του σκότους Σατανά, ερχόταν να μακελέψουν τις κολασμένες, παιδικές σάρκες!!!

Φρίκη… αλλά έτσι μεγαλώσαμε. Σε μια υποκριτική κοινωνία όπου τα παιδιά πρέπει να υποτάσσονται στον καλό Θεούλη και οι μεγάλοι να τον γαμάνε και αυτόν και την πλάση ολάκερη. Μεγαλώνοντας βέβαια φρικάρανε με τα μουσικά μας ακούσματα, με την αμφισβήτηση μας προς την εξουσία, την εκκλησιά, την κοινωνία… Σε εμάς βλέπεις ήταν ανήκουστο, όχι να πηδάμε τα θεία, αλλά ούτε καν να τα αμφισβητούμε. Το είχε πει και ο μακαριστός… «Σας πάω, αλλά η μαλακία είναι αμαρτία!» Το εισιτήριο στην κόλαση το είχαμε στην κωλότσεπη.

img286a

Σατανιασμένα βρέφη

11

An Angel and a Devil Fighting for the Soul of a Child (public domain)

Ζούμε σε μια κοινωνία που θεωρεί ιερή τελετή, έθιμο, παράδοση, χρέος να κάνει εξορκισμό σε μωρά παιδιά για να διώξει τον πονηρό τον Σατανά… Μιλάω για τη βάπτιση, για όσους δεν γνωρίζουν ότι η τελετή εμπεριέχει εξορκισμό. Λυπάμαι αλλά δεν θα σεβαστώ αυτές τις μαλακίες για κανένα λόγο. Το γράφω αυτό με αφορμή ένα ακόμα βίαιο βίντεο «βρεφικού εξορκισμού» που βγήκε πρόσφατα στη δημοσιότητα. Αυτή είναι η πρακτική (για να διώξουμε τον Σατανά από ένα βρέφος τον 21ο αιώνα) και σε όποιον αρέσει. Δεν μου αρέσει και, απ’ ό,τι βλέπω, δεν αρέσει και στα βρέφη. Την ίδια γνώμη έχω και για ανάλογες παπαριές άλλων θρησκειών.

 

Νεκρολάγνες θρησκευτικές παραδόσεις

Στο δημοτικό άκουσα για τον Άγιο (τον Σπυρίδωνα, ποιον άλλο;) ότι είναι σαν να «κοιμήθηκε» χθες. Ή ήταν αδικημένος απ’ τη φύση ή εγώ είμαι σατανιασμένος και τον βλέπω έτσι σάπιο ή όποιος το λέει αυτό… λέει μαλακίες. Ο Άγιος στην Κέρκυρα, αποτελεί την κύρια τουριστική ατραξιόν του νησιού.  Υπάρχει νόμος περί προσβολής της μνήμης νεκρού, αλλά όχι περί οικονομικής εκμετάλλευσης νεκρού… και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος. Ακρωτηριασμένα μέλη, σώβρακα κλπ να κάνουν τουρνέ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αλήθεια, οι γραφές αναφέρουν κάπου αυτά τα νεκρολάγνα μυστήρια; Θυμάμαι που διάβαζα παλιότερα, πως οι αφορεσμένοι και οι καταραμένοι δεν λιώνουν. Να θυμηθώ και τους βρικόλακες; Φανταστείτε να παλούκωναν στην καρδιά τα ιερά σκηνώματα υπό άλλες συνθήκες… Ο καθένας ας λατρεύει ό,τι θέλει. Δικαίωμα του, αλλά το να σέρνουν τα σαπισμένα κορμιά νεκρών «Αγίων» στους δρόμους, είναι αποτρόπαιο και όσοι πιστοί το επικροτούν, διαπράττουν μεγάλη «αμαρτία».

Αυτά τα ολίγα. Απλά κάποιες σκέψεις που ήθελα να μοιραστώ και δεν βρίσκω κανέναν λόγο να μην το κάνω. Επιστρέφω στους αφορισμένους μαρκαδόρους μου. Καλά Χριστούγεννα να ‘χουμε!

krampus

Krampus 1900s (public domain)

 

Γιώργος Μικάλεφ

Ούτε στη Λευκίμμη, ούτε πουθενά, τσακίστε τους φασίστες, σε κάθε γειτονιά!

Το φασισμό αν δεν τον τσακίσεις, θεριεύει και τραβάει
και τη σκανδάλη. Αυτή τη φορά στη Λευκίμμη…

099

Το τέρας έχει το πρόσωπο του συγχωριανού που βρίζει τους Αλβανούς λίγο παραπάνω απ’ το κανονικό. Έχει το πρόσωπο του ύπερ-πατριώτη γείτονα που θα σκότωνε για ένα κομμάτι συνθετικού υφάσματος made in china και για μια ιστορία που δεν διάβασε ποτέ του. Έχει το πρόσωπο του γνωστού, του φίλου, του συγγενή που θα ψηφίσει εθνικιστικά γιατί πρέπει να μπει τέλος στην προδοσία του έθνους. Αυτά τα λίγα για το «εθνικιστικό» δάχτυλο που δολοφόνησε τον Πέτρο «τον Αλβανό» στη Λευκίμμη. Καμία ανοχή! Σιωπή σημαίνει συνενοχή!

Διαβάστε εδώ: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΚΙΜΜΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΑΛΒΑΝΟΥ ΕΡΓΑΤΗ ΓΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Φουβού τους αγαλματένιους κ*λους


 

Το φατσοβιβλίο δεν γουστάρει τις ξεβρακωσιές… ακόμα και των αγαλμάτων. Ο λόγος για το «ξετσίπωτο» εξώφυλλο του δίσκου «Τους Έχω Βαρεθεί – Θάνος Μικρούτσικος / Υπόγεια Ρεύματα». Γράφω και εγώ, με μια μικρή καθυστέρηση, γιατί έχοντας ξεχάσει την σχετική ανάρτηση που είχα διαβάσει στο Τέταρτο, ανέβασα τη μπαλάντα του οπερατέρ και έφαγα ένα 24ωρο μπλοκάρισμα από τον αλγόριθμο. Αναρωτιέμαι ποιοι αποφασίζουν για τα «νούντιτι» και τα «σέξουαλ ακτίβιτι» σε αυτό το μέσο… που το έχω βαρεθεί.

 

 

 

Πρέπει να προστατέψουμε την κενωνία από τη ξετσιπωσιά των αγαλμάτων. Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας;;; Ίσως ένας ιδανικός τρόπος αγαλματοκωλοπροστασίας να ήταν ο παρακάτω. Να εντοπίζει ο αλγόριθμος τις προστυχιές των αγαλμάτων και να τα πιξελιάζει αυτόματα κατά το upload (βλέπε φωτογραφία Αχιλλέα). Αρκετά!!!

41594550_148226986114617_8085525974831071232_n

 

 

Μια άλλη μέρα …του Χρήστου Ζάχου

Σηκώθηκα κάποια στιγμή από το κρεβάτι, όχι πρωί βέβαια, ντύθηκα όπως πάντα και αποφάσισα να μην πιω καφέ. Ούτε πλύθηκα, αλλά σαφώς κατούρησα. Είχα τα μαλλιά μου ανάκατα και τις χαρακιές από το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου. Έβγαλα το περίστροφο από το συρτάρι – το οποίο μου είχε χαρίσει κάποιος και δεν το είχα χρησιμοποιήσει ποτέ πριν – πήρα όλα τα φυσίγγια που είχα και βγήκα να κάνω τον περίπατό μου. Το είχα γεμάτο και το κρατούσα στο χέρι ενώ τις υπόλοιπες σφαίρες τις είχα βολέψει στις τσέπες και το σώβρακό μου.

Βγαίνοντας λοιπόν από το σπίτι, βλέπω την κυρία τάδε που τη συμπαθούσαν όλοι, όπως κι εγώ άλλωστε. Έπλενε κάτι χαλιά στο πεζοδρόμιο και την απάλλαξα από τη θλιβερή ύπαρξή της. Θα πρέπει να με ευγνωμονεί τώρα, αλλά τι κρίμα που δεν υπάρχει για να το κάνει. Έπειτα κάποιοι από τη γειτονιά, βγήκαν να δουν τι συμβαίνει. Χαρίζοντας μια σφαίρα στο κεφάλι του καθενός, κανείς άλλος δεν έδειξε περιέργεια. Οι υπόλοιποι, μάλλον, ταράχτηκαν από την ένταση και προτίμησαν να παρακολουθούν πίσω από τις κουρτίνες. Ίσως, σοφά έπραξαν.

Συνέχισα το δρόμο μου και συνάντησα αυτόν τον συμπαθέστατο κύριο που έβγαζε βόλτα το σκυλάκι του. Φάνηκα γενναιόδωρος και χάρισα στον καθένα τους από μια σφαίρα. Βέβαια, λέρωσαν κάπως το δρόμο με αίματα και τα σχετικά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι, θα τα καθάριζε ο δήμος την επόμενη. Έπειτα, μια κυρία που δεν τη γνώριζα κι ένα παλικάρι. Τους έστειλα να κάνουν παρέα μαζί με τους προηγούμενους. Δεν ήθελα να έχεις κανείς παράπονο.

Ο ήλιος έλαμπε και υπήρχε κίνηση. Δεν θέλησα να κάνω διακρίσεις κι έτσι, όποιος βρίσκονταν στο δρόμο μου, είχε την ίδια τύχη. Το όπλο άδειασε κι έτσι αναγκάστηκα να το ξαναγεμίσω. Ευτυχώς, είχα αρκετές σφαίρες, δεν ξέρω πόσες – ποιος μετράει άλλωστε; Αναζητούσα τη γαλήνη και θα την έβρισκα μαζί με όλους τους άλλους. Δεν υπήρξα ποτέ εγωιστής, πάντα ήθελα να μοιράζομαι πράγματα. Ένας μεγάλος αλτρουισμός με διακατείχε και ήθελα να τον εκφράσω. Το να κρατάς τα αισθήματά σου φυλακισμένα, είναι μεγάλο έγκλημα κι εγώ, κάθε άλλο παρά εγκληματίας ήμουν. Έτσι συνέχισα να προσφέρω τη γαλήνη και τη χαρά σε όποιον βρισκόταν γύρω μου. Αλίμονο, πώς θα μπορούσα να κάνω αλλιώς;

Ένοιωσα, όμως, οι σφαίρες να λιγοστεύουν στις τσέπες μου και γέμισα για τελευταία ίσως φορά, το περίστροφο. Κάποιες σειρήνες που είχαν κατακλύσει το ηχοτοπίο και ο μεγάλος όχλος συνάμα, ενοχλούσαν τη πολυπόθητη γαλήνη που ήθελα νοιώσω – αλλά και να προσφέρω. Έτσι, κάποια ανθρωπάκια με γαλάζιες στολές – εμφανώς τρομοκρατημένα – βρέθηκαν μπροστά μου μαζί με τα ασπρογάλανα οχήματά τους, να μου κόβουν το δρόμο. Κατάλαβα πως λόγω καταπίεσης, αυτοί με είχαν περισσότερη ανάγκη, κι έτσι αποφάσισα να μην τους αφήσω αδικημένους και να σπαταλήσω όσες σφαίρες μου είχαν απομείνει σε αυτούς. Βέβαια, φαίνεται, πως κι αυτοί, από αλληλεγγύη, είχαν τα δικά τους όπλα τα οποία και έστρεφαν εναντίον μου, μάλλον για τον ίδιο σκοπό: Τη χαρά για την επερχόμενη γαλήνη με τον μοναδικό τρόπο που αυτή μπορεί να επιτευχθεί.

Πέτυχα κάποιους απ’ αυτούς κι εν μέρει, κατάφερα το σκοπό μου, αλλά ήταν περισσότεροι και είχαν πλεονέκτημα, κι έτσι, βρέθηκα κι εγώ επιτέλους να κατακτώ αυτό που πρόσφερα σε όλους αυτούς τους συντρόφους, συνδαιτυμόνες, συμπολίτες κλπ. Την υπέρτατη γαλήνη της ανυπαρξίας που τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι είχαν επικαλεστεί και διδάξει, ο καθένας ξεχωριστά ανά τους αιώνες, για τη λύτρωση και την ευδαιμονία του σκεπτόμενου ανθρώπου. Ίσως, με αυτόν τον τρόπο, το αιμόφυρτο και διάτρητο από τις σφαίρες πτώμα μου, να ήταν, όχι μόνο η απάντηση, αλλά και η κατάκτηση της Σοφίας αυτής.

Ο σκοπός όλων είχε επιτευχθεί κι εγώ, όπως και όλοι οι σύντροφοι και τα στρουμφάκια που βρέθηκαν μπροστά μου εκείνη την ωραία ημέρα, καταφέραμε να κερδίσουμε το απροσδόκητο: Το αίμα μας να βάψει την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια της άθλιας αυτής πόλης σαν αφηρημένη εξπρεσιονιστική τέχνη ή σαν μαυροκόκκινο λάβαρο που παράτησαν στο δρόμο κάτι παραιτημένοι πια επαναστάτες, προσφέροντάς μας το υπέρτατο και πολυπόθητο αγαθό της γαλήνης και της ουτοπίας, σε έναν μάταιο κόσμο.

Αργότερα, κάποιοι είπαν για έναν μανιακό δολοφόνο και πολλά θύματα, χωρίς να σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για μια στάση ενάντια στο παράλογο της ζωής και πως ο θήτης δεν ήταν τίποτε παραπάνω από έναν απελπισμένο αυτόχειρα που ήθελε να σώσει, όσο το δυνατό περισσότερους. Μόνο που αυτός, την αυτοχειρία του, την έθεσε σε άλλους, παίρνοντας φυσικά και όσους εκτιμούσε, μαζί του. Αλίμονο, μαζί με αυτούς και κάποιους που δεν εκτιμούσε, αλλά αυτοί ανήκουν πραγματικά στο ανθρώπινο είδος;

 

Χρήστος Ζάχος

 

Η Νόσος Της Ποίησης 

Η παράνοια και η διάνοια τρέφονται από το ίδιο πιάτο. Έναν ευφυή νου που δεν ανέχεται κατεστημένο και δεδομένα, γι’ αυτό και τα ανατρέπει. (Χ-έγερση υποσυνειδήτου)

Ηλίας Πετρόπουλος – Ένας Κόσμος Υπόγειος

 

Ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ για τον Ηλία Πετρόπουλο, τον λαογράφο του «περιθωρίου».

WIKI: Ο Ηλίας Πετρόπουλος (Αθήνα, 26 Ιουνίου 1928 – Παρίσι, 3 Σεπτεμβρίου 2003) ήταν Έλληνας ποιητής, λαογράφος και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος (ερασιτέχνης) λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το «περιθώριο» και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους, συμμορίτες και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι ‘ήρωες’ των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στο wikipedia

Δείτε επίσης την εκπομπή Άξιον Εστί του Β. Βασιλικού, για τον «αιρετικό λαογράφο»

 

«Κύριοι – Ταγοί» …του Ps.Mavro/Stavriotis

Ένα παλαιότερο κείμενο μου – δυστυχώς – πάντα επίκαιρο και διαχρονικό.
(Με αφορμή την οικογενειακή τραγωδία στη Μεσσήνη – και όχι μόνο…)

«Κύριοι – Ταγοί»… παίζετε με τη φωτιά, παίζετε και πιέζεται μυαλά, από καιρό «σαλεμένα». Eξελίσσεσθε σε αδίστακτους «νόμιμους» κρατικούς τρομοκράτες… και κατά ληστεύετε τους κατοίκους αυτής της χώρας. Aναμοχλεύετε ταξικά μίση και πάθη και… υποθάλπετε ακραίες ιδεολογίες. Xρησιμοποιείτε το νόμο και το Kοινοβούλιο κατά τις ορέξεις σας. Aπαξιώνετε με αυτό το τρόπο τους Θεσμούς και δυναμιτίζετε τη Δημοκρατία. Kυρίως, όμως… Εκβιάζεται ανθρώπους που βρίσκονται σε οριακό σημείο. Πιέζεται μυαλά από καιρό «σαλεμένα»… και καταστρέφετε ψυχές, που (λόγο της οικονομικής δυσπραγίας) κατρακυλούν όλο και περισσότερο στο σκοτάδι. Eξαθλιώνετε και διαφθείρετε έναν ολόκληρο λαό… οδηγώντας τον, πραγματικά, στην απόγνωση.

«Κύριοι – Ταγοί»… προσέξτε. Eμφανίζονται «παθολογικές» καταστάσεις ανεξέλεγκτες. Στη χώρα μας η κατάσταση έχει «ξεφύγει»… και όχι μόνο σε πολιτικό οικονομικό επίπεδο… Στις οικογένειες μας, μέσα στα σπίτια μας… εκδηλώνονται πια, «παθολογικές» καταστάσεις ανεξέλεγκτες… και αυτό θα πρέπει να σας ανησυχήσει ιδιαίτερα. Η χρόνια ανεργία και η φτώχεια οδηγεί… στην εξαθλίωση, στην παρανομία, στην πορνεία, στα ναρκωτικά, στις δολοφονίες και στις αυτοκτονίες.

«Κύριοι – Ταγοί»… απορώ, μαζί σας. Δεν ζείτε εσείς, σε αυτή τη χώρα? Δεν έχετε οικογένειες, συγγενείς, φίλους και γείτονες…? Ακόμα και αν δεχτούμε ότι… ο «κύκλος» σας ζει απομακρυσμένος από τον λαό… στα «χρυσά κλουβιά» που οι «πατρόνοι» σας σας παρέχουν… ακόμα και αν δεχτούμε ότι ζείτε με μια, παράνομα αποκτημένη «ευμάρεια» που δεν σας επιτρέπει να σχετίζεστε με τους «πολλούς»… Εσείς, με τα τόσα ΜΜΕ που ελέγχετε… πως και δεν παίρνεται τα μηνύματα της πολιτικής, οικονομικής, πολιτιστικής και ηθικής κατάπτωσης που ταλανίζουν όλη τη χώρα?

«Κύριοι – Ταγοί»… Μια σπίθα αρκεί – και τα πάντα θα γίνουν παρανάλωμα πυρός! Προσέξτε, oι μορφές «διαμαρτυρίας» δεν είναι «στατικές» και οι εκάστοτε «διαμαρτυρόμενοι» μπορεί την μία φορά να είναι «ελεγχόμενοι» την άλλη φορά όμως… μπορεί να δράσουν «ανεξέλεγκτα». Ο Λαός συγκροτεί «μάζες»… και οι μάζες είναι «άμορφες» και «ρευστές». Σε εμένα όλοι οι «σιωπηλά διαμαρτυρόμενοι» μοιάζουν να είναι ποτισμένοι από κάποιο εύφλεκτο υγρό… είναι θέμα τύχης να εμφανισθεί μια σπίθα… και να γίνουν οι πάντες και τα πάντα, παρανάλωμα πυρός!

«Κύριοι – Ταγοί»… μη νομίζετε ότι θα την γλυτώσετε. Mοιάζετε με ανόητους που ανάβουν φωτιά σε αχυροκαλύβα… Θα καούμε όλοι! …και φυσικά, μη νομίζετε ότι εσείς θα την γλυτώσετε. Η χώρα κινδυνεύει να καταστραφεί. Όλα γύρω μας θα καταρρεύσουν! Οι «πολιτικοί αρχηγοί» θα φύγουν βράδυ… και εσείς, θα μείνετε εδώ… «εξιλαστήρια θύματα» στη «λαίλαπα» και την λαϊκή κατακραυγή που οι ίδιοι προκαλέσατε. Mετά το «θάνατο» της χώρας και την εξαθλίωση του λαού μας, οι «Πατρόνοι» σας, θα σας κοιτούν αδιάφορα και ως στυγνοί «οικονομικοί εκτελεστές» που είναι, θα στρέψουν το ενδιαφέρων τους στην επόμενη χώρα που θα ξεκοκαλίσουν. Mετά από αυτό, εσείς και εμείς… θα είμαστε «ένα με το χώμα»… και φοβάμαι πως κανένας μας δεν θα δείχνει πια ενδιαφέρων για το «ποιος» και το «τί» έφταιξε.

Συνέλθετε «Κύριοι – Ταγοί»… Mην συνεχίσετε να δέχεστε να υπηρετείτε τους «νεκροθάφτες» του περήφανου λαού μας.

Και ΟΛΟΙ εμείς… ας συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και το τί θέλουμε να κάνουμε. Ας μην επιτρέψουμε σε αυτούς που μας έφεραν σε αυτό το κατάντημα… να μας παρουσιάζονται τώρα, «ως σωτήρες μας». Ας στηρίξουμε τους νέους ανθρώπους που αγωνίζονται να αλλάξουν τα πράγματα… (όποιοι και όπου και αν είναι αυτοί) Σαν λαός, ας βαδίσουμε με αξιοπρέπεια, ας θυμηθούμε τα όνειρα μας… και ας προσπαθήσουμε (όλοι μαζί) να τα πραγματοποιήσουμε.

ENEPΓOΠOIHΘEITE!

Ps.Mavro/Stavriotis

Ο Καφετζής …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

*πρόσωπα και γεγονότα της φαντασίας…

Ιούλιος στο νησί, οι τσέπες άδειες. Περίμενα να πλακώσουν τηλεοράσεις στο εργαστήρι για να βγάλω μισό μεροκάματο. Απ’ όταν παράτησα τη μηχανολογία πριν καν την αρχίσω και ξεμπέρδεψα με κάτι προβλήματα υγείας, έκατσα να μάθω την τέχνη του πατέρα μου. Καλοκαίρι έπεφτε η δουλειά και έψαχνα για συμπλήρωμα. Μια ψησταριά στη γειτονιά έψαχνε διανομέα με μηχανή δική του. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η καριέρα μου ως διανομέας πήγε κατά διαόλου. Τελευταία διανομή στις φύλακες. Φυλακές; Ναι. Χτύπα στην κεντρική πύλη. Μια ώρα να ανοίξουν και να βρεθεί ο φύλακας που παράγγειλε σουβλάκια. Βιάστηκα να γυρίσω για να μη γκρινιάζει η κότα που έκανε τα κουμάντα εκεί μέσα. Έφυγα σε μια στροφή… Ό,τι έβγαλα εκεί μέσα τα έδωσα στο συνεργείο. Εγώ γρατσουνιές μονάχα και έγδαρα την καλή μου τη ζώνη. Ευτυχώς ήταν διπλής όψεως, αν και ακόμα απ’ τη γδαρμένη μεριά τη φοράω.

Λίγες μέρες ηρεμίας και μετά απελπισία ξανά. Τα ‘χα ανάγκη τα λεφτά να μη χάσω τη γυναίκα. Έπρεπε να βρω το δρόμο μου, να σταθώ στα πόδια μου. Ώριμες καταστάσεις για άνθρωπο χωρίς χαρτιά σε κορνίζες και δυσπροσάρμοστο προς το στρατιωτικόν κλίμα.

Μια μέρα που έτυχε να γυρνάω με το μηχανάκι μια φίλη απ’ τη δουλειά, μου είπε για ένα καφενείο κάτω απ’ το γραφείο. Ζητούσαν καφετζή και τους μίλησε για μένα. Ζευγάρι, καλά παιδιά με πίστη στο Θεό και τέτοια. Ένα παιδί στην κοιλιά και άλλο ένα να τριγυρνάει στο μαγαζί και να τα κάνει πουτάνα. Δε γαμιέται… καλά τα πάω με τα παιδιά. Πήγα την άλλη μέρα, συστήθηκα, σχολίασα θετικά τη φωτογραφία του γέροντα πίσω από το μπαρ και πιάσαμε κουβέντα για τα θεία. Αποδείχθηκα διαβασμένος.

Δικιά μου η δουλειά, καλό το μεροκάματο και ο εργολάβος ας πάει να γαμηθεί. Το ‘χα πάρει απόφαση… αντιπαροχή δεν… οπότε εργάτης τιμημένος. Εκεί που ήλπιζα πως θα ‘χω λεφτά και σπίτι να κάνω το ζωγράφο και να μπορώ και να πηγαίνω στους γιατρούς χωρίς να το σκέφτομαι, έρχεται το ίδιο σου το αίμα που βαστούσε τότε εξουσία στο νησί και σε πατάει στο λαιμό… «Εισοδηματίας; Όχι ρε πούστη, θα ματώσεις». Τρέξιμο όλη μέρα μες την πιάτσα με τα φρέντα και το μπλουζάκι μουσκεμένο και με ζέστη και με κρύο. Στις καταιγίδες δε, τους έπιανε ο ρομαντισμός τους και θέλανε όλοι εσπρεσάκια. Ομπρέλα, δίσκος και λούτσα ο δικός σου να μη χαλάσει ο καφές. Κόκκινες οι κάλτσες από το αίμα στο σπίτι αλλά μεροκάματο γερό και καθημερινά στην τσέπη.

Ο κόσμος με συμπαθούσε μπορώ να πω και ήταν ευγενικός. Λίγο μεγάλος και κάπως γνωστικός τούτος εδώ για αυτό το χαμαλίκι. Έβγαζα και κανένα δεκάρικο πολλές φορές απ’ τα τυχερά. Θυμάμαι τον κορνιζά, τον τύπο με τη λέσχη, τη μεσίτρια, τους γιατρούς, κάτι μαλάκες υδραυλικούς, τους ηλεκτρονικούς… ξέρανε και τον πατέρα μου αυτοί. Μάστορας απ’ τους παλιούς. Στις τηλεοράσεις δούλευε και ο συγχωρεμένος ο Γιάννης, πότε ήθελε καφέ με τοστ και πότε το χυμό του. Έλεγε στ’ αφεντικό μου… «αντί να μας φέρεις καμιά γκόμενα, μας έφερες τον Καζούλη».

Ο Γιάννης σκοτώθηκε τρία χρόνια μετά, μια ανεμοδαρμένη μέρα που πήγε για κεραίες. Πιο μικρός από μένα. Έτυχε και ήμουνα στο νοσοκομείο όταν τον φέρανε. Ένας γιατρός βγήκε κλαίγοντας απ’ τον ανελκυστήρα και μας είπε ποιος ήταν ο σκοτωμένος. Μάτωσε η ψυχή μου. Τα ουρλιαχτά της μάνας του θαρρείς και τα ακούω ακόμα. Τρελάθηκα για τούτη την αδικία. Ήπια εκείνο το βράδυ. Στο γυρισμό για το σπίτι ανέβηκα στη μηχανή και έπεσα 100 μέτρα πιο κάτω. Σηκώθηκα, ανέβηκα ξανά. Το είχα ήδη χάσει. Είπαν πως καρφώθηκα με τη μηχανή σε μια κολώνα και με γύρισαν πίσω στο νοσοκομείο μαυρισμένο. Με σπασμούς ως το ξημέρωμα και μια βδομάδα με υπνωτικά.

Πίσω στο καφενείο… πολύ δουλειά, καβγαδάκια, συζητήσεις για τον Θεό και τον Βασίλη τον Παπακωνσταντίνου. Έτσι πέρναγαν οι μήνες. Αν δεν ήταν το ξέκαμα, μια χαρά περνούσαμε. Γυρνούσα σπίτι και μου τραγουδούσε ο Νικόλας ο Κακούργος… «αφού με καταστρέψανε οι συγγενείς και οι φίλοι έκαψα την καλύβα μου να μη με τρών’ οι ψύλλοι…» Τα γούσταρα πολύ τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα, από εκείνο τον καιρό. Μια φορά τη βδομάδα έβγαζα και τη γυναίκα να πάμε να φάμε στου καπετάνιου ή σε καμιά άλλη ταβέρνα. Μου άρεσε αυτή η κατάσταση και ας μου έβγαινε η πίστη. Είχα βλέπεις σίδερα στη μέση από παλιά μου τραύματα και όταν τελικά έφυγα από εκεί, ήμουνα λιγάκι πιο σακατεμένος από τα πριν.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που μου λέει τ’ αφεντικό… «θα πας καφέ στο μπάρμπα σου». Του τα ‘χα πει. Η καρδιά μου χτυπούσε λιγάκι πιο γρήγορα. Μίσος για τον άνθρωπο που γκρέμισε το όνειρο του εισοδηματία. Από καιρό τα σενάρια της εκδίκησης και να που τώρα θα βρεθώ ξανά μπροστά στον άνθρωπο που με έβγαλε από τα ιδεολογικά αδιέξοδα μιας εύπορης ζωής. Βαράω κουδούνι, ανεβαίνω τη σκάλα, χτυπώ την πόρτα… περάστε…
-Έφερα τον καφέ σας.
-Ακούμπησε τον εδώ.
Πού να με θυμάται ο καριόλης από τις φασαρίες στο δημοτικό συμβούλιο… Δεν ζητήσαμε χάρη από το αίμα μας, μα ούτε και μαχαίρι. Το δίκιο μας μονάχα. Όλος ο συρφετός των συμβουλατόρων έλεγε πως είμαστε καρχαρίες απ’ τους μεγάλους… ένα σόι ανθρώπων που μεγάλωσαν δίπλα σε στάβλους και τούτος ο μαλάκας που είχα μπροστά μου, δήλωσε άγνοια περί του θέματος κι ας τον είχαμε δικηγόρο όταν πέφτανε οι υπογραφές με τους εργολάβους… Αφήνω τον καφέ στο γραφείο, μου αφήνει 50 λεπτά ρέστα. Κοιτάω τα χαρτιά, την ακριβή του πένα, τα στυλό, το χαρτοκόπτη… τον αρπάζω και προσπαθώ να τον καρφώσω βίαια στην κορφή αυτού του σάπιου καύκαλου, ουρλιάζει καθώς τον χτύπησα χωρίς να εισχωρήσει η μαλακία στο μεδούλι. Αίματα… προσπαθεί να μου πιάσει το χέρι, δεν τα καταφέρνει, τον χτυπάω ξανά με όλο μου το μίσος… ξανά και ξανά μέχρι που ένιωσα το κρανίο του να σπάει και τέρμα και οι φωνές και οι χειρονομίες. Δεν σταμάτησα. Έκανα ανασκαφή με το χαρτοκόπτη μέχρι να βρω τα σκατά που έκρυβε εκεί μέσα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μακέλεμα μεγάλο…

-Γνωριζόμαστε; ρώτησε με απορία καθώς με παρατηρούσε να χαζεύω το γραφείο του.
-Ε; Όχι με συγχωρείτε. Ευχαριστώ είπα, πήρα το πουρμπουάρ μου και την έκανα. Ήταν η τελευταία φορά που μπήκα εκεί μέσα. Εκείνον… τον τότε δήμαρχο, ακόμα τον βρίζουν στους δρόμους. Εμένα τουλάχιστον μου χαμογελάει και κανένας άνθρωπος.

Γιώργος Μικάλεφ