Ούτε στη Λευκίμμη, ούτε πουθενά, τσακίστε τους φασίστες, σε κάθε γειτονιά!

Το φασισμό αν δεν τον τσακίσεις, θεριεύει και τραβάει
και τη σκανδάλη. Αυτή τη φορά στη Λευκίμμη…

099

Το τέρας έχει το πρόσωπο του συγχωριανού που βρίζει τους Αλβανούς λίγο παραπάνω απ’ το κανονικό. Έχει το πρόσωπο του ύπερ-πατριώτη γείτονα που θα σκότωνε για ένα κομμάτι συνθετικού υφάσματος made in china και για μια ιστορία που δεν διάβασε ποτέ του. Έχει το πρόσωπο του γνωστού, του φίλου, του συγγενή που θα ψηφίσει εθνικιστικά γιατί πρέπει να μπει τέλος στην προδοσία του έθνους. Αυτά τα λίγα για το «εθνικιστικό» δάχτυλο που δολοφόνησε τον Πέτρο «τον Αλβανό» στη Λευκίμμη. Καμία ανοχή! Σιωπή σημαίνει συνενοχή!

Διαβάστε εδώ: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΚΙΜΜΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΑΛΒΑΝΟΥ ΕΡΓΑΤΗ ΓΗΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Φουβού τους αγαλματένιους κ*λους


 

Το φατσοβιβλίο δεν γουστάρει τις ξεβρακωσιές… ακόμα και των αγαλμάτων. Ο λόγος για το «ξετσίπωτο» εξώφυλλο του δίσκου «Τους Έχω Βαρεθεί – Θάνος Μικρούτσικος / Υπόγεια Ρεύματα». Γράφω και εγώ, με μια μικρή καθυστέρηση, γιατί έχοντας ξεχάσει την σχετική ανάρτηση που είχα διαβάσει στο Τέταρτο, ανέβασα τη μπαλάντα του οπερατέρ και έφαγα ένα 24ωρο μπλοκάρισμα από τον αλγόριθμο. Αναρωτιέμαι ποιοι αποφασίζουν για τα «νούντιτι» και τα «σέξουαλ ακτίβιτι» σε αυτό το μέσο… που το έχω βαρεθεί.

 

 

 

Πρέπει να προστατέψουμε την κενωνία από τη ξετσιπωσιά των αγαλμάτων. Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας;;; Ίσως ένας ιδανικός τρόπος αγαλματοκωλοπροστασίας να ήταν ο παρακάτω. Να εντοπίζει ο αλγόριθμος τις προστυχιές των αγαλμάτων και να τα πιξελιάζει αυτόματα κατά το upload (βλέπε φωτογραφία Αχιλλέα). Αρκετά!!!

41594550_148226986114617_8085525974831071232_n

 

 

Μια άλλη μέρα …του Χρήστου Ζάχου

Σηκώθηκα κάποια στιγμή από το κρεβάτι, όχι πρωί βέβαια, ντύθηκα όπως πάντα και αποφάσισα να μην πιω καφέ. Ούτε πλύθηκα, αλλά σαφώς κατούρησα. Είχα τα μαλλιά μου ανάκατα και τις χαρακιές από το μαξιλάρι στο πρόσωπό μου. Έβγαλα το περίστροφο από το συρτάρι – το οποίο μου είχε χαρίσει κάποιος και δεν το είχα χρησιμοποιήσει ποτέ πριν – πήρα όλα τα φυσίγγια που είχα και βγήκα να κάνω τον περίπατό μου. Το είχα γεμάτο και το κρατούσα στο χέρι ενώ τις υπόλοιπες σφαίρες τις είχα βολέψει στις τσέπες και το σώβρακό μου.

Βγαίνοντας λοιπόν από το σπίτι, βλέπω την κυρία τάδε που τη συμπαθούσαν όλοι, όπως κι εγώ άλλωστε. Έπλενε κάτι χαλιά στο πεζοδρόμιο και την απάλλαξα από τη θλιβερή ύπαρξή της. Θα πρέπει να με ευγνωμονεί τώρα, αλλά τι κρίμα που δεν υπάρχει για να το κάνει. Έπειτα κάποιοι από τη γειτονιά, βγήκαν να δουν τι συμβαίνει. Χαρίζοντας μια σφαίρα στο κεφάλι του καθενός, κανείς άλλος δεν έδειξε περιέργεια. Οι υπόλοιποι, μάλλον, ταράχτηκαν από την ένταση και προτίμησαν να παρακολουθούν πίσω από τις κουρτίνες. Ίσως, σοφά έπραξαν.

Συνέχισα το δρόμο μου και συνάντησα αυτόν τον συμπαθέστατο κύριο που έβγαζε βόλτα το σκυλάκι του. Φάνηκα γενναιόδωρος και χάρισα στον καθένα τους από μια σφαίρα. Βέβαια, λέρωσαν κάπως το δρόμο με αίματα και τα σχετικά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι, θα τα καθάριζε ο δήμος την επόμενη. Έπειτα, μια κυρία που δεν τη γνώριζα κι ένα παλικάρι. Τους έστειλα να κάνουν παρέα μαζί με τους προηγούμενους. Δεν ήθελα να έχεις κανείς παράπονο.

Ο ήλιος έλαμπε και υπήρχε κίνηση. Δεν θέλησα να κάνω διακρίσεις κι έτσι, όποιος βρίσκονταν στο δρόμο μου, είχε την ίδια τύχη. Το όπλο άδειασε κι έτσι αναγκάστηκα να το ξαναγεμίσω. Ευτυχώς, είχα αρκετές σφαίρες, δεν ξέρω πόσες – ποιος μετράει άλλωστε; Αναζητούσα τη γαλήνη και θα την έβρισκα μαζί με όλους τους άλλους. Δεν υπήρξα ποτέ εγωιστής, πάντα ήθελα να μοιράζομαι πράγματα. Ένας μεγάλος αλτρουισμός με διακατείχε και ήθελα να τον εκφράσω. Το να κρατάς τα αισθήματά σου φυλακισμένα, είναι μεγάλο έγκλημα κι εγώ, κάθε άλλο παρά εγκληματίας ήμουν. Έτσι συνέχισα να προσφέρω τη γαλήνη και τη χαρά σε όποιον βρισκόταν γύρω μου. Αλίμονο, πώς θα μπορούσα να κάνω αλλιώς;

Ένοιωσα, όμως, οι σφαίρες να λιγοστεύουν στις τσέπες μου και γέμισα για τελευταία ίσως φορά, το περίστροφο. Κάποιες σειρήνες που είχαν κατακλύσει το ηχοτοπίο και ο μεγάλος όχλος συνάμα, ενοχλούσαν τη πολυπόθητη γαλήνη που ήθελα νοιώσω – αλλά και να προσφέρω. Έτσι, κάποια ανθρωπάκια με γαλάζιες στολές – εμφανώς τρομοκρατημένα – βρέθηκαν μπροστά μου μαζί με τα ασπρογάλανα οχήματά τους, να μου κόβουν το δρόμο. Κατάλαβα πως λόγω καταπίεσης, αυτοί με είχαν περισσότερη ανάγκη, κι έτσι αποφάσισα να μην τους αφήσω αδικημένους και να σπαταλήσω όσες σφαίρες μου είχαν απομείνει σε αυτούς. Βέβαια, φαίνεται, πως κι αυτοί, από αλληλεγγύη, είχαν τα δικά τους όπλα τα οποία και έστρεφαν εναντίον μου, μάλλον για τον ίδιο σκοπό: Τη χαρά για την επερχόμενη γαλήνη με τον μοναδικό τρόπο που αυτή μπορεί να επιτευχθεί.

Πέτυχα κάποιους απ’ αυτούς κι εν μέρει, κατάφερα το σκοπό μου, αλλά ήταν περισσότεροι και είχαν πλεονέκτημα, κι έτσι, βρέθηκα κι εγώ επιτέλους να κατακτώ αυτό που πρόσφερα σε όλους αυτούς τους συντρόφους, συνδαιτυμόνες, συμπολίτες κλπ. Την υπέρτατη γαλήνη της ανυπαρξίας που τόσοι και τόσοι φιλόσοφοι είχαν επικαλεστεί και διδάξει, ο καθένας ξεχωριστά ανά τους αιώνες, για τη λύτρωση και την ευδαιμονία του σκεπτόμενου ανθρώπου. Ίσως, με αυτόν τον τρόπο, το αιμόφυρτο και διάτρητο από τις σφαίρες πτώμα μου, να ήταν, όχι μόνο η απάντηση, αλλά και η κατάκτηση της Σοφίας αυτής.

Ο σκοπός όλων είχε επιτευχθεί κι εγώ, όπως και όλοι οι σύντροφοι και τα στρουμφάκια που βρέθηκαν μπροστά μου εκείνη την ωραία ημέρα, καταφέραμε να κερδίσουμε το απροσδόκητο: Το αίμα μας να βάψει την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια της άθλιας αυτής πόλης σαν αφηρημένη εξπρεσιονιστική τέχνη ή σαν μαυροκόκκινο λάβαρο που παράτησαν στο δρόμο κάτι παραιτημένοι πια επαναστάτες, προσφέροντάς μας το υπέρτατο και πολυπόθητο αγαθό της γαλήνης και της ουτοπίας, σε έναν μάταιο κόσμο.

Αργότερα, κάποιοι είπαν για έναν μανιακό δολοφόνο και πολλά θύματα, χωρίς να σκεφτεί κανείς πως πρόκειται για μια στάση ενάντια στο παράλογο της ζωής και πως ο θήτης δεν ήταν τίποτε παραπάνω από έναν απελπισμένο αυτόχειρα που ήθελε να σώσει, όσο το δυνατό περισσότερους. Μόνο που αυτός, την αυτοχειρία του, την έθεσε σε άλλους, παίρνοντας φυσικά και όσους εκτιμούσε, μαζί του. Αλίμονο, μαζί με αυτούς και κάποιους που δεν εκτιμούσε, αλλά αυτοί ανήκουν πραγματικά στο ανθρώπινο είδος;

 

Χρήστος Ζάχος

 

Η Νόσος Της Ποίησης 

Η παράνοια και η διάνοια τρέφονται από το ίδιο πιάτο. Έναν ευφυή νου που δεν ανέχεται κατεστημένο και δεδομένα, γι’ αυτό και τα ανατρέπει. (Χ-έγερση υποσυνειδήτου)

Ηλίας Πετρόπουλος – Ένας Κόσμος Υπόγειος

 

Ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ για τον Ηλία Πετρόπουλο, τον λαογράφο του «περιθωρίου».

WIKI: Ο Ηλίας Πετρόπουλος (Αθήνα, 26 Ιουνίου 1928 – Παρίσι, 3 Σεπτεμβρίου 2003) ήταν Έλληνας ποιητής, λαογράφος και μελετητής του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Πνεύμα ανήσυχο και ερευνητικό, πολέμιος των ακαδημαϊκών και του κατεστημένου, ο Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος (ερασιτέχνης) λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το «περιθώριο» και κατέγραψε πρόσωπα και πράγματα περιφρονημένα από την επίσημη ιστορία της χώρας του. Έζησε από κοντά ρεμπέτες, αλήτες, μάγκες, πόρνες και ομοφυλόφιλους, φυλακισμένους, συμμορίτες και καταδιωκόμενους, που έγιναν οι ‘ήρωες’ των βιβλίων του. Ακάματος συγγραφέας και ερευνητής έγραφε μέχρι το 2003 που πέθανε από καρκίνο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στο wikipedia

Δείτε επίσης την εκπομπή Άξιον Εστί του Β. Βασιλικού, για τον «αιρετικό λαογράφο»

 

«Κύριοι – Ταγοί» …του Ps.Mavro/Stavriotis

Ένα παλαιότερο κείμενο μου – δυστυχώς – πάντα επίκαιρο και διαχρονικό.
(Με αφορμή την οικογενειακή τραγωδία στη Μεσσήνη – και όχι μόνο…)

«Κύριοι – Ταγοί»… παίζετε με τη φωτιά, παίζετε και πιέζεται μυαλά, από καιρό «σαλεμένα». Eξελίσσεσθε σε αδίστακτους «νόμιμους» κρατικούς τρομοκράτες… και κατά ληστεύετε τους κατοίκους αυτής της χώρας. Aναμοχλεύετε ταξικά μίση και πάθη και… υποθάλπετε ακραίες ιδεολογίες. Xρησιμοποιείτε το νόμο και το Kοινοβούλιο κατά τις ορέξεις σας. Aπαξιώνετε με αυτό το τρόπο τους Θεσμούς και δυναμιτίζετε τη Δημοκρατία. Kυρίως, όμως… Εκβιάζεται ανθρώπους που βρίσκονται σε οριακό σημείο. Πιέζεται μυαλά από καιρό «σαλεμένα»… και καταστρέφετε ψυχές, που (λόγο της οικονομικής δυσπραγίας) κατρακυλούν όλο και περισσότερο στο σκοτάδι. Eξαθλιώνετε και διαφθείρετε έναν ολόκληρο λαό… οδηγώντας τον, πραγματικά, στην απόγνωση.

«Κύριοι – Ταγοί»… προσέξτε. Eμφανίζονται «παθολογικές» καταστάσεις ανεξέλεγκτες. Στη χώρα μας η κατάσταση έχει «ξεφύγει»… και όχι μόνο σε πολιτικό οικονομικό επίπεδο… Στις οικογένειες μας, μέσα στα σπίτια μας… εκδηλώνονται πια, «παθολογικές» καταστάσεις ανεξέλεγκτες… και αυτό θα πρέπει να σας ανησυχήσει ιδιαίτερα. Η χρόνια ανεργία και η φτώχεια οδηγεί… στην εξαθλίωση, στην παρανομία, στην πορνεία, στα ναρκωτικά, στις δολοφονίες και στις αυτοκτονίες.

«Κύριοι – Ταγοί»… απορώ, μαζί σας. Δεν ζείτε εσείς, σε αυτή τη χώρα? Δεν έχετε οικογένειες, συγγενείς, φίλους και γείτονες…? Ακόμα και αν δεχτούμε ότι… ο «κύκλος» σας ζει απομακρυσμένος από τον λαό… στα «χρυσά κλουβιά» που οι «πατρόνοι» σας σας παρέχουν… ακόμα και αν δεχτούμε ότι ζείτε με μια, παράνομα αποκτημένη «ευμάρεια» που δεν σας επιτρέπει να σχετίζεστε με τους «πολλούς»… Εσείς, με τα τόσα ΜΜΕ που ελέγχετε… πως και δεν παίρνεται τα μηνύματα της πολιτικής, οικονομικής, πολιτιστικής και ηθικής κατάπτωσης που ταλανίζουν όλη τη χώρα?

«Κύριοι – Ταγοί»… Μια σπίθα αρκεί – και τα πάντα θα γίνουν παρανάλωμα πυρός! Προσέξτε, oι μορφές «διαμαρτυρίας» δεν είναι «στατικές» και οι εκάστοτε «διαμαρτυρόμενοι» μπορεί την μία φορά να είναι «ελεγχόμενοι» την άλλη φορά όμως… μπορεί να δράσουν «ανεξέλεγκτα». Ο Λαός συγκροτεί «μάζες»… και οι μάζες είναι «άμορφες» και «ρευστές». Σε εμένα όλοι οι «σιωπηλά διαμαρτυρόμενοι» μοιάζουν να είναι ποτισμένοι από κάποιο εύφλεκτο υγρό… είναι θέμα τύχης να εμφανισθεί μια σπίθα… και να γίνουν οι πάντες και τα πάντα, παρανάλωμα πυρός!

«Κύριοι – Ταγοί»… μη νομίζετε ότι θα την γλυτώσετε. Mοιάζετε με ανόητους που ανάβουν φωτιά σε αχυροκαλύβα… Θα καούμε όλοι! …και φυσικά, μη νομίζετε ότι εσείς θα την γλυτώσετε. Η χώρα κινδυνεύει να καταστραφεί. Όλα γύρω μας θα καταρρεύσουν! Οι «πολιτικοί αρχηγοί» θα φύγουν βράδυ… και εσείς, θα μείνετε εδώ… «εξιλαστήρια θύματα» στη «λαίλαπα» και την λαϊκή κατακραυγή που οι ίδιοι προκαλέσατε. Mετά το «θάνατο» της χώρας και την εξαθλίωση του λαού μας, οι «Πατρόνοι» σας, θα σας κοιτούν αδιάφορα και ως στυγνοί «οικονομικοί εκτελεστές» που είναι, θα στρέψουν το ενδιαφέρων τους στην επόμενη χώρα που θα ξεκοκαλίσουν. Mετά από αυτό, εσείς και εμείς… θα είμαστε «ένα με το χώμα»… και φοβάμαι πως κανένας μας δεν θα δείχνει πια ενδιαφέρων για το «ποιος» και το «τί» έφταιξε.

Συνέλθετε «Κύριοι – Ταγοί»… Mην συνεχίσετε να δέχεστε να υπηρετείτε τους «νεκροθάφτες» του περήφανου λαού μας.

Και ΟΛΟΙ εμείς… ας συνειδητοποιήσουμε ποιοι είμαστε και το τί θέλουμε να κάνουμε. Ας μην επιτρέψουμε σε αυτούς που μας έφεραν σε αυτό το κατάντημα… να μας παρουσιάζονται τώρα, «ως σωτήρες μας». Ας στηρίξουμε τους νέους ανθρώπους που αγωνίζονται να αλλάξουν τα πράγματα… (όποιοι και όπου και αν είναι αυτοί) Σαν λαός, ας βαδίσουμε με αξιοπρέπεια, ας θυμηθούμε τα όνειρα μας… και ας προσπαθήσουμε (όλοι μαζί) να τα πραγματοποιήσουμε.

ENEPΓOΠOIHΘEITE!

Ps.Mavro/Stavriotis

Ο Καφετζής …του Γιώργου Μικάλεφ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

*πρόσωπα και γεγονότα της φαντασίας…

Ιούλιος στο νησί, οι τσέπες άδειες. Περίμενα να πλακώσουν τηλεοράσεις στο εργαστήρι για να βγάλω μισό μεροκάματο. Απ’ όταν παράτησα τη μηχανολογία πριν καν την αρχίσω και ξεμπέρδεψα με κάτι προβλήματα υγείας, έκατσα να μάθω την τέχνη του πατέρα μου. Καλοκαίρι έπεφτε η δουλειά και έψαχνα για συμπλήρωμα. Μια ψησταριά στη γειτονιά έψαχνε διανομέα με μηχανή δική του. Πήγα χωρίς δεύτερη σκέψη.

Η καριέρα μου ως διανομέας πήγε κατά διαόλου. Τελευταία διανομή στις φύλακες. Φυλακές; Ναι. Χτύπα στην κεντρική πύλη. Μια ώρα να ανοίξουν και να βρεθεί ο φύλακας που παράγγειλε σουβλάκια. Βιάστηκα να γυρίσω για να μη γκρινιάζει η κότα που έκανε τα κουμάντα εκεί μέσα. Έφυγα σε μια στροφή… Ό,τι έβγαλα εκεί μέσα τα έδωσα στο συνεργείο. Εγώ γρατσουνιές μονάχα και έγδαρα την καλή μου τη ζώνη. Ευτυχώς ήταν διπλής όψεως, αν και ακόμα απ’ τη γδαρμένη μεριά τη φοράω.

Λίγες μέρες ηρεμίας και μετά απελπισία ξανά. Τα ‘χα ανάγκη τα λεφτά να μη χάσω τη γυναίκα. Έπρεπε να βρω το δρόμο μου, να σταθώ στα πόδια μου. Ώριμες καταστάσεις για άνθρωπο χωρίς χαρτιά σε κορνίζες και δυσπροσάρμοστο προς το στρατιωτικόν κλίμα.

Μια μέρα που έτυχε να γυρνάω με το μηχανάκι μια φίλη απ’ τη δουλειά, μου είπε για ένα καφενείο κάτω απ’ το γραφείο. Ζητούσαν καφετζή και τους μίλησε για μένα. Ζευγάρι, καλά παιδιά με πίστη στο Θεό και τέτοια. Ένα παιδί στην κοιλιά και άλλο ένα να τριγυρνάει στο μαγαζί και να τα κάνει πουτάνα. Δε γαμιέται… καλά τα πάω με τα παιδιά. Πήγα την άλλη μέρα, συστήθηκα, σχολίασα θετικά τη φωτογραφία του γέροντα πίσω από το μπαρ και πιάσαμε κουβέντα για τα θεία. Αποδείχθηκα διαβασμένος.

Δικιά μου η δουλειά, καλό το μεροκάματο και ο εργολάβος ας πάει να γαμηθεί. Το ‘χα πάρει απόφαση… αντιπαροχή δεν… οπότε εργάτης τιμημένος. Εκεί που ήλπιζα πως θα ‘χω λεφτά και σπίτι να κάνω το ζωγράφο και να μπορώ και να πηγαίνω στους γιατρούς χωρίς να το σκέφτομαι, έρχεται το ίδιο σου το αίμα που βαστούσε τότε εξουσία στο νησί και σε πατάει στο λαιμό… «Εισοδηματίας; Όχι ρε πούστη, θα ματώσεις». Τρέξιμο όλη μέρα μες την πιάτσα με τα φρέντα και το μπλουζάκι μουσκεμένο και με ζέστη και με κρύο. Στις καταιγίδες δε, τους έπιανε ο ρομαντισμός τους και θέλανε όλοι εσπρεσάκια. Ομπρέλα, δίσκος και λούτσα ο δικός σου να μη χαλάσει ο καφές. Κόκκινες οι κάλτσες από το αίμα στο σπίτι αλλά μεροκάματο γερό και καθημερινά στην τσέπη.

Ο κόσμος με συμπαθούσε μπορώ να πω και ήταν ευγενικός. Λίγο μεγάλος και κάπως γνωστικός τούτος εδώ για αυτό το χαμαλίκι. Έβγαζα και κανένα δεκάρικο πολλές φορές απ’ τα τυχερά. Θυμάμαι τον κορνιζά, τον τύπο με τη λέσχη, τη μεσίτρια, τους γιατρούς, κάτι μαλάκες υδραυλικούς, τους ηλεκτρονικούς… ξέρανε και τον πατέρα μου αυτοί. Μάστορας απ’ τους παλιούς. Στις τηλεοράσεις δούλευε και ο συγχωρεμένος ο Γιάννης, πότε ήθελε καφέ με τοστ και πότε το χυμό του. Έλεγε στ’ αφεντικό μου… «αντί να μας φέρεις καμιά γκόμενα, μας έφερες τον Καζούλη».

Ο Γιάννης σκοτώθηκε τρία χρόνια μετά, μια ανεμοδαρμένη μέρα που πήγε για κεραίες. Πιο μικρός από μένα. Έτυχε και ήμουνα στο νοσοκομείο όταν τον φέρανε. Ένας γιατρός βγήκε κλαίγοντας απ’ τον ανελκυστήρα και μας είπε ποιος ήταν ο σκοτωμένος. Μάτωσε η ψυχή μου. Τα ουρλιαχτά της μάνας του θαρρείς και τα ακούω ακόμα. Τρελάθηκα για τούτη την αδικία. Ήπια εκείνο το βράδυ. Στο γυρισμό για το σπίτι ανέβηκα στη μηχανή και έπεσα 100 μέτρα πιο κάτω. Σηκώθηκα, ανέβηκα ξανά. Το είχα ήδη χάσει. Είπαν πως καρφώθηκα με τη μηχανή σε μια κολώνα και με γύρισαν πίσω στο νοσοκομείο μαυρισμένο. Με σπασμούς ως το ξημέρωμα και μια βδομάδα με υπνωτικά.

Πίσω στο καφενείο… πολύ δουλειά, καβγαδάκια, συζητήσεις για τον Θεό και τον Βασίλη τον Παπακωνσταντίνου. Έτσι πέρναγαν οι μήνες. Αν δεν ήταν το ξέκαμα, μια χαρά περνούσαμε. Γυρνούσα σπίτι και μου τραγουδούσε ο Νικόλας ο Κακούργος… «αφού με καταστρέψανε οι συγγενείς και οι φίλοι έκαψα την καλύβα μου να μη με τρών’ οι ψύλλοι…» Τα γούσταρα πολύ τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα, από εκείνο τον καιρό. Μια φορά τη βδομάδα έβγαζα και τη γυναίκα να πάμε να φάμε στου καπετάνιου ή σε καμιά άλλη ταβέρνα. Μου άρεσε αυτή η κατάσταση και ας μου έβγαινε η πίστη. Είχα βλέπεις σίδερα στη μέση από παλιά μου τραύματα και όταν τελικά έφυγα από εκεί, ήμουνα λιγάκι πιο σακατεμένος από τα πριν.

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που μου λέει τ’ αφεντικό… «θα πας καφέ στο μπάρμπα σου». Του τα ‘χα πει. Η καρδιά μου χτυπούσε λιγάκι πιο γρήγορα. Μίσος για τον άνθρωπο που γκρέμισε το όνειρο του εισοδηματία. Από καιρό τα σενάρια της εκδίκησης και να που τώρα θα βρεθώ ξανά μπροστά στον άνθρωπο που με έβγαλε από τα ιδεολογικά αδιέξοδα μιας εύπορης ζωής. Βαράω κουδούνι, ανεβαίνω τη σκάλα, χτυπώ την πόρτα… περάστε…
-Έφερα τον καφέ σας.
-Ακούμπησε τον εδώ.
Πού να με θυμάται ο καριόλης από τις φασαρίες στο δημοτικό συμβούλιο… Δεν ζητήσαμε χάρη από το αίμα μας, μα ούτε και μαχαίρι. Το δίκιο μας μονάχα. Όλος ο συρφετός των συμβουλατόρων έλεγε πως είμαστε καρχαρίες απ’ τους μεγάλους… ένα σόι ανθρώπων που μεγάλωσαν δίπλα σε στάβλους και τούτος ο μαλάκας που είχα μπροστά μου, δήλωσε άγνοια περί του θέματος κι ας τον είχαμε δικηγόρο όταν πέφτανε οι υπογραφές με τους εργολάβους… Αφήνω τον καφέ στο γραφείο, μου αφήνει 50 λεπτά ρέστα. Κοιτάω τα χαρτιά, την ακριβή του πένα, τα στυλό, το χαρτοκόπτη… τον αρπάζω και προσπαθώ να τον καρφώσω βίαια στην κορφή αυτού του σάπιου καύκαλου, ουρλιάζει καθώς τον χτύπησα χωρίς να εισχωρήσει η μαλακία στο μεδούλι. Αίματα… προσπαθεί να μου πιάσει το χέρι, δεν τα καταφέρνει, τον χτυπάω ξανά με όλο μου το μίσος… ξανά και ξανά μέχρι που ένιωσα το κρανίο του να σπάει και τέρμα και οι φωνές και οι χειρονομίες. Δεν σταμάτησα. Έκανα ανασκαφή με το χαρτοκόπτη μέχρι να βρω τα σκατά που έκρυβε εκεί μέσα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μακέλεμα μεγάλο…

-Γνωριζόμαστε; ρώτησε με απορία καθώς με παρατηρούσε να χαζεύω το γραφείο του.
-Ε; Όχι με συγχωρείτε. Ευχαριστώ είπα, πήρα το πουρμπουάρ μου και την έκανα. Ήταν η τελευταία φορά που μπήκα εκεί μέσα. Εκείνον… τον τότε δήμαρχο, ακόμα τον βρίζουν στους δρόμους. Εμένα τουλάχιστον μου χαμογελάει και κανένας άνθρωπος.

Γιώργος Μικάλεφ

Να, πως με φώτισε και εμένα το «άγιο Πνεύμα» …του Ps.Mavro/Stavriotis

20170124_194500sm

• Να, πως με φώτισε και εμένα το «άγιο Πνεύμα»… (παλιά… Έκτοτε – ουδέν). «Ανέκδοτες αφηγήσεις» (…που προφανώς δεν ενδιαφέρουν κανέναν). Έτσι, μιας και κάνει κρύο… για όλους εμάς, που δεν βγαίνουμε από το σπίτι μας…

• Δέκα μέρες «Τιμητική άδεια» (για την εμφάνιση της «Αγίας Τριάδος» στην εικόνα της «Βάπτισης του Κυρίου») που όμως – μετά από «φώτιση – κάψιμο» του Διοικητή – με «θαυματουργό» τρόπο έγιναν δύο…!!!)

• Ήμουν για εκπαίδευση στην σχολή υποψηφίων υπαξιωματικών των τεθωρακισμένων στο Λιτόχωρο… Το «πήδημα, το τρέξιμο και κάθε είδους καψόνι… πήγαινε σύννεφο. Ήμουν τρελαμένος και απελπισμένος… πίστευα πως δεν θα την έβγαζα «καθαρή» από εκεί μέσα…

Ήταν τέτοιες γιορτινές ημέρες και είχα βγει αναφορά, ντυμένος (με την στολή εξόδου) έτοιμος να πάρω μια 48η άδεια για Αθήνα… Τώρα, πώς την είδε ο Διοικητής, δεν ξέρω… και μας κόβει τις άδειες… και όχι μόνο μας στέλνει να ξεντυθούμε και να βάλουμε και πάλι τη φόρμα υπηρεσίας… αλλά μας ανακοινώνει πως, σε λίγο θα έρθει και ο «παπάς» να μας κάνει κατήχηση…

Καταλαβαίνεται τί «σύραμε», από μέσα μας και απ’ έξω μας… γι’ αυτή την ατυχία μας. Ξεντύθηκα και μαζί με τους άλλους – μετά από ένα απαραίτητο – σύντομο αυτή τη φορά «πήδημα» (έ, να μη περιμένει και ο παπάς…) πήγαμε στην αίθουσα του Κέντρου Ψυχαγωγίας Μονάδος.

Εκεί, «τελέστηκε» ένας ιερατικός μονόλογος… από τον παπά… που είμαι σίγουρος πως κανείς από τους παρόντες δεν είχε τη διάθεση να δώσει καμία σημασία… Πολύ περισσότερο εγώ που… μόλις προ ολίγου, μου είχαν κόψει την «άδεια» μου… Καθόμουν εκεί, με κατεβασμένο το κεφάλι και έφερνα στην μνήμη μου όλες τις πιθανές βρισιές που προφανώς γνώριζα και τις σιγομουρμούριζα… Όταν ακούω τον παπά να λέει…
– «Κύριε διοικητά, προτείνω δυο ημέρες τιμητική άδεια στον υποψήφιο».
– «Ώπα», …λέω από μέσα μου, «κάτι γίνετε εδώ…;»
Ο παπάς έκανε ερωτήσεις και πρότεινε «τιμητικές άδειες» σε αυτούς που απαντούσαν σωστά… Δύο ημέρες από εδώ… άλλες δύο από εκεί… είχε μοιράσει καμιά δεκαριά ημέρες σύνολο… (μεγάλο γεγονός για την περίσταση!) …και να, που σκάει η δύσκολη ερώτηση…
-«Σε ποιές Εικόνες εμφανίζεται η Αγία Τριάδα, στην Ορθόδοξη εικονογραφία;»
Μούγκα στην αίθουσα του κ.ψ.μ. … Ο παπάς ανέβασε την ταρίφα…
– «Τρείς ημέρες τιμητική άδεια σε όποιον το γνωρίζει…»
Σιγή νεκρική από κάτω…
-«Πέντε ημέρες τιμητική…»
…ανέβασε ο παπάς. Τίποτα, ούτε ψίθυρος δεν ακούγονταν από κάτω…
-«Δέκα ημέρες τιμητική…»
…ανέβασε ακόμα περισσότερο την ταρίφα ο παπάς (υποψιάζομαι) σίγουρος πια, ότι κανείς δεν πρόκειται να τις πάρει… Τελικά, σηκώθηκε κάποιος και είπε…
-«…ο παππούλης με το χριστούλη… που κάθονται στα σύννεφα, με το περιστεράκι ανάμεσα τους…»
Ο παπάς έδειξε φανερή απογοήτευση…
– «Το φανταζόμουν πως θα μου λέγατε την λάθος απάντηση..» είπε και συμπλήρωσε… «αυτός είναι ο Δυτικός τρόπος απεικόνισης…».

Λες και με φώτισε το Άγιο Πνεύμα… (μάλλον με ενεργοποίησε)… «Έεε, όχι και να πάνε χαμένες δέκα ημέρες άδεια» …σκέφτηκα μέσα μου και πετάχτηκα όρθιος…
-«Η φιλοξενία του Αβραάμ προς τους τρεις Αγγέλους, η εικόνα της ΓΕΝΝΗΣΗΣ και η εικόνα τη ΒΑΠΤΙΣΗΣ…»
…είπα δυνατά με βιασύνη, προτού ο παπάς αποσύρει την προσφορά του…

Όλοι γύρισαν κα με κοίταξαν με απορία…
-«Γιατί υποψήφιε…?»
…ερώτησε έκπληκτος και αυτός προσπαθώντας να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο την απάντηση μου…
-«Στην πρώτη Βιβλική περίπτωση των τριών αγγέλων, η απεικόνιση είναι αλληγορική μια και ο Υιός δεν έχει ενσαρκωθεί ακόμα…στις άλλες δύο περιπτώσεις… γιατί έχουμε το Πατέρα (ως φωνή) τον Υιό ως σάρκα και το Πνεύμα ως περιστέρι…»
-«Εύγε, εύγε υποψήφιε… κ. Διοικητά, δέκα ημέρες τιμητική άδεια στον υποψήφιο, τις αξίζει!»
Ο Διοικητής μου έριξε μια ματιά γεμάτη απορία και κάτι «γρύλισε» με υποχρεωτική συγκατάβαση…

Σε λίγο, μετά το πέρας της «κατήχησης», εγώ και μερικοί ακόμα, που είχαμε πάρει τιμητικές άδειες, στεκόμαστε μπροστά στο Διοικητή, φορώντας πάλι τις στολές εξόδου… Μας κοιτά καλά – καλά, έναν – έναν… Στέκετε μπροστά μου λες και κάτι να του θύμισα…
-«Εσύ δεν είσαι που βγήκες το πρωί για άδεια και στην έκοψα…?»
-«Μάλιστα κ. Διοικητά»
…απάντησα με δυνατή φωνή.
-«Και πού τα ξέρεις όλα αυτά, για παπάς πάς? Με τί ασχολείσαι στην πολιτική σου ζωή…?»
…ρώτησε με απορία.
-«Γραφίστας σπούδασα κ. Διοικητά»
… Η απορία του μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ. Σίγουρα θα σκέφτηκε από μέσα του… «Τί είναι αυτό πάλι… Γραφιάς μάλλον θα είναι…» …αλλά δεν είπε τίποτα. Ούτε και εγώ του είπα κάτι για την ενασχόληση μου με την Βυζαντινή Αγιογραφία…
-«Καλά, πάρε και εσύ, μαζί με τους άλλους, μια 48η άδεια για Αθήνα… και φροντίστε να είστε στην ώρα σας πίσω».

Βλέπετε εμένα με φώτισε (με ενεργοποίησε) το Άγιο Πνεύμα να απαντήσω σωστά στην ερώτηση του Παπά… τον Διοικητή όμως, δεν τον έπεισε να μου δώσει τις δέκα ημέρες άδεια που μου απένειμε ως επιβράβευση η θεία Χάρη.

«Ανέκδοτες αφηγήσεις» που προφανώς δεν ενδιαφέρουν κανέναν.

Ps.Mavro/Stavriotis