Ο ΔΕΣΜΙΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

κι όσοι από σας νομίζετε ψεύτικη την ιστορία αυτή
περιμένετε λίγα χρονάκια, ώσπου να επαληθευτεί

Kάποια στιγμή νομίζεις ότι όλα τελείωσαν. Και τότε η ζωή σπεύδει να σε διαψεύσει. Όλα καταρρέουν. Νιώθεις μόνος. Αβοήθητος. Ψάχνεις κάποιον να σε σηκώσει. Να σου δώσει το χέρι. Να σου μιλήσει. Να μιλήσει αληθινά όμως. Νιώθεις τόση δυστυχία, εδώ και χρόνια. Αρχίζεις να τη συνηθίζεις. Τώρα σου αρέσει! Δε σε ενοχλεί. Την αγαπάς. Αγαπάς την αρρωστημένη αυτή κατάσταση.

Κάποιος που είναι στο σκοτάδι για χρόνια, αυτό που λαχταρά περισσότερο είναι το φως. Κι όμως, όταν κάποιος ανοίξει την πόρτα της φυλακής του, και το φως ορμητικό, κατακλύζει το δωμάτιο, δεν μπορεί να το αντέξει. Κλείνει τα
μάτια του γιατί πονάνε. Θέλει πίσω το σκοτάδι του.

Έτσι, κάποια στιγμή έρχεται αυτός που περίμενες πολύ καιρό πριν. Άργησε αλλά ήρθε. Θέλει να σου ανοίξει τα μάτια. Να σου δείξει το δρόμο, να σου διδάξει τα μυστικά του φωτός. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο, θέλεις το σκοτάδι σου, το αγαπάς πλέον. Κι έτσι τον διώχνεις. Διώχνεις το μοναδικό πλάσμα που ενδιαφέρεται για σένα. Όμως, αυτό το πλάσμα που δεν το έχεις ξαναδεί στη ζωή σου, αν και είναι συνεχώς δίπλα σου, σε αγαπάει. Και δεν φεύγει. Επιμένει να σε σώσει.

Αν δεν δώσεις στο φυλακισμένο το σκοτάδι του γρήγορα, τα μάτια του καταστρέφονται. Έτσι, τυφλώνεται.
Κι έτσι, ο φίλος σου σου δείχνει το φως. Προσπαθεί να σε σώσει με όλη του τη δύναμη. Εσύ όμως, σαν το φυλακισμένο πονάς. Η Αλήθεια είναι σαν καρφιά που καρφώνονται στο σώμα σου. Και εσύ τότε τρελαίνεσαι, χάνεις τα λογικά
σου. Τώρα βλέπεις μόνο ένα τέρας να σε τοξοβολεί με φωσφορίζοντα φαρμακερά βέλη.

Τώρα ο φυλακισμένος, τυφλός πλέον, ορμά εναντίον του άγνωστου εισβολέα. Κλείνει την πόρτα με μανία. Τώρα είναι και οι δυο στο σκοτάδι. Έχει πλεονέκτημα. Του επιτίθεται, τον σκοτώνει, και αφήνει το σκοτάδι να καλύψει τα ίχνη του εγκλήματος.

Όχι άλλο φως, τσιρίζεις. Τότε βγάζεις μια πολεμική κραυγή και επιτίθεσαι στο τέρας. Είναι ασύγκριτα δυνατότερο αλλά δεν αντιστέκεται. Αφού σε αγαπάει. Τα χέρια σου σφίγγεις γύρω από το λαιμό του και σε λίγο είναι νεκρό.
Όμως, το σώμα του φεγγοβολεί και το σκοτάδι δεν μπορεί να καλύψει τα ίχνη αυτού του εγκλήματος. Πρέπει να γίνει το φως σκοτάδι. Πώς όμως; Μα φυσικά! Φωτιά! Και φτιάχνεις έναν τεράστιο βωμό στα έγκατα της αβύσσου. Εκεί πάνω τοποθετείς τον φωτεινό άγγελο και ανάβεις τη φωτιά. Και το φως έγινε σκοτάδι, τα φτερά του έγιναν στάχτη και τα χρυσαφιά μαλλιά του έγιναν καπνός. Τώρα είσαι ελεύθερος να ζήσεις στο σκοτάδι σου.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι μόλις πέθανες.

Θοδωρής

*δημοσιεύτηκε στο τέταρτο τεύχος του περιοδικού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.