Ο Δράκος: Η Μανία Του Λυκανθρώπου

Στο ξενοδοχείο σήμερα είχε πολύ κίνηση. Τρία group ήρθανε. Το πρώτο ήταν ένα καπί από την Τρίπολη. Ο Μανόλης κουβάλησε μόνος του σχεδόν όλες τις αποσκευές στα δωμάτια. Δεν τον πείραξε ιδιαίτερα γιατί ήταν αρκετά εύσωμος και δυνατός. Αυτό που του την έσπασε ήταν ότι δεν πήρε φιλοδώρημα από κανέναν ενώ περίμενε να βγάλει και κάτι από τις υπηρεσίες του και την ευγένεια του. Καβούρια στις τσέπες έχουν? σκέφτηκε… γαμημένοι αναξιοπαθούντες, βρωμόγεροι που θέλετε και διακοπές…

Έπιασε διακριτικά κάτω από τον πάγκο της reception την τσάντα του. Πήγε να την ανοίξει αλλά μια φωνή τον απέτρεψε…

-401, είπε μια χαριτωμένη κοπέλα γύρω στα είκοσι. Φορούσε ένα πολύχρωμο παρεό πάνω από το κάτασπρο μαγιό της… Το 401, επανέλαβε…

-Αμέσως είπε ο Μανόλης μόλις κατάφερε να απομακρύνει το βλέμμα του από τα ζουμερά της στήθη που τον κοιτούσαν απειλητικά. Της έδωσε το κλειδί, εκείνη τον ευχαρίστησε και ανέβηκε τις σκάλες. Ο Μανόλης ένοιωσε το πέος του να προσπαθεί να σκίσει το παντελόνι του και να το σκάσει καθώς ανακάλυψε ότι το κάτω μέρος του μαγιό ήταν string. Τα κωλομέρια της κατάφεραν να τον μαγέψουν και να τον κάνουν να τρέξει στην τουαλέτα και να εκτονωθεί. Ήταν η έβδομη φορά σήμερα.

Το τέλος της τουριστικής περιόδου είχε πάντα τις εκπλήξεις του. Έκανε ακόμα αρκετή ζέστη και οι παραλίες του νησιού είχαν αρκετό κόσμο. Ο Μανόλης γύρισε στο πόστο του δέκα λεπτά αργότερα για να έρθει αντιμέτωπος με άλλο ένα group. Άλλο ένα καπί… από τις βλαστήμιες του γονάτισε την Παναγία.

Ήταν αποφασισμένος να την βρει. Την άκουσε στο σαλόνι να μιλάει με τους δικούς της στο τηλέφωνο… θα πήγαινε στα τουριστικά μαγαζιά το βράδυ να ψωνίσει αναμνηστικά, για να έχει να θυμάται τις πρώτες τις διακοπές στην Κέρκυρα. Το πιο σημαντικό που άκουσε ήταν ότι είχε έρθει ολομόναχη… Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να φύγει με το ίδιο λεωφορείο και να την ακολουθήσει χωρίς να γίνει αντιληπτός. Έλπιζε μόνο να μην φύγει πριν σχολάσει εκείνος.

Περίμενε διακριτικά στην απέναντι πλευρά του δρόμου στο περίπτερο του Διομήδη. Μετά το πρώτο μισάωρο ο Διομήδης φοβήθηκε μήπως προσπαθούσε να τον κλέψει και του ‘λαβε το λόγο. Μετά από μια ώρα και αρκετή κουβέντα είχαν γίνει φίλοι και τον κέρασε και παγωτό. Μετά από μιάμιση ώρα συνειδητοποίησε ότι του την έπεφτε αλλά αποφάσισε να τον ανεχτεί λιγάκι ακόμα. Πέρασαν δύο ώρες… επιτέλους την είδε να έρχεται με ένα λευκό καλοκαιρινό φόρεμα και να κάθετε στη στάση. Όταν το λεωφορείο έφτασε, εκείνος χαιρέτησε τον ανώμαλο περιπτερά, πέρασε βιαστικά το δρόμο και μπήκε μέσα τελευταίος. Είχε αρκετό κόσμο και ήταν αδύνατο να τον καταλάβει. Τους χώριζε μια παρέα από πουτανόγριες και πορνογέροντες, όπως συνήθιζε να αποκαλεί τα άτομα της πέμπτης ηλικίας.

Κατέβηκαν στην ίδια στάση και εκείνος φρόντισε να κρατήσει την κατάλληλη απόσταση ασφαλείας. Την ακολουθούσε για δύο ώρες από μαγαζί σε μαγαζί. Με δυσκολία έκρυβε το εργαλείο του που άρχισε να υψώνετε ανησυχητικά, πράγμα επικίνδυνο για τα εύθραυστα αγαλματίδια στα ράφια των τουριστικών. Κάποια στιγμή στο δρόμο πίσω από τον Άγιο Σπυρίδωνα του έριξε ένα βλέμμα αλλά  μάλλον δεν πρέπει να τον κατάλαβε. Η αμφιβολία του τον έκανε να σκεφτεί αρκετά να αναβάλει αυτό που είχε στο μυαλό του. Ώσπου να το σκεφτεί (ήταν και λίγο αργός…) κράτησε παραπάνω απόσταση ώσπου την έχασε σε κάτι δρομάκια. Αγχώθηκε μήπως δεν την βρει… όμως την είδε σε ένα στενό πιο κάτω που δεν είχε καθόλου κόσμο… έβγαζε φωτογραφίες με την ψηφιακή της τα απλώματα που ένωναν τα κτίρια με φρεσκοπλυμένα σώβρακα. Ο Μανόλης χαμογέλασε… ήταν η ευκαιρία που περίμενε όλη μέρα. Κρύφτηκε σε μία πόρτα και άνοιξε την τσάντα έβγαλε μια παλιά μάσκα λυκανθρώπου… την φόρεσε και κατέβασε το παντελόνι του…

Βγήκε έξω με μια πρωτόγνωρη σιγουριά και ένα πρωτόγονο συναίσθημα, κρατώντας σφιχτά στο δεξί χέρι, το ορθωμένο του τριχωτό μαρκούτσι. Εκείνη ήταν γυρισμένη πλάτη όταν της σήκωσε το φόρεμα και της τον ακούμπησε με φόρα στο δεξί κωλομέρι. Η κοπέλα έντρομη από το θέαμα του σάτυρου, έβαλε της φωνές και τον χτύπησε με την τσάντα της… εκείνος παραπάτησε και έπεσε χωρίς όμως να σταματήσει στιγμή να τον παίζει. Δίχως να χάσει χρόνο η κοπελιά τράβηξε φωτογραφία τον αποκρουστικό αυνανιστή και άρχισε να τρέχει. Ήταν πιο έξυπνη από ότι μπορούσε το άρρωστο μυαλό του να φανταστεί. Όταν οι νοικοκυραίοι θορυβημένοι από τις φωνές βγήκαν στα παράθυρα να δουν τι τρέχει ο δράκος είχε εξaφανιστεί…

Όταν γύρισε σπίτι ήταν περασμένες δώδεκα και για καλή του τύχη η μάνα του κοιμόταν. Έτσι ξάπλωσε στο κρεβάτι του ανάσκελα και έκατσε να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του να σταματήσει από τότε που ήταν παιδί. Στο δημοτικό είχε κάνει την εμφάνιση της για πρώτη φορά η αρρώστια του ματάκια. Από τότε δεν μπορούσε να το σταματήσει… τα καλοκαίρια επισκεπτόταν συνεχώς τις παραλίες γυμνιστών του νησιού όπου περνούσε την περισσότερη ώρα στην θάλασσα χαζεύοντας τη γυμνή γυναικεία σάρκα και αφιερώνοντας ώρες ολόκληρες σε ενδοπαλαμικές παλινδρομήσεις μέχρι τελικής πτώσεως του πέους. Το χειμώνα την έβγαζε από εδώ και από εκεί. Η μάνα του αποφάσισε να τον πάει σε ειδικό μιναρολόγο μετά από ένα τραγικά δυσάρεστο γεγονός…

Ήταν 18 χρονών και διάβαζε στο σπίτι για τις εξετάσεις της πρώτης γυμνασίου όταν το κουδούνι χτύπησε και η θεία η Μαριώ με τα μεγάλα βυζόμπαλα πέρασε στο σαλόνι. Ενώ εκείνη του μιλούσε για την αξία της μόρφωσης, εκείνος είχε χαθεί κάπου ανάμεσα στα στήθια της, ώσπου ένοιωσε ένα εξόγκωμα στο κάτω μέρος της πιτζάμας του που άρχισε να μεγαλώνει απειλητικά. Για κακή του τύχη ήταν αδύνατο να το κρύψει. Μάταια προσπαθούσε να το καλύψει με το βιβλίο της γεωγραφίας και των μαθηματικών, έτσι αποφάσισε να βάλει τα χέρια στις τσέπες και να παλέψει με το κτήνος μέχρι εκείνο να ηρεμίσει. Η μάχη ήταν άνιση. Η καύλα τελικά τον κυρίευσε ολοκληρωτικά… σηκώθηκε όρθιος και μπροστά στα έκπληκτα μάτια της θείας Μαριώς κατέβασε τα βρακιά του και απελευθέρωσε τον δράκοντα. Τότε ήταν που η αδικοχαμένη θεία αντίκρισε τον τρόμο! Το θηρίο άρχισε να εκτοξεύει ακατάπαυστα υγρό πυρ πάνω στη άτυχη γυναίκα ώσπου η αδύναμη καρδιά της δεν άντεξε…

Τώρα, δέκα χρόνια αργότερα, η ωριμότητα του τον έκανε να πάρει τις κατάλληλες αποφάσεις. Γνωρίζοντας ότι οι ανεξέλεγκτες καύλες του, μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε ποινικά κολάσιμες πράξεις, έπρεπε να πάρει κάποιες προφυλάξεις για να μην τον αναγνωρίζουν. Είχε πάντα μαζί του μια παλιά μάσκα λυκανθρώπου που την είχε αγοράσει από κάποιο πάγκο για κάποιες απόκριες. Την είχε πάντα μαζί του σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης… σήμερα ήταν η πρώτη φορά που έπεσε στην ανάγκη της! Πρέπει να έφταιγε η πρόσφατη διακοπή της φαρμακευτικής του αγωγής. Πάντως το μπανιστήρι δεν το είχε κόψει ποτέ, ήταν μέρος της αγωγής.

Πριν από λίγες ώρες ανακάλυψε πως η μάσκα τον τροφοδοτούσε με μια πρωτόγονη και ταυτόχρονα μυστηριώδη μαγική δύναμη που τον προστάτευε και τον μετέφερε σε έναν άλλο παράλληλο κόσμο στον οποίο ήταν κυρίαρχος. Λίγα λεπτά μετά την μεγαλειώδη ανακάλυψη… αποκοιμήθηκε αγκαλιά με ένα αυξανόμενο αίσθημα περηφάνιας.

“ανώμαλος επιδειξίας”…

“απόπειρα βιασμού”…

“το κτήνος πίσω από την μάσκα”…

“προβοκάτσια ξένων συμφερόντων”…

Βλέποντας ο Μανόλης τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα, καθώς πήγαινε το πρωί στην δουλειά του με τα πόδια, τον πλημμύρισε ένα νέο κύμα υπερηφάνειας. Δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι η αρρώστια του θα τροφοδοτούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ένιωσε για πρώτη του φορά σπουδαίος και συνεχώς χαζογελούσε. Καθώς πλησίαζε στο ξενοδοχείο τον κυρίευσε το άγχος… μήπως τον αναγνώριζε η κοπέλα? Αλλά αδύνατον σκέφτηκε αφού τον αντίκρισε μόνο για μια στιγμή και μετά φορούσε και τη μάσκα. Σίγα μην τον θυμόταν από μια φορά που τον είδε στη reception…

Στο ξενοδοχείο επικρατούσε νεκρική σιγή. Όταν ήρθε το αφεντικό τον ενημέρωσε ότι σχεδόν όλες οι κρατήσεις είχαν ακυρωθεί. Αναθεμάτιζε συνεχώς την κοπέλα που έδωσε τόση έκταση στο γεγονός…

-Την πουτάνα πρώτη φορά την ακούμπησε πούτσα στη ζωή της? Έπρεπε να το κάνει βούκινο? Να δω πως θα τη βγάλουμε το Χειμώνα? Τι με κοιτάς σα μαλάκας… δεν άκουσες τι έγινε χτες με το ψωλάκι του 401?

-Ναι το έμαθα πριν λίγο… και η κοπέλα είναι εδώ ακόμα? Ρώτησε ο Μανόλης διστακτικά.

-Έφυγε η ψώλα νωρίς το πρωί… αφού πέρασε το μισό βράδυ με τους μπάτσους και το άλλο μισό με τους δημοσιογράφους. Και αυτός ο μινάρας του κερατά με την καυλομάσκα του, τι στο διάολο ήθελε? Ας πήγαινε σε μια πουτάνα ο βλαμμένος να δώσει. Φέτος θα κλείσουμε πιο νωρίς έτσι σκατά που ήρθαν τα πράγματα… Αποσύρθηκε στο γραφείο του φωνάζοντας και βρίζοντας. Ο Μανόλης κοίταξε την τσάντα και με ανακούφιση ανακάλυψε ότι είχε ξεχάσει την μάσκα σπίτι.

Είχε πια χειμωνιάσει και ο δράκος είχε ξεχαστεί. Ώσπου μια μέρα το κτήνος ξύπνησε και πάλι και δεν έλεγε να ηρεμίσει με καμία μαλακία. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε πίσω από μια στοίβα με παλιά ρούχα του πατέρα του, τη μάσκα. Την φόρεσε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένοιωσε πάλι αυτήν την πρωτόγνωρη δύναμη. Την έβγαλε και την στρίμωξε στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. βγήκε βιαστικός από το δωμάτιο…

-Που πας αγόρι μου με τόσο κρύο έξω?

-Πάω για περπάτημα μάνα. Και βγήκε γρήγορα έξω αποφεύγοντας το παπαροπρήξιμο… ότι χειρότερο για εκείνη τη στιγμή…

Άλλο ένα χειμωνιάτικο απόγευμα και το σκοτάδι είχε απλωθεί στην Κέρκυρα. Το κρύο ήταν τσουχτερό και οι σκύλοι αλυχτούσαν λες και προσπαθούσαν να προειδοποιήσουν την άτυχη γυναίκα για το κακό που θα συνέβαινε… αν μπορούσαν να μιλήσουν, θα της έλεγαν να βάλει μπροστά το αμάξι και να εξαφανιστεί από το σκοτεινό μέρος που είχε παρκάρει…

Το κακό δεν άργησε να συμβεί. Ο Μανόλης περνούσε απ’ το δρόμο και εντόπισε το υποψήφιο θύμα του… ήταν μια γυναίκα μέσα στο αυτοκίνητο της, που προσπαθούσε να καλέσει κάποια φίλη της στο κινητό. Ο δράκος προσπέρασε το αυτοκίνητο και κρύφτηκε πίσω από ένα άλλο, παρκαρισμένο λίγα μέτρα πιο κάτω. Έβγαλε έξω τη μάσκα του λυκανθρώπου και τη φόρεσε. Οι σκύλοι τώρα ούρλιαζαν σαν λύκοι! Αφού σιγουρεύτηκε ότι η γυναίκα ήταν μόνη της, έκανε την κίνηση του.

Τον έβγαλε έξω και όρμησε στο αυτοκίνητο… άρχισε να αυνανίζεται με μανία ουρλιάζοντας σαν λύκος και χτυπώντας το πέος του στο τζάμι! Η γυναίκα μόλις αντίκρισε το φριχτό αυτό θέαμα πάγωσε από τον τρόμο. Ο δράκος άνοιξε βίαια την πόρτα και πριν προλάβει η γυναίκα να αντιδράσει, ένα λευκό υγρό άρχισε να εκσφενδονίζεται στο πρόσωπο της σε μεγάλες ποσότητες. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει και πήδηξε στο διπλανό κάθισμα. Τράβηξε βίαια το χερούλι στην προσπάθεια της να γλιτώσει, με αποτέλεσμα να μείνει με το χερούλι στο χέρι. Ο δράκος που βρισκόταν ακόμα με το πουλί στο χέρι, αφού ξεφορτώθηκε και την τελευταία σταγόνα που του βάραινε τα αρχίδια, χάθηκε στο σκοτάδι ουρλιάζοντας.

Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα έντρομη και κατέβασε τις ασφάλειες. Κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη. Ήταν γεμάτο σπέρμα! Το καθάρισε με τα μανίκια της και κάλεσε την αστυνομία…

Η πόρτα του σπιτιού έτριξε καθώς έκλεινε. Η προσπάθεια του για να περάσει απαρατήρητος ήταν άκαρπη. Η γνωστή υστερική φωνή ακούστηκε από το δωμάτιο.

-Μανόλη… που είσαι Μανόλη?

-Τώρα μητέρα έρχομαι. Ήξερε τι θα ακολουθούσε. Μετά από μια τόσο ένδοξη μέρα, εκείνη θα του κατέστρεφε κάθε διάθεση. Τώρα θα επέστρεφε στην ταπεινωτική του ζωή. Είδη είχε αρχίσει να βλαστημάει θεούς και δαίμονες από μέσα του. Άφησε το μπουφάν με τη μάσκα του μέσα στον καναπέ και μπήκε στο δωμάτιο της μητέρας του.

-Που ήσουνα αγόρι μου?

-Πήγα για περπάτημα μητέρα.

-Πάλι για περπάτημα… πότε θα γνωρίσεις καμιά γυναίκα?

-Πάλι τα ίδια ρε μάνα? Πάλι τα ίδια?

-Βέβαια, σηκώνουμε και μούτρο τώρα… από τότε που μας άφησε ο συχωρεμένος ο πατέρας σου σημασία δεν μου δίνεις… ίχνος σεβασμού. Τι σου ζήτησα? Ένα εγγόνι θέλω να μου κάνεις. Η κυρά-Νίτσα έχει τρία. Τρία… ακούς?

-Παράτα με ρε μάνα… πόσα παιδιά έχει η κυρά-Νίτσα. Αρκετά πια. Δεν αντέχω άλλο… τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα… δεν μου αρέσουν τα παιδιά. Κατάλαβε το!

-Για το καλό σου το λέω αγόρι μου. Για το καλό σου… η γειτονιά βλέπεις, λέει διάφορα… δεν σε έχουν δει και ποτέ και με καμιά κοπέλα… της κυρά-Σοφίας της μπακάλισσας ο γιος, δυο γκόμενες έχει. Μαλώσανε την άλλη φορά εδώ από κάτω… δυο κοπελάρες μέχρι κει πάνω… και ξέρεις πως είναι… σαν μόμολος… και συ που είσαι δύο μέτρα παλικάρι… αυτό λέγαμε με την κυρά-Όλγα στο μαγαζί. Μου έλεγε για της Λίτσας την κόρη… με αφρικάνο τα έμπλεξε! Αράπη! Για αυτό σου λέω αγόρι μου… βρες και συ μία να τη γκαστρώσεις. Λεβέντης είσαι. Φέρ’ την και στην πολυκατοικία να σε δούνε, να μη μας συζητάνε…

-Όταν λες μας συζητάνε… τι λένε δηλαδή?

-Να, θυμάσαι και τον Διομήδη τον τζιναβοτό… δεν το είχαν δει από μικρό ποτέ με γυναίκα… τελικά αποδείχτηκε ότι το παίρνει το γράμμα…

-Ποιος μωρέ? Ο περιπτεράς?

-Ναι αυτός… τον ξέρεις?

-Όχι μωρέ μάνα… μη λες βλακείες…

-Αυτό μας έλειπε…

-Μην ανησυχείς άλλο ρε μάνα. Θα τους δείξω εγώ… θα τους δείξω… Μην σε νοιάζει μάνα.

-Αχ Μανολάκη μου. Μόνο εσένα έχω. Κάνε με περήφανη γιε μου.

-Κοιμήσου μάνα και θα τα πούμε αύριο. Βγήκε κλείνοντας σιγά την πόρτα. Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Έβγαλε ένα κουτί με φρέσκο γάλα… είχε λήξει μα δεν τον ένοιαζε. Ήπιε μονορούφι όσο είχε απομείνει και το πέταξε στα σκουπίδια αφήνοντας ένα κτηνώδες ρέψιμο που ακούστηκε μέχρι το πεντοφάναρο!

Το πολυτελές εστιατόριο “Αναγούλα” ήταν τίγκα και αυτό το βράδυ. Μόνο αν είχες κλείσει τραπέζι αρκετές μέρες πριν μπορούσες να φας εκεί. Στο γωνιακό τραπέζι δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο, καθόταν μια παρέα ώριμων γυναικών και καταβρόχθιζαν ένα ολόκληρο γουρούνι πίνοντας το πιο ακριβό κρασί! Ο Μανόλης εκείνη την ώρα περνούσε απ’ έξω και βλέποντας τες φώναξε… “Ω ρε κάτι ψωλαράδες που σας χρειάζονται” και συνέχισε τον δρόμο του. Οι κυρίες ενοχλημένες χωρίς να σταματήσουν να τρώνε κοίταξαν προς το παράθυρο αλλά δεν είδαν κανένα.

Ο Μανόλης τώρα πλησίαζε τις τουαλέτες δίπλα στην παιδική χαρά της Γαρίτσας. Ήξερε ότι τέτοια ώρα όλο και κάποιον θα πετύχαινε εκεί μέσα. Το αρρωστημένο μυαλό του πλημμύρισε από ευχάριστες αναμνήσεις… τότε που είχε πάρει μάτι μια ηλικιωμένη Αλβανίδα την ώρα που έχεζε… την στιγμή της κορύφωσης κλώτσησε την πόρτα και περιέλουσε την γριά με σπέρμα… μια Μεγάλη Τρίτη είχε αυνανιστεί μπροστά σε δύο κινέζες τουρίστριες ουρλιάζοντας πολεμικές ιαχές από ταινίες καράτε… και άλλα πολλά κατορθώματα της εφηβείας που για να σας τα διηγηθώ πρέπει να φάμε δεκατρία τεύχη και είμαστε μόλις στο τρίτο…

Πάει καιρός από τότε και οι γυναίκες έπαψαν να πηγαίνουν εκεί για τις σωματικές τους ανάγκες. Για μια περίοδο βάλανε φύλακα αλλά δεν τον πληρώνανε και από τότε έγινε στέκι κωλομπαράδων, πούστηδων και κάθε λογής ανωμάλων.

Μπήκε μέσα και κλείστηκε σε μία τουαλέτα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με αισχρολογίες, τηλέφωνα και ανακοινώσεις… Διομήδης ο τζιναβοτός κάθε Σαββάτο 8.30μμ… Αλίκη πίπες 11.30πμ… γαμάω κώλο από 9 με 12 το βράδυ… Η μυρωδιά από κάτουρα και σκατά κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα. Ο Μανόλης είχε βάλει σκοπό να κάνει χαλάστρα σε κάθε βρομιάρη πούστη που θα έμπαινε εκεί μέσα. Σεβότανε την διαφορετικότητα αλλά σε αυτήν την περίπτωση τους θεωρούσε υπεύθυνους για τον διωγμό των γυναικών από τον χώρο.

Δύο λεπτά αργότερα και αφού έριξε ένα ζεστό κατούρημα άκουσε βήματα. Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Μανόλης χωρίς να χάσει χρόνο φόρεσε την μάσκα και ένοιωσε αυτόματα τη μανία του λυκανθρώπου να τον κυριεύει. Πίστευε ,εδώ και μία βδομάδα, ότι έπαιρνε την δύναμη του λύκου και του δράκου από τη μάσκα… ο επισκέπτης χτύπησε διακριτικά την πόρτα τρεις φορές… μάλλον συνθηματικό ήταν, σκέφτηκε. Η πόρτα άνοιγε προς τα έξω, έτσι στον δεύτερο χτύπο κλώτσησε με τη μπότα του την πόρτα, που με τη σειρά της χτύπησε στα μούτρα του άγνωστου επισκέπτη. Ο δράκος βγήκε έξω ουρλιάζοντας σαν λύκος αλλά αντικρίζοντας τον άντρα πεσμένο στο πάτωμα και την κηλίδα αίματος που πήγαζε από το πίσω μέρος του κεφαλιού του, αποφάσισε να το σκάσει τρέχοντας έξω διαολεμένα. Θα πρέπει αφού τον χτύπησε η πόρτα, να έπεσε χτυπώντας το κεφάλι του στον νιπτήρα.

“Ο δράκος της Κέρκυρας επιχείρησε χθες το βράδυ να δολοφονήσει τον δήμαρχο της πόλης μας. Ο δήμαρχος κατευθυνόμενος στο σπίτι του, ένοιωσε το κάλεσμα της φύσης και επισκέφθηκε τις κοντινότερες τουαλέτες. Μπαίνοντας μέσα αντίκρισε τον τρόμο στο χυδαίο πρόσωπο του μασκοφόρου δράκου. Ο λυκάνθρωπος προκάλεσε στον δήμαρχο ένα τραύμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ευτυχώς ο δήμαρχος είναι καλά στην υγεία του και νοσηλεύεται για παρακολούθηση σε ιδιωτική κλινική. Η αστυνομία κάνει λόγο για έναν δράκο φονιά, που δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή και σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία πιστεύουν ότι είναι ομοφυλόφιλος. Στο τμήμα από το πρωί ανακρίνονται σεσημασμένοι ομοφυλόφιλοι που σύχναζαν στις κακόφημες τουαλέτες…”

“Ο ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ. Σοκ στην τοπική κοινωνία έχει προκαλέσει η δράση του δράκου φάντασμα. Χτες αργά το βράδυ επιχείρησε να βιάσει τον δήμαρχο, όμως δεν τα κατάφερε λόγο πιθανής ανικανότητας και αποφάσισε να τον σκοτώσει. Ο δήμαρχος όπως ισχυρίζεται έδωσε μάχη με τον δράκο και κατάφερε να τον τρέψει σε φυγή…”

“Πράκτορες των Αμερικάνων κρύβονται πίσω από τον δράκο. Ο δράκος χτες το βράδυ αποκάλυψε τις προθέσεις του. Επιχείρησε να δολοφονήσει τον δήμαρχο παρασέρνοντας τον σε δημόσιες τουαλέτες…”

“Δράκος: εχθρός της δημοκρατίας. Τραμπούκος της αντιπολίτευσης…”

Ο καφές ήταν ακόμα καυτός. Ο Μανόλης κάθισε αναπαυτικά στον καναπέ και άκουγε περήφανος τα δελτία ειδήσεων στο ραδιόφωνο. Η μάνα του είχε πάει στο μαγαζί της κυρά-Όλγας και εκείνος απολάμβανε την γαλήνη ενός μοναχικού πρωινού. Κρυφογελούσε με όλες αυτές τις εκδοχές που μετέδιδαν. Ως και κάτι αδελφές σε ένα πρωινό σχολίασαν την επίθεση του δράκου. Σκέφτηκε ακόμα και να πάρει τηλέφωνο σε κανένα κανάλι… τηλεφωνική επικοινωνία με τον δράκο… γέλασε στη σκέψη. Από την άλλη δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι κινδύνευε περισσότερο να γίνει τσακωτός με την έκταση που είχε λάβει το θέμα. Είμαι διάσημος σκεφτόταν συνεχώς… να δούμε τι θα πουν οι γκιόσες της γειτονιάς…

Το μυαλό του (που έπαιρνε ανάποδες καυλοστροφές) άρχισε να πλέκει σενάρια. Ήθελε πάντα να φτάσει ψηλά ή τουλάχιστον να γίνει γνωστός με κάποιο τρόπο και αυτή ήταν η ευκαιρία της ζωής του. Σκεφτόταν ότι μπορούσε να γίνει πιο ξακουστός και από τον Παπαχρόνη, τον ήρωα των παιδικών του χρόνων. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του ότι οι πράξεις του, ήταν πρώτη είδηση σε όλα τα μέσα, από τα λεωφορεία μέχρι την τηλεόραση! Ήξερε όμως ότι για να ολοκληρωθεί το έργο του θα έπρεπε να αποκαλυφθεί… μόνο έτσι θα δοξαστώ ολοκληρωτικά… πρέπει να μάθουν όλοι ποιος είμαι αλλά όχι ακόμα, έχω πολλά να κάνω ακόμα… αυτές ήταν οι τελευταίες του σκέψεις πριν εισβάλει η μάνα του και ξεκινήσει να του λέει για τον γιο της κυρά-Μαρίας που γκάστρωσε την ανιψιά του αστυνόμου Σαΐνη!

Δύο τετράγωνα παραπάνω η μυστική αστυνομία με επικεφαλής τον αστυνομικό Σαΐνη λογομαχούσαν γα το νυχτερινό σχέδιο δράσης. Τη λύση έδωσε η πανέξυπνη ανιψιά του πρώην επιθεωρητή, η μικρή Τασούλα.

Ώρα έντεκα και εικοσιπέντε. Το κρύο θέριζε και σπάνια περνούσε αυτοκίνητο. Μονάχα ένας χοντρός κύριος έπαιρνε το σκύλο του για κατούρημα. Ο Μανόλης τον άφησε να τον προσπεράσει. Ο βραδινός του περίπατος στο πάρκο κόντευε να φτάσει στο τέλος του και τίποτα δεν κατάφερε να του εξάψει την περιέργεια. Πόσο του είχε λείψει το καλοκαίρι. Έκανε σχέδια για το επόμενο… τώρα που γνώριζε τη δύναμη της μάσκας, είχε σκοπό να μην αφήσει καμία τουρίστρια να φύγει χωρίς αναμνηστικό λεκέ.

Η σκέψη του διακόπηκε από τον ήχο των τακουνιών πάνω στο πλακόστρωτο δρομάκι, καμιά δεκαριά μέτρα πίσω του. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί και έριξε μια κλεφτή ματιά. Το θέαμα ενός νεαρού κοριτσιού με κοτσιδάκια και με σχολική τσάντα στην πλάτη, που περπατούσε σε έναν έρημο δρόμο φορώντας τακούνια, τον απογείωσε για τα καλά. Του θύμισε το “πουτανομαθήτριες 3”.

Ο δράκος επιτάχυνε το βήμα και στο σταυροδρόμι λίγα μέτρα παρακάτω έγινε άφαντος. Με γρήγορες κινήσεις φόρεσε τη μάσκα και πετάχτηκε ξανά στο δρομάκι παίζοντας βίαια το δασύτριχο πέος του που το είχε βγάλει έξω για τελευταία φορά στη σύντομη ζωή του… αντί να αντικρίσει το υποψήφιο θύμα του αντίκρισε δέκα αστυνομικούς να τον σημαδεύουν με τα όπλα τους, ένας πίσω από κάθε θάμνο. Έκανε να τρέξει πίσω, αλλά πριν κάνει βήμα το μέτωπο του ήρθε σε επαφή με το περίστροφο του Σαΐνη. Έκανε να σηκώσει το παντελόνι αλλά μια φωνή τον σταμάτησε.

-Τα χέρια ψηλά λύκε. Φώναξε ένας αστυνομικός και εκείνος υπάκουσε τρομαγμένος. Το ίδιο και το καυλί του που ακόμα στεκόταν υψωμένο.

-Γονάτισε κάτω κάθαρμα. Γονάτισε… φώναξε ένας άλλος. Ο Μανόλης γονάτισε και το πέος του άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει.

-Ξάπλωσε μπρούμυτα μπάσταρδε… είπε μια γυναικεία φωνή πίσω του. Ήταν η Τασούλα. Η κοπέλα που έκανε το δόλωμα. Γύρισε να την αντικρίσει και εκείνη τον κλώτσησε με το τακούνι της στην πλάτη σωριάζοντας τον κάτω.

-Στο χώμα δράκε! Είπε και τον κλώτσησε ξανά στα πλευρά.

-Δεν είναι δράκος, είναι λυκάνθρωπος είπε ένας νεαρός αστυνομικός και άρχισε να χαζογελάει. Ακολούθησαν και οι υπόλοιποι με δυνατά γέλια και χαχανητά. Ο δράκος γούρλωσε τα μάτια του. ένοιωσε τις μαγικές δυνάμεις που του πρόσφερε η μάσκα να τον κυριεύουν. Ένοιωσε πιο δυνατός και από τον Captain Planet. Σηκώθηκε αστραπιαία. Το παντελόνι του ήταν ακόμα κατεβασμένο και ο πούτσος του πιο καυλωμένος από ποτέ και γεμάτος χώματα. Επιτέθηκε σαν λυσσασμένο λυκόσκυλο στα όργανα της τάξης αλλά εκείνοι τον σώριασαν κάτω με τη μία. Τον κύκλωσαν και τον άρχισαν στις γρήγορες μέχρι που σταμάτησε κάθε προσπάθεια αντίδρασης.

-Μαλάκα. Αυτό θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου.

-Πρέπει να είναι πολύ ανώμαλος… πριν προλάβει να ολοκληρώσει την κουβέντα του ο αστυνόμος, ένα τριχωτό χέρι με κοφτερά νύχια του έγδαρε τη μούρη μέχρι το κρανίο! Ήταν μια πελώρια αρκούδα!!! Ουρλιαχτά, μουγκρίσματα και πυροβολισμοί έδιναν και έπαιρναν για το επόμενο μισό λεπτό. Στο τέλος είχε μείνει μόνο η αρκούδα και ο Μανόλης που είχε σηκωθεί όρθιος αλλά έτρεμε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να κουνηθεί για να το σκάσει. Η αρκούδα τον πλησίασε περπατώντας στα τέσσερα και κοιτώντας περίεργα το κεφάλι του ανθρώπου που έμοιαζε με λύκο. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής κάτι την τράβηξε στο χαλαρωμένο πέος του λυκανθρώπου. Θα πρέπει να το πέρασε για κάποια λιχουδιά του δάσους και άρχισε να το γλύφει. Ο Μανόλης που σταμάτησε απότομα να τρέμει, άρχισε να καυλώνει για κακή του τύχη. Η αρκούδα διαισθάνθηκε κάποιο κίνδυνο και δάγκωσε το εχθρικό αντικείμενο ακρωτηριάζοντας το από το σώμα του Μανόλη. Στη συνέχεια τον κατασπάραξε ολόκληρο μην αφήνοντας ούτε ένα δείγμα από την ύπαρξη του λυκανθρώπου. Στο άκουσμα της σειρήνας η αρκούδα εξαφανίστηκε στα σκοτεινά σοκάκια της Γαρίτσας…

Από τότε οι Κερκυραίοι μόλις ο ήλιος πέσει και το σκοτάδι κάνει την εμφάνιση του κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους. Ο λυκάνθρωπος όμως δεν εμφανίστηκε από τότε… ούτε για να ικανοποιήσει τις ανώμαλες ορέξεις του, ούτε για να χορτάσει με λαχταριστό ανθρώπινο κρέας. Κάποιες παλιές εξαφανίσεις αποδόθηκαν αμέσως στη μανία του κτήνους. Την νύχτα όποτε ακουγόταν ουρλιαχτά, οι μανάδες αγκάλιαζαν τα παιδιά τους σφιχτά και οι εραστές ορκιζόταν αιώνια αγάπη. Για την αρκούδα που το έσκασε από το τσίρκο κανείς δεν νοιάστηκε…

Γιώργος Σάπιος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.