Οκάξα

Η μικρή Οκάξα σύρθηκε έξω από το φρεσκοσκασμένο τσόφλι του αυγού της. Κανένας δεν το κατάλαβε, γι’ αυτό κι η Οκάξα δυσκολεύτηκε πολύ στα πρώτα της βήματα. Στην αρχή ήταν τόσο μαλακή, σαν ένα μικρό πράσινο ζελεδάκι με τεράστια νυσταλέα, πράσινα μάτια. Όλοι οι άλλοι κοιμόνταν ακόμα όταν αυτή γεννήθηκε. Δε μπορούσε να περιμένει τα αδέρφια της, έπρεπε να φτάσει γρήγορα στην Έξω Χώρα. Εδώ και αιώνες, εκεί κατοικούσαν οι πρόγονοί της.

Μάζεψε όλη τη δύναμη που της έδιναν τα μωρουδίστικα  πόδια της για να τρέξει στην άμμο. Τίποτα όμως. Σαν πρόωρο μωρό που ήταν, δεν είχε πολύ δύναμη. Αποφάσισε τότε να πάει στην Έξω Χώρα από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο πιο πάνω. Ήξερε πως το σκοτάδι ακόμα την κάλυπτε και κινδύνευε μόνο από τα τεράστια μεταλλικά όντα που είχε δει πρωτύτερα να σέρνονται, φωτίζοντας το δρόμο με τα ασθενικά, κιτρινιάρικα μάτια τους.

Φοβόνταν πολύ γιατί ήξερε πως δεν είχε κοντά της μάνα, πατέρα ή άλλον γνωστό. Το σίγουρο ήταν πως δεν θα τους έβλεπε ποτέ. Και στο δρόμο να τους συναντούσε ούτε που θα γνώριζαν ο ένας τον άλλο. Ούτε τα’ αδέρφια της καλά-καλά δεν γνώρισε. Εκείνη τη στιγμή, ξεπρόβαλλαν άλλα δύο μικρά, ολόιδια με την Οκάξα μας, μωράκια. Μόλις είχαν γεννηθεί. Τρεκλίζοντας έφτασαν κοντά της κι αποφάσισαν να  πάνε με την μεγάλη αδερφή τους στο σπίτι. Η Οκάξα χάρηκε, «Θα έχω παρέα στο ταξίδι!» σκέφτηκε.

Ξεκίνησαν λοιπόν για το δρόμο. Καθώς διέσχιζαν το δρόμο, ένα τέρας εμφανίστηκε, με χοντρότερα πόδια από τα άλλα και περισσότερα μάτια! Άλλα ήταν άσπρα και άλλα ήταν κόκκινα!! Θεέ της Οκάξας, έτρεχε με απίστευτη ταχύτητα, ούτε που πρόλαβαν να κουνηθούν!!! Όταν πια εξαφανίστηκε,  το ένα μικρό ζελεδάκι, είχε γίνει μια μικρή μυξιασμένη χλαπάτσα, χωρίς σχήμα ή μορφή. Άλλωστε γι’ αυτό τη λέμε και χλαπάτσα…

Τα εναπομείναντα αδέρφια αφού θρήνησαν το χαμό του ζελεδακίου, πήραν ξανά το δρόμο για το σπίτι. Σιγά-σιγά ξημέρωνε και η δροσιά της νύχτας εξατμίζονταν στον ήλιο του πρωινού. Η Οκάξα κατάλαβε πως αν δεν έβρισκε νερό σύντομα, θα μεταμορφώνονταν σε ξεραμένο πετραδάκι. Με την αδερφούλα της, έπεσαν μέσα σε μια λιμνούλα δίπλα στο δρόμο. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. Η Οκάξα μας, σαν μεγαλύτερη και σοφότερη, κρύφτηκε σε κάτι βρώμικα χόρτα του νερού. Ένα χέρι με πέντε δάχτυλα άρπαξε την μικρή αδερφούλα και την έβγαλε από το νερό!!! «Εγώ έχω μόνο τέσσερα δάχτυλα» σκέφτηκε η φίλη μας «Τι να κάνω εναντίον του;».

Η αδερφούλα της, αν δεν κατέληξε μεζές του αφεντικού του παραπάνω χεριού, επέστρεψε στην άμμο και τη θάλασσα.

Η γλυκούλα Οκάξα άρχισε να πεινάει… Δηλαδή έπρεπε να αφήσει την κρυψώνα και να βγει για φαγητό. Για ώρες έψαχνε γύρω από τη λούμπα της, αλλά δεν υπήρχε κάτι του γούστου της. Ένα φύκι, ένα όστρακο, μια τσούχτρα βρε αδερφέ! Όλο κάτι άνοστα βρύα έβρισκε. Εξαντλημένη, άρχισε να παραπατάει στο διπλανό χωράφι σαν μεθυσμένη (αν μπορούσε φυσικά να είναι ποτέ μια Οκάξα μεθυσμένη). Ο ήλιος ξέραινε την πλάτη της σε κάθε βήμα. Για καλή της τύχη έπεσε σε ένα ξεσκέπαστο πηγάδι και κατέληξε στον κουβά που κρέμονταν μέσα στο άνοιγμα. Τυχερή ήταν γιατί είχε μέσα νερό.

Το απόγευμα ξύπνησε σε ένα περίεργο μέρος γεμάτο νερό, με ένα νησάκι στο βάθος πάνω στο οποίο και ξάπλωνε. Γύρω της έβλεπε κάτι περίεργα και κακοφτιαγμένα πλάσματα που, που ακούστηκε; περπατούσαν στα δύο πόδια!!! Είμαστε καλά;; Τα άλλα δύο πως έγιναν έτσι;; έμοιαζαν με το χέρι που έκλεψε την αδερφούλα της.. «Το τέλος είναι κοντά» μονολογούσε.

Εκεί όμως έμεινε για σχεδόν δύο μήνες, με την αγωνία πότε θα την φάνε ή θα την ταΐσουν σ’ εκείνο το τριχωτό ζώο που την κοιτούσε επίμονα. Σχεδόν δεν χωρούσε σ’ αυτό το στενό μέρος πια! Βαρέθηκε! Ήθελε να πάει στην Έξω Χώρα ή να πεθάνει προσπαθώντας!!!  Τότε ήταν που την πούλησαν σε ένα μαγαζί στην πόλη. Είχε τόση φασαρία εκεί, που η Οκάξα τρόμαζε πολύ. Είχε φτάσει σε σημείο να παρανοήσει. Όλα της φαίνονταν περίεργα!! Τόσοι να την αγκαλιάζουν, να τη χαϊδεύουν και να την αφήνουν πάλι μόνη της!!! Τώρα πια ούτε νερό δεν είχε. Απλά την έβρεχαν για να μην σκάσει. Τι άθλια ζωή για μια περήφανη  Οκάξα της Έξω Χώρας!

Ώσπου ένα βράδυ εμφανίστηκε εκείνο το ζευγάρι. Κάτι είχαν αυτοί οι άνθρωποι. Έφυγαν όμως αμέσως. Την άλλη μέρα, απλά πέρασαν ξανά και την έβγαλαν από αυτό τον εφιάλτη. Η Οκάξα γύρισε στην   Έξω Χώρα και μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Σκλήρηνε το καβούκι της και ζωήρεψε το βλέμμα της. Όμως δεν ήταν αχάριστη. Γύρισε στο ζευγάρι και τρύπωσε στην βαλίτσα της κοπέλας. Αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο και να δει άλλα νερά. Ζει τρισευτυχισμένη τώρα και συχνά πυκνά τραβάει για την Έξω Χώρα στα άλλα της αδέρφια (που όμως δεν τα ξέρει..)

Η Οκάξα κάθεται τώρα στο αναπαυτικό κρεβατάκι μου και νωχελικά τραβάει προς το μέρος μου. Με κοιτάει με τις τεράστιες ματάρες της κι ευχαριστεί που διαβάζετε την ιστορία της. Θα σας περιμένει κάθε καλοκαίρι στο Φιόρε του Λεβάντε και ζητάει να προσέχετε και λίγο που πατάτε! Μπορεί να πατήσετε τη φωλιά της!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τα παραπάνω τα μετέφερα στο χαρτί όπως ακριβώς μου τα διηγήθηκε η ίδια η Οκάξα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Μετά τιμής

Ελένη

*η ιστορία της Οκάξας έχει πρωτοδημοσιευτεί στο βιβλίο του κώλου το 2008.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.